Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Μίλτος Σαχτούρης - Ο μαύρος κόκκορας, Δαιμονολόγιο

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΑΣ
Γέλασε 
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν
πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκκορας
ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟ
Δαίμονες και δαιμόνισσες
δαιμονίζονται στην ακτή
χαριεντίζονται μεταξύ τους
ετοιμάζουν τα νέα δαιμονάκια
που θα βασιλέψουν 
σ' αυτή τη γή
που είναι πια δική τους
Μακριά στον ορίζοντα
σε μια κόκκινη θάλασσα 
 μέσα σε ψεύτικους καπνούς
βυθίζεται ένα καράβι

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ”

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (VIII)

ΓΥΜΝΟΣ, ΙΟΥΛΙΟ ΜΗΝΑ, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλυνα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω κα γεύομαι την αρμύρα του.
Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να την αφαιρέσεις την αγκίδα της.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

κολάζ του Ελύτη

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (Χ)


ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΣΑ Ν’ ΑΠΟΧΤΗΣΩ μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μου ‘δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.
Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη “στιγμή” όταν καταφέρει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια. Οπόταν, πραγματικά, και η Θλίψις γίνεται Χάρις και η Χάρις Άγγελος. Η Ευτυχία Μοναχή και η Μοναχή Ευτυχία

με λευκές, μακριές πτυχές πάνω από το κενό,

ένα κενό γεμάτο σταγόνες πουλιών, αύρες βασιλικού και συριγμούς υπόκωφου Παραδείσου.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 κολάζ του Ελύτη

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΙ)

ΟΙ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ φθείρονται πολύ πιο δύσκολα. Ο Ρεμπώ επέζησε της Κομμούνας όπως θα επιζήσει το φεγγάρι της Σαπφώς από το φεγγάρι του Άρμστρογκ. Χρειάζονται άλλης λογής υπολογισμοί.

Το ρολόι που μας αφορά δεν είναι αυτό που καταμετρά τις ώρες αλλά που κατανέμει το μέρος της φθοράς και της αφθαρσίας των πραγμάτων όπου, έτσι κι αλλιώς, μετέχουμε, όπως μετέχουμε στη νεότητα ή στο γήρας. Ίσως γι’ αυτό, εμένα, ο θάνατος με τρόμαζε ανέκαθεν λιγότερο από την αρρώστια. Κι ένα τρυφερό σώμα με θάμπωνε περισσότερο από το πιο τρυφερό συναίσθημα.

Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι.

Ο αέρας σηκώνεται. Το θείο θριαμβεύει.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ


ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΙV)

Τ’ ΑΝΩΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥ τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

(1) Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

(2) Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

(3) Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

(4) Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

(5) Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

(6) Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

(7) Ένας “Αναχωρητής” για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας “Ερχόμενος”.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧV)

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς, ν’ ακριβολογώ μες στα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας. Άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα. Άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι. Άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά. Με καθαρούς τόνους, θέλω να πω, που – αλίμονο – τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο αυτοί που ολοένα περισσότερο απομακρύνονται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κάθε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε – δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ’ αυτό που μας συντηρεί και σ’ αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό, το θνησιμαίο, αείζωο.

Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΧ)

ΕΝΑ ΒΟΥΝΑΚΙ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ, το ίδιο αναλλοίωτα κι αμάραντα όσο μέσα στη σκέψη μας, τρέμει κάθε φορά που καταφέρνουμε να γίνουμε αέρας. Και να σκεφτεί κανένας ότι, με την προϋπόθεση να το θελήσουμε όλοι, μ π ο ρ ο ύ μ ε. Όπως μπορούμε να επεκταθούμε σε όλα τ’ απέραντα τετραγωνικά της ηθικής που απλώνονται πέραν από το ένα και αποτρόπαιο, φευ, όπου μας έχει καθηλώσει μια πανάρχαιη βλακεία, στην ανθεκτικότητά της πανίσχυρη.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ




ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΧVII)

ΑΡΓΗΣΑ ΠΟΛΥ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα, μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ






ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΧVII)

ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΕΡΠΑΤΑΜΕ. Λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα”. Θ’ αλλάξουν όλα μια μέρα κι εμείς μαζί τους θ’ αλλάξουμε, αλλά η φύση μας ανεπανόρθωτα θα ‘ναι χαραγμένη πάνω στη γεωμετρία που καταφρονέσαμε στον Πλάτωνα. Και μεσ’ απ’ αυτήν, όταν σκύβουμε, όπως σκύβουμε καμιά φορά πάνω στα νερά του νησιού μας, θα βρίσκουμε τους ίδιους καστανούς λόφους, όρμους και κάβους, τους ίδιους ανεμόμυλους και τις ίδιες ερημοκλησιές, τα σπιτάκια που ακουμπάνε το ‘να στ’ άλλο, και τ’ αμπέλια που κοιμούνται σα μικρά παιδιά, τους τρούλους και τους περιστεριώνες.

Δε θέλω να πω αυτά τα ίδια. Θέλω να πω τις ίδιες φυσικές και αυθόρμητες κινήσεις της ψυχής που γεννούν και διατάσσουν προς ορισμένη κατεύθυνση την ύλη. Τις ίδιες αναπάλσεις, τις ίδιες ανατάσεις προς το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού Παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

*Τα βρήκα στο Λογομνήμων

Νότες


Ύστερα πέρασε ένα  σύννεφο  πυκνό και μας κατάπιε.
Βρεθήκαμε  στο σκοτεινό στομάχι ενός βιολιού κι αγκαλιαστήκαμε
Κι έτσι απλωθήκαμε σα νότες, μια μελωδία πάνω απ' τη νύχτα
πάνω από κόσμους σύρματα κι αντένες
Και το πρωί στάλες δροσιάς κυλήσαμε υγροί
στο ποτηρι με το κομμένο τριαντάφυλλο
(στην απ' έξω  πλευρά...όπως πάντα)
..      ..       ..       ..γιωργος σαρρης..       ..       ..        ..

Notas

Después una nube densa pasó y nos tragó.
Nos hemos encontrado en un violín oscuro y nos hemos abrazado
Y así, nos difundimos como notas, una melodía sobre la noche
sobre mundos cables y antenas
Y por la mañana rodamos húmedos gotas de rocío
en el vaso con la rosa cortada
(por el lado de afuera ... como siempre)

Notes

Afterwards a thick cloud passed by and swallowed us.
We got into a violin’s dark stomach and we embraced
And that way, we spread like notes, a melody over the night
over worlds wires and antennas
And in the morning we rolled wet like dew drops
on the glass with the cut rose
(on the outside of it ... as always)
.. .. .. ..giorgos sarris.. .. .. ..

Μίλτος Σαχτούρης- Ομορφιά, Οι απομείναντες, Η λάμψη


ΟΜΟΡΦΙΑ


Ράντισε την ασχήμια μ' ομορφιά
πήρε μια κιθάρα
Πήρε ένα ποτάμι πλάι-πλάι
Τραγουδώντας

Έχασε τη φωνή του
του την έκλεψε η έξαλλη γυναίκα
πού 'κοψε το κεφάλι της στα κόκκινα νερά
κι ο φτωχός δεν έχει πια φωνή να τραγουδήσει
και το ποτάμι το ήρεμο κεφάλι
κυλάει με βλέφαρα κλειστά

Τραγουδώντας


ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ
Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

Η ΛΑΜΨΗ
– Πετᾶς; τὸν ρώτησε αὐτὸς ποὺ κρατοῦσε τὸ μαχαίρι.
Ὁ ἄλλος σιγὰ σιγὰ δὲν πάταγε πιὰ τὸ χῶμα, σιγὰ σιγὰ
εἶχε σηκωθεῖ κάπου μισὸ μέτρο πάνω ἀπὸ τὴ γῆ.
– Ὅμως - εἶπε ὁ πρῶτος:
Ἐγὼ μπορῶ κι ἔτσι ποὺ ἀνεβαίνεις νὰ σ᾿ τὸ
καρφώσω τὸ μαχαίρι.
Καὶ τότε μὲ μιὰ λάμψη ὁ ἄλλος καὶ μ᾿ ἕνα
σφύριγμα ἐκκωφαντικὸ σὰ σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, ἐξαφανίστηκε μέσα στὸ διάστημα.

Ἔκπληκτος κοίταζε ὁ ἀπομείνας
τὸ ἄχρηστο πιὰ χέρι του.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού -Γ.Ρίτσος


(απόσπασμα)

Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα
σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν
κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από
πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν
στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σα αγάλματα μικρά της ερημιάς και της
γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη
τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου
πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες
τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά
με το φεγγάρι.

Ο Ηρακλής κι εμείς - Γ.Ρίτσος

Mεγάλος και τρανός σου λένε, τέκνο Θεού, κι ένα σωρό δασκάλοι από πάνω:-
ο γερο-Λίνος, γιός του Απόλλωνα ναν του μαθαίνει γράμματα
ο Εύρυτος
την τέχνη του τοξότη. Ο Εύμολπος, γιός του Φιλάμμωνα,
τραγούδι και λύρα. Και, το πιο σπουδαίο απ'όλα, ο γιός του Ερμή
 ο Αρπάλυκος,
που τα παχιά, τα τρομερά του φρύδια πιάναν το μισό του κούτελο,
τού 'μαθε για καλά την τέχνη των Αργειων:- την τρικλοποδιά
με τούτην
κερδίζονται τα πιο πολλά, στην πυγμαχία, στην πάλη και στα Γράμματα ακόμα.
Όμως εμείς, τέκνα θνητων, δίχως δασκάλους, με δικιά μας μόνο θέληση,
μ'επιμονή κι επιλογή και βάσανα, γίναμε αυτό που γίναμε.
Καθόλου
δε νιώθουμε πιο κάτου, Μήτε χαμηλώνουμε τα μάτια.
Μόνες περγαμηνές μας: τρείς λέξεις; Μακρόνησος, Γυαρος και Λέρος.
Κι αν αδέξιοι
μια μέρα σας φανούν οι στίχοι μας, θυμηθείτε μοναχα
πως γραφτήκαν
κάτω απ' τη μύτη των φρουρών και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας.
Κι ούτε χρειαζονται δικαιολογίες, - πάρτε τους γυμνούς, έτσι
όπως είναι, -
πιότερα ο Θουκυδίδης ο στεγνός θα σας πεί απ' τον περίτεχνο
τον Ξενοφώντα

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Άρης Αλεξάνδρου, Οι αποστάτες της θάλασσας



Είναι τώρα τ' αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ' το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ' αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
– έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούργιου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ' απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)
Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντήλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να 'γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)

Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κ' ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να 'σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν - το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ' αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ' αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κ' είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν' ακούσεις τον απόηχο του δάσους
– χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό – χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να 'ναι φρουρός στον ύπνο μας ν' αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.

(Ακόμα τούτη η άνοιξη -Απρίλης 1946)

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Ιούλιος


Αυτός ο Ιούλιος 
δε θα φύγει στα νησιά,
Αυτός ο Ιούλιος πονάει
δεν έχει μία
δε θα κατέβει στο λιμανι
δεν ξεκιναει  το χορό
ανάμεσα σε χάσματα αστεριών
κι ολόγιομα φεγγάρια


φοράει τρύπιο φανελλάκι
κάθεται φοβισμένος
στην οθόνη του μπροστά
έξω φυσάει ακόμα υποσχέσεις
δεσμεύσεις, εκλογές κι αποτελέσματα
Το βράδι στο μπαλκονι 
του πίνουνε το αίμα τα κουνούπια
(μικρογραφίες τρωκτικών στέλνουν μηνύματα)
και το πρωί πονάν τα κόκκαλά του
η υγρασία κι ο άρρωστος αέρας

Γύρω  ομίχλη
 η ορατότητα μηδεν
και ψιχαλίζει 
μια παράξενη αγωνία
γεμάτη διαδρόμους και ονόματα
άλλων εποχών

Αυτός ο Ιούλιος είναι τυφλός
φοράει μαύρα γυαλιά και ζητιανεύει
Σταδίου και Συντάγματος γωνία
σ' ένα βουρκάκι δίπλα καθισμένος
καμιά ψιχάλα περιμένει
να ξεπλύνει τη μαυρίλα
ή κάποιο νόμισμα 
να εξαργυρώσει την πληγή 
που όλο βαθαίνει

Αυτός ο Ιούλιος δεν κατεβαίνει στο λιμάνι
Αυτός ο Ιούλιος πονάει 
δεν έχει μία

..   ..γιώργος σαρρής..   ..

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Σήκωσε αεράκι



Σήκωσε αεράκι ξαφνικά κι έπιασε ψύχρα
Αύρα πρωινή βγάζει από μέσα
Πάνω απ'το καράβι ρίχνω βλέμματα και ζάρια
Σκουπίζω μέσα μου ομίχλες κι υγρασία
Μισός πουλί μισός καθρέφτης ανεμίζω
στέλνω γι ανίχνευση το βλέμμα μου μπροστά,
μικραίνω κόρες για να δω,
αυτόν τον άγνωστο καινούργιο
ορίζοντα
Αχνές φιγούρες
και γραμμές απροσδιόριστες
Δεν έχει ακόμα σάρκα ούτε υπόσταση
μα που θα πάει θα τον μπλέξω...

Χλωρό κλαράκι ο κινδυνος
νεράκι δροσερό
βρεγμένο χώμα
Σώμα με σώμα να παλεύει
ο σπόρος τις εικόνες.

..    ..     ..     .. γιώργος σαρρής ..     ..     ..      ..     ..

Γιώργος Σεφέρης - Ο Στρατής Θαλασσινός


 Ο Στρατής Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο
3. ΕΦΗΒΟΣ
Το καλοκαίρι στα δεκαέξι μου χρόνια τραγούδησε μια ξένη φωνή μέσα στ’αυτιά μου
ήταν θυμούμαι στην ακροθαλασσιά, ανάμεσα τα κόκκινα δίχτυα και μια βάρκα ξεχασμένη στην άμμο, σκελετός
δοκίμασα να την πλησιάσω τη φωνή εκείνη βάζοντας την ακοή μου πάνω στην άμμο
η φωνή χάθηκε
μα ένα πεφταστέρι
σα να ‘βλεπα για πρώτη φορά ένα πεφταστέρι
και στα χείλια η αρμύρα του κυμάτου.
Τη νύχτα εκείνη δεν ήρθαν πια οι ρίζες των δέντρων.
Την άλλη μέρα ένα ταξίδι ανοίχτηκε μέσα στο νου μου κι έκλεισε πάλι σα ζωγραφισμένο βιβλίο·
συλλογίστηκα να πηγαίνω κάθε βράδυ στ’ακρογιάλι
να μάθω πρώτα τ’ακρογιάλι κι έπειτα να πάρω το πέλαγο·
την τρίτη μέρα αγάπησα μια κοπέλα πάνω σε μια κορφή
είχε ένα άσπρο σπιτάκι σα ρημοκλήσι
μια γριά μάνα στο παραθύρι με σκυμμένα γυαλιά πάνω σε βελόνες, πάντα σιωπηλή
μια γλάστρα βασιλικό μια γλάστρα γαρούφαλα
την έλεγαν νομίζω Βάσω Φρόσω ή Μπίλιω·
έτσι ξέχασα τη θάλασσα.
Μια Δευτέρα του Οχτώβρη
βρήκα μια σπασμένη στάμνα μπροστά στο άσπρο σπιτάκι
η Βάσω (για συντομία) φάνηκε μ’ένα μαύρο φουστάνι αχτένιστα μαλλιά και κόκκινα μάτια
όταν τη ρώτησα:
«Πέθανε, ο γιατρός λέει πέθανε γιατί δε σφάξαμε το μαύρο κόκορα στα θεμέλια… που να βρεθεί μαύρος κόκορας εδώ-πέρα.. μονάχα άσπρα κοπάδια… και τα πουλιά τα πουλούν μαδημένα στην αγορά».
Δε φανταζόμουνα έτσι τη θλίψη και το θάνατο
έφυγα και ξαναγύρισα στη θάλασσα.
Τη νύχτα πάνω στην κουβέρτα του «Αι-Νικόλα» ονειρεύτηκα μια παμπάλαιη ελιά να δακρύζει.


4. ΠΑΛΙΚΑΡΙ
Ταξίδεψα ένα χρόνο με τον Καπετάν Δυσσέα
ήμουν καλά
στην καλοκαιριά βολευόμουνα στην πλώρη πλάι στη γοργόνα
τραγουδούσα τα κόκκινα χείλια της κοιτάζοντας τα χελιδονόψαρα
στη φουρτούνα τρύπωνα σε μια γωνιά στ’αμπάρι μαζί με το καραβόσκυλο που με ζέσταινε.
Σα βγήκε ο χρόνος είδα ένα πρωί μιναρέδες
ο ναύκληρος μου είπε:
«Είναι η Αγια-Σοφιά, θα σε πάω το βράδυ στις γυναίκες».
Έτσι γνώρισα τις γυναίκες που φορούν μονάχα κάλτσες
εκείνες που διαλέγουμε, μάλιστα.
Ήταν ένας περίεργος τόπος
ένα περιβόλι με δυό καρυδιές μια δράνα ένα πηγάδι
τριγύρω ο τοίχος με σπασμένα γυαλιά στην άκρη
ένα αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».
Τότες είδα για πρώτη μου φορά μια καρδιά τρυπημένη με την γνωστή σαΐτα
ζωγραφισμένη στον τοίχο με κάρβουνο.
Είδα τα φύλλα της κληματαριάς κίτρινα
πεσμένα χάμω
κολλημένα στις πλάκες στη φτωχή λάσπη
κι έκανα ένα βήμα να πάω πίσω στο καράβι
Τότες ο ναύκληρος μ’άρπαξε από το γιακά και με πέταξε μέσα στο πηγάδι·
το ζεστό νερό και τόση ζωή τριγύρω στο δέρμα…
Έπειτα το κορίτσι μου είπε παίζοντας απρόσεχτα με το δεξί του στήθος:
«Είμαι από τη Ρόδο, με αρρεβώνιασαν 13 χρονώ για 100 παράδες».
Και τ’αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».
Θυμήθηκα τη σπασμένη στάμνα μέσα στο δροσερό απομεσήμερο και συλλογίστηκα·
«Θα πεθάνει κι αυτή, πως θα πεθάνει;»
Της είπα μονάχα
«Πρόσεξε θα το χαλάσεις είναι η ζωή σου».
Το βράδυ στο καράβι δε βάσταξα να σιμώσω τη γοργόνα, τη ντρεπόμουνα.


Σημειώσεις για μια βδομαδα 
ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ

Από τότες πόσες φορές πέρασε μπροστά στα μάτια μου μια γυναίκα, που της απόμειναν μονάχα τα μαλλιά, τα μάτια, το στήθος και τίποτε άλλο, γοργόνα ταξιδεύοντας στο πέλαγο, κι ανάμεσό τους κυκλοφορούσε το φρέσκο αεράκι σα γαλάζιο αίμα.

 
Ο Στρατής ο Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους (ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β)

Δὲν ἔχει ἀσφοδίλια, μενεξέδες, μήτε ὑάκινθους-
πῶς νὰ μιλήσεις μὲ τοὺς πεθαμένους.
Οἱ πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τὴ γλώσσα τῶν λουλουδιῶν-
γι᾿ αὐτὸ σωπαίνουν
ταξιδεύουν καὶ σωπαίνουν, ὑπομένουν καὶ σωπαίνουν
παρὰ δήμων ὀνείρων, παρὰ δήμων ὀνείρων.
Ἂν ἀρχίσω νὰ τραγουδῶ θὰ φωνάξω
κι ἂ φωνάξω-
Οἱ ἀγάπανθοι προστάζουν σιωπὴ
σηκώνοντας ἕνα χεράκι μαβιοῦ μωροῦ τῆς Ἀραβίας
ἢ ἀκόμη τὰ πατήματα μιᾶς χήνας στὸν ἀέρα.
Εἶναι βαρὺ καὶ δύσκολο, δέ μου φτάνουν οἱ ζωντανοὶ-
πρῶτα γιατί δὲ μιλοῦν, κι ὕστερα
γιατί πρέπει νὰ ρωτήσω τοὺς νεκροὺς
γιὰ νὰ μπορέσω νὰ προχωρήσω παρακάτω.
Ἀλλιῶς δὲ γίνεται, μόλις μὲ πάρει ὁ ὕπνος
οἱ σύντροφοι κόβουνε τοὺς ἀσημένιους σπάγκους
καὶ τὸ φλασκὶ τῶν ἀνέμων ἀδειάζει.
Τὸ γεμίζω κι ἀδειάζει, τὸ γεμίζω κι ἀδειάζει-
ξυπνῶ
σὰν τὸ χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στὰ χάσματα τῆς ἀστραπῆς,
κι ὁ ἀγέρας κι ὁ κατακλυσμὸς καὶ τ᾿ ἀνθρώπινα σώματα,
κι οἱ ἀγάπανθοι καρφωμένοι σὰν τὶς σαΐτες τῆς  μοίρας
στὴν ἀξεδίψαστη γῆς
συγκλονισμένοι ἀπὸ σπασμωδικὰ νοήματα,
Θἄ῾λεγες εἶναι φορτωμένοι σ᾿ ἕνα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σὲ χαλασμένους δρόμους, σὲ παλιὰ καλντερίμια,
οἱ ἀγάπανθοι τ᾿ ἀσφοδίλια τῶν νέγρων:
Πῶς νὰ τὴ μάθω ἐτούτη τὴ Θρησκεία;
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη
ἔπειτα ἔρχεται τὸ αἷμα
κι ἡ δίψα γιὰ τὸ αἷμα
ποὺ τὴν κεντρίζει
τὸ σπέρμα τοῦ κορμιοῦ καθὼς τ᾿ ἁλάτι.
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ὁ θεὸς εἶναι τὸ μακρινὸ ταξίδι-
ἐκεῖνο τὸ σπίτι περιμένει
μ᾿ ἕνα γαλάζιο καπνὸ
μ᾿ ἕνα σκυλὶ γερασμένο
περιμένοντας γιὰ νὰ ξεψυχήσει τὸ γυρισμό.
Μὰ πρέπει νὰ μ᾿ ἀρμηνέψουν οἱ πεθαμένοι-
εἶναι οἱ ἀγάπανθοι ποὺ τοὺς κρατοῦν ἀμίλητους,
ὅπως τὰ βάθη τῆς  Θάλασσας ἢ τὸ νερὸ μὲς στὸ ποτήρι.
Κι οἱ σύντροφοι μένουν στὰ παλάτια τῆς  Κίρκης-
ἀκριβέ μου Ἐλπήνωρ! Ἠλίθιε, φτωχέ μου Ἐλπήνωρ!
Ἤ, δὲν τοὺς βλέπεις;
-«Βοηθῆστε μας!»-
Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη.

Τράνσβααλ, 14 Γενάρη ῾42

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Ο σταθμός - Μίλτος Σαχτούρης


Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει,
γεμίζει λάσπη τ' ονειρό μου
είναι ενα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τραίνο.
Ο σταθμάρχης μαζεύει μαραγαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγιες
γιατί έχει πολύν καιρό νά 'ρθει
τραίνο σ' ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ' ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά  τα γένια 

σά νάμαι άρρωστος πολύ
κι όμως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά-σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι!

Γιατί -Μίλτος Σαχτούρης

Γιατί το αίμα του χειμωνα
έβγαλε φτερά την άνοιξη
και πέταξε το καλοκαίρι;
γιατί τα λουλούδια που φύτεψα στον κήπο μου
φύτρωσαν άγρια στον καθρέφτη της κάμαράς μου;
γιατί το ωραιο άσπρο σώμα που κρατούσα
μαύρισε 
και μου έβαψε τα χέρια;
γιατί μετράνε τα πουλιά την άνοιξη με τα μαχαίρια;
γιατί οι αρρώστιες του καλοκαιριού 
φάνηκαν στο φεγγάρι του χειμώνα;
γιατί τα μαύρα μαλλιά που τύλιγα τα χέρια μου
γίναν αράχνες και δέρματα σκονισμενα;
γιατί το φλυτζάνι που έπινα καφέ
γέμισε ένα πράσινο σκοτεινό μαρτύριο;

Δεν έχει κόκκινη απάντηση
το γιατί είναι μια μεγάλη έλλειψη
κάτι σαν τάφος

Μίλτος Σαχτούρης- Τα χρήματα

Τα χρήματα

Λέει η τσιγγάνα:
-Διαβάζω χρήματα
μέσα στον ύπνο σου
έχεις μια ζωή πυκνή
γεμάτη χιόνι
όμως δεν ξέρω
πότε θα
γλιστρήσεις πέρα

λέει ο βοσκός:
-Όταν δεν αγαπάς τ'άστρα
τ'αρνιά μου θα σε μισήσουν
κι απ' το φεγγάρι
σου χαρίζω το μισό
που βγάζει φλόγες
απ' τη μεριά της λύσσας

λέει ο θάνατος:
-Δικά μου τα χρήματα
δικό μου και το φεγγάρι
δικά μου το χιόνι και τ' αρνιά
κι οι κόκκινες φλόγες
και
η τσιγγάνα
και
ο βοσκός

Γιάννης Ρίτσος - Ἡ γέφυρα




Εἶναι μιὰ ὡραία περιπλάνηση, σχεδὸν μιὰ δραπέτευση -
δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ καὶ γιὰ ποῦ, - μιὰ μυστικὴ δραπέτευση ποὺ δίνει
μιὰ μυστικότητα στὴν κάθε κίνησή μας, στὸν ἴσκιο μας πάνω στὸν τοῖχο,
στὶς ἀπίθανες σχέσεις τῶν δακτύλων μας, στὸν ἦχο τῶν βημάτων
        μας - μία ἐξαίσια αἴσθηση
παρανομίας πρὸς ὅλα, σὰν τοῦ μοιχοῦ, τοῦ κλέφτη, τοῦ φονιά,
        του ἀρσενοκοίτη ἢ τοῦ λαθρεπιβάτη,
κ᾿ ἡ αἴσθηση τῆς παρανομίας αὐτῆς σου ἐπιβάλλει
μίαν ἄγρυπνη προσοχὴ γιὰ ν᾿ ἀποφύγεις τὴ σύλληψη,
ἐνῶ ἡ προσοχή σου αὐτὴ συλλαμβάνει
τὸ νόημα μιᾶς ἀρχικῆς ἐνοχῆς, συλλαμβάνει
τὶς πιὸ ἀδιόρατες ἐκφράσεις τῆς σιωπῆς· μὰ τότε πάλι
νιώθεις πῶς ἔτσι παραβιάζεις μ᾿ ἀντικλείδι ἕνα μεγάλο, ξένο
        σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ὕστερα ἀπὸ σκάλες πολλὲς καὶ μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
ποῦ κάνουν ν᾿ ἀντηχοῦν ἀπεριόριστα οἱ κλειδώσεις σου,
κ᾿ ἕνα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει ἀπὸ φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε ἀντιμέτωπο
μὲ τὴν ἴδια πελώρια σκιά σου ποὺ κρατάει
μεγεθυσμένες τὶς σκιὲς τῶν κλειδιῶν, ποὺ ἐσὺ κρατᾶς, σὰ νἆναι κιόλας
τὰ κάγκελα τῆς φυλακῆς ποὺ θὰ σὲ κλείσει ἰσόβια· ὥσπου τέλος

ἀνακαλύπτεις πὼς αὐτὸ τὸ χρηματοκιβώτιο
εἶναι δικό σου, ὁλότελα δικό σου
καὶ μπορεῖς νὰ τ᾿ ἀνοίξεις ἐλεύθερα
καὶ μπορεῖς νὰ χαρίσεις ὅσα θέλεις στοὺς φίλους σου
καὶ μπορεῖς νὰ σκορπίσεις ὅσα θέλεις στὸν ἄνεμο
μὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ δίνει τὸ ἀνεξάντλητο
μὲ κείνη τὴ χειρονομία μιᾶς ἄσκοπης λεβεντιᾶς κι᾿ ἀσωτείας
ποὺ εἶναι, ἴσως, ἡ μόνη ἀληθινὴ σκοπιμότητα.

Μὰ τότε νιώθεις ὁ ἴδιος, πόσο ἡ κίνηση αὐτὴ θὰ φαίνεται ὕποπτη
μὲς στὸ σκοτάδι τὸ καρφωμένο ἀπ᾿ τ᾿ ἄστρα, μὲ τὸ μετάλλινο ἦχο
        των κλειδιῶν,
σὰ χτύπημα σπαθιῶν, ψηλὰ στὸν ἀέρα, ἀόρατων μονομάχων ἢ ἱππέων,
μ᾿ αὐτὸ τὸ σκοτεινό, πελώριο στόμιο τοῦ χρηματοκιβώτιου
ποῦ χάσκει ἀνοιχτὸ μὲς στὴ νύχτα ἐνῶ στὸ βάθος τοῦ ἀστράφτουν
σωροὶ τὰ νομίσματα περίεργων ἐποχῶν καὶ τόπων,
ράβδοι χρυσοῦ σὰ μεγάλα καρφιὰ γιὰ μία σταύρωση· στοῖβες
        χαρτονομίσματα
σὰ μυστικὰ τραπουλόχαρτα τῆς Μοίρας. Κι᾿ ὅσοι
δέχτηκαν μία στιγμὴ τὴν προσφορά σου, μόλις στρίψεις τὸ κεφάλι σου
δοκιμάζουν στὴν πέτρα τὰ νομίσματα, μὰ ἐκεῖνα δὲν ἀφήνουν ἦχο,
προσπαθοῦν ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσουν στὰ χαρτονομίσματα
τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὶς σφραγίδες, μ᾿ αὐτὰ δὲ διακρίνονται στὸ
        καταπληχτικό σκοτάδι,
καὶ τὰ πετοῦν ξανὰ μπροστὰ στὰ πόδια σου καὶ φεύγουν.

Καὶ μένεις μόνος μ᾿ ὅλο σου τὸν πλοῦτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρὸς στὸ μαγνητικὸ ἀνοιγμένο στόμιο τοῦ ἀδειανοῦ πιὰ
        χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρὸς στὴν ἀκάλυπτη τρύπα τοῦ χάους,
μὲ τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σὲ μισοτελειωμένη στάση θεατρικῆς γενναιοδωρίας,
σὰν ἄγαλμα ἥρωα ποὺ ὁ ἡρωισμός του
ἀποδείχτηκε ἀπατηλὸς μετὰ θάνατον - ἢ σὰν ἀτέλειωτη προσπάθεια
νὰ γίνεις ἄγαλμα γιὰ νὰ μὴ σωριαστεῖς στὸ χῶμα - ἕνα ἄγαλμα
ποῦ τείνει μάταια σὰν τσαμπὶ σταφύλι τ᾿ ἀναπόδεκτα κλειδιὰ ἑνὸς
        παραδείσου.

Γιάννης Ρίτσος - Σχήμα τής απουσίας ΙΧ





Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο-λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της -
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.
Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.

Πρωινό άστρο -Μικρή εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών-Γ.Ρίτσος


                                         

                                         Στην κόρη μου Έρη

Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές απ' τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε
μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι,
έτσι γυμνόποδο και τρυφερό
στ' αγκάθι κ' ενός ίσκιου.

Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κ' έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.

Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει
πάνω απ' τους ρόδινους λοφίσκους τού ύπνου σου
εαρινό φεγγάρι
ανάμεσα απ' τα στάχυα τής έγνοιας της
και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.
Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
                 μακρύς
                           μακρύς ο δρόμος.

Κοριτσάκι
πώς τα φίλιωσες όλα, πώς τάσμιξες -
καμιά φωνή δε λέει μου «όχι»,
έτσι καθώς με δένεις
μ' εχτρούς και φίλους
με τα παλιά και τ' αυριανά
όλα αυριανά
κι όλα για πάντα.

Πούναι ο παλιός γκρεμνός; -δε βλέπω-
γκρεμνός δεν είναι-
γεφύρι εσύ
κι ούτε γεφύρι,
ζωή.

Ανάμεσα στη μάνα σου και μένα
εσύ
ανάμεσα στο χτες
και τ' αύριο
εσύ
ανάμεσα στο χώμα και στο φως
εσύ -
η ζωή τραβάει, τραβάει
κ' η σιωπή
άκου πώς μιλάει
πώς χαμογελάει.

Έτσι καθώς με φίλιωσες
μ' εχτρούς και φίλους
οι φλέβες μες στα πουλιά
οι ρίζες μου στη θάλασσα
τα φύλλα μου στ' αστέρια.
Έτσι να κάνω θα διαβώ
με μια μονάχα δρασκελιά
γη κι ουρανό.

Κοριτσάκι
ένα λευκό περιστεράκι
με δυο φτερά ανοιχτά
την κούνια σου φωτά.

Ώρα καλή κι ώρα χρυσή
ήρθες με την καλή αυγή
κ' η αυγή με σένα
να σμίξεις ουρανό και γη
κ' η ζωή να γίνει
φως και ψωμί
φως και κρασί
φως και γαλήνη.

Και πίσω από την πόρτα μας
η κυρά, η νοικοκυρά
η γκαρδιακιά
η μεγάλη, η άγια σκούπα
με τις δυό γερές γροθιές στη μέση
πάντα ξάγρυπνη, πάντα έτοιμη
δεν αφήνει
φύλλο κίτρινο να πέσει
απ' την άρρωστη σελήνη
μήτε σκιά να δρασκελήσει
το κατώφλι μας
μη σκοντάψει, μην πονέσει
μήτε στο μικρό-μικρό νυχάκι της
η ειρήνη.

Γιάννης Ρίτσος - Καπνισμένο τσουκάλι (απόσπασμα)




Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει.
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στη καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα. Πολύ κρύο εφέτος.

Πιο κοντά. Πιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους.
Μέσα στις τσέπες τού παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά.
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ' τη βροχή και την απόσταση.
Η ανάσα τους είναι ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά,πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα τής κάμαρας γίνεται σα μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της και ακούει.

Κι ακούω και γω και παίρνω κι αυγαταίνω-
ρίχνω και γω καμιά κουβέντα που και που
όπως ρίχνουμε ένα ξύλο στη φωτιά-
φουντώνει η φλόγα, γίνεται πιότερο το φως -ξύλο το ξύλο-
κοκκινίζουν οι τοίχοι, αποτραβιέται ο άνεμος, τρίζει το παραθυρόφυλλο
ακούγεται έξω κάποιο γαϊδουράκι που βόσκει ακόμα στο γρασίδι
και το σκυλί κάθεται ήσυχο μπροστά στα πόδια των πεθαμένων.
Όλοι περιμένουν να ξημερώσει.

Έπεσε ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά τής κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο -περιμένει τ' όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο πάγκο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.

Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά -
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία τού ανθρώπου
με τη φαρδειά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ' το γκρεμό.
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Και η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του -τίποτ' άλλο.

Ιούνιος Μήνας -Γιάννης Ρίτσος



  Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
  άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
  ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
  μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
  καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.
  Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
  Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
  Ένα πουλί ξύπνησε.
  Το ποτάμι κυλούσε.
  Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
  σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
  κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
  όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.