Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ο Δημήτρης Γληνός, εξόριστος στον Αη Στράτη, περιγράφει τις πρώτες ώρες του στο νησί της εξορίας



Δημήτρης Γληνός
(φωτογραφία: ΑΣΚΙ)



Λιμάνι Πειραιά, απόγευμα Παρασκευής 18 Οκτώβρη 1935.
«[…] Στην παραλία του λιμανιού του Πειραιά, όπου ήταν αραγμένο το βαπόρι που θα έφευγε για τη Μυτιλήνη, λίγοι συγγενείς, φίλοι, μαθητές του Γληνού και του Βάρναλη μαζί με τους συγγενείς των συγκρατουμένων συντρόφων τους, περιμέναμε να μεταφερθούν από το Τμήμα μεταγωγών του Πειραιά στο καράβι. Περιμέναμε πολύ. Κάποτε φάνηκε να προχωρεί προς το αραγμένο καράβι μια μακριά σειρά αγωνιστές της δημοκρατίας, της προδομένης από τον αστικό παλαιοδημοκρατικό κόσμο. Αλυσσοδεμένοι δυο-δυο, εργάτες, επαγγελματίες και διανοούμενοι προχωρούν περήφανοι. Κρατάν ψηλά το κεφάλι. Τους συνοδεύει ένοπλο απόσπασμα της χωροφυλακής. Καθώς περνάνε από κοντά μας χαιρετάν και χαιρετάμε το Δάσκαλο, τον Ποιητή και τους αλυσσοδεμένους συντρόφους των. Ο Γληνός φοράει το γαλλικό μπερέ, που του χάρισε ο φίλος του Θράσος Καστανάκης στο Τμήμα μεταγωγών του Πειραιά. Καθώς ανεβαίνει την ανηφορική σκάλα του βαποριού γυρίζει και μας χαιρετά για τελευταία φορά, πριν μπει στο βαπόρι και χαθεί κάτω στο αμπάρι, μαζί με τους συντρόφους του. έχει τα μάτια βουρκωμένα…» [1]



Το καράβι θα φτάσει στη Μυτιλήνη το μεσημέρι της Κυριακής 20 του Οκτώβρη. Οι 33 κρατούμενοι μεταφέρονται στο αστυνομικό τμήμα όπου παραμένουν για έξι μέρες. Το βράδυ της 25ης του Οκτώβρη, ο Γληνός (που είναι άρρωστος), ο Βάρναλης και οι άλλοι αγωνιστές, σιδηροδέσμιοι, οδηγούνται στο καράβι «Μαρία Λ.» που κάνει το δρομολόγιο προς τον Αη Στράτη. Στο κείμενο που ακολουθεί ο Δημήτρης Γληνός περιγράφει το ταξίδι, πως τους υποδέχτηκαν οι παλιοί εξόριστοι και τις πρώτες ώρες του στο νησί της εξορίας.


ΤΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


Αποβραδίς, που μας ανέβαζαν στο βαπόρι δεμένους δυο δυο, φυσούσε μια φρέσκη, νοτιά και συντάραξε το λιμάνι της Μυτιλήνης.
―«Πολύ φοβάμαι πως δε θα μπορέσει η «Μαρία Λ» να μας βγάλει στον Αϊστράτη» μου λέει ένας σύντροφος. Και καθώς είμαστε κατατσακισμένοι ύστερ’ από τις οχτώ μέρες, που είχαμε περάσει στ’ αστυνομικά μπουντρούμια, η νέα αυτή θαλασσινή περιπέτεια δεν μας ερχότανε βολικά.
Την άλλη μέρα το πρωί στις 26 του Οχτώβρη, περνούσαμε την Άσπρη Θάλασσα ανάμεσα Μυτιλήνης και Λήμνο. Η νοτιά είχε στρώσει και δεν είταν ενοχλητική. ανεβασμένοι στο γεφύρι του βαποριού τρώγαμε με τα μάτια μας τα πελαγήσια μάκρη για να ξεχωρίσουμε το νησάκι της εξορίας μας. Μα τίποτα δεν φαινόταν ακόμη. Ο καπετάνιος της «Μαρίας Λ» ένας τύπος πολιτισμένου θαλασσινού, με κάλεσε

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Bertolt Brecht : Η ΑΠΟΦΑΣΗ (όλο το έργο)


Bertolt Brecht
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
(Die Maßnahme)
1930
Μετάφραση: Lenin Reloaded





Οι χαρακτήρες:


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ. Παίζουν:
Τον νεαρό σύντροφο· τον Διευθυντή του Οίκου του Κόμματος· τους δύο κούληδες· τον επιστάτη· τους δυο υφαντουργούς· τον αστυνόμο· τον έμπορο.


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ





ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Εμφανιστείτε! Γιατί το έργο σας ήταν επιτυχές. Τώρα, υπάρχει άλλη μια γη όπου ξεκίνησε η Επανάσταση, και οι γραμμές τραβήχτηκαν, κι έτσι οι στρατευμένοι ξέρουν πού στέκονται. Συμφωνούμε μαζί σας.


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Σταματήστε! Υπάρχει κάτι που πρέπει να σας πούμε. Πρέπει να σας αναφέρουμε το θάνατο ενός συντρόφου.


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Μπορείτε να μας πείτε ποιος τον σκότωσε;


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Εμείς τον σκοτώσαμε. Τον πυροβολήσαμε και τον πετάξαμε σε ένα λάκκο με ασβέστη.


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Τι μπορεί να έκανε και φτάσατε να τον σκοτώσετε;


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Συχνά έκανε το σωστό, μερικές φορές το λάθος, αλλά στο τέλος είχε γίνει κίνδυνος για το κίνημα. Ήθελε να κάνει το σωστό, και έκανε το λάθος. Ζητούμε την ετυμηγορία σας.


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Δείξτε μας πώς έγινε, και θα σας δώσουμε την ετυμηγορία μας.


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Θα δεχτούμε την ετυμηγορία σας.



1


ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Ήρθαμε ως αγκιτάτορες από τη Μόσχα, με διαταγές να ταξιδέψουμε στην πόλη Μούκντεν, όπου έπρεπε να κάνουμε προπαγάνδα και να ενισχύσουμε το κινεζικό Κόμμα στα εργοστάσια. Έπρεπε να αναφερθούμε στο τελευταίο οίκημα του Κόμματος πριν τα σύνορα, και να ζητήσουμε οδηγό. Στο εξωτερικό γραφείο ήρθε σε μας ένας νεαρός σύντροφος και συζητήσαμε την φύση της αποστολής μας. Θα επαναλάβουμε τη συζήτηση.


Ένας απ' αυτούς παίζει τον Νεαρό Σύντροφο, και οι άλλοι συσπειρώνονται ως τρεις αντιμέτωποι με ένα.


Ο ΝΕΑΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ: Είμαι ο γραμματέας του τελευταίου οικήματος του Κόμματος πριν τα σύνορα. Η καρδιά μου χτυπά για την Επανάσταση. Η θέα της αδικίας με έκανε να ενωθώ με τους παρτιζάνους. Ο άνθρωπος πρέπει να βοηθά τον άνθρωπο. Υποστηρίζω την ελευθερία. Πιστεύω στο ανθρώπινο είδος. Και υποστηρίζω τις αποφάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο αγωνίζεται για την αταξική κοινωνία, ενάντια στην εκμετάλλευση και την άγνοια.


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Ερχόμαστε απ' τη Μόσχα.


Ο ΝΕΑΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ: Σας περιμέναμε.


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Γιατί;


Ο ΝΕΑΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ: Δεν πάμε πουθενά. Υπάρχει χάος και πείνα, πολλές μάχες,

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Μπρεχτ - Στους μεταγενέστερους, Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι

Στους μεταγενέστερους

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!
Τα λόγια που δεν κεντρίζουν είναι σημάδι χαζομάρας.
Ένα λείο μέτωπο, αναισθησίας.
Εκείνος που γελάει δεν έχει μάθει ακόμα τις τρομερές ειδήσεις.
Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι, που είν' έγκλημα σχεδόν όταν μιλάς για δέντρα
γιατί έτσι παρασιωπάς χιλιάδες κακουργήματα!
Αυτός εκεί πού διασχίζει ήρεμα το δρόμο,
ξέκοψε πια ολότελα απ' τους φίλους του πού βρίσκονται σ' ανάγκη.


Είναι σωστό: το ψωμί μου ακόμα το κερδίζω.

Όμως πιστέψτε με: Είναι εντελώς τυχαίο. Απ' ό,τι κάνω,
Τίποτε δε μου δίνει το δικαίωμα να φάω ως να χορτάσω.
Έχω γλιτώσει κατά σύμπτωση. (Λίγο η τύχη να μ' αφήσει, χάθηκα.)

Μου λένε: Φάε και πιες! Να 'σαι ευχαριστημένος που έχεις!
Μα πώς να φάω και να πιω, όταν το φαγητό μου τ' αρπάζω
από τον πεινασμένο, όταν
κάποιος διψάει για το ποτήρι το νερό που έχω;
Κι ωστόσο, τρώω και πίνω.

Θα 'θελα ακόμα να 'μουνα σοφός.
Τ' αρχαία βιβλίο λένε τί είναι η σοφία:
Μακριά να μένεις απ' τις επίγειες συγκρούσεις
και δίχως φόβο τη λιγοστή ζωή σου να περνάς.
Θεωρούν σοφό ακόμα το δρόμο σου να τραβάς αποφεύγοντας τη βία
Στο κακό ν' ανταποδίνεις το καλό, να μη χορταίνεις τις επιθυμίες σου,
αλλά να τις ξεχνάς.
Μου είναι αδύνατο να πράξω όλα τούτα

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!
Ήρθα στις πόλεις την εποχή της αναστάτωσης
Όταν εκεί, βασίλευε η πείνα.
Ήρθα μες στους ανθρώπους στην εποχή της ανταρσίας
Και ξεσηκώθηκα μαζί τους.

Έτσι κύλησε ο χρόνος,που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Το ψωμί μου το 'τρωγα ανάμεσα στις μάχες.
Για να κοιμηθώ, πλάγιαζα ανάμεσα στους δολοφόνους.
Αφρόντιστα δινόμουνα στον έρωτα.
Κι αντίκριζα τη φύση δίχως υπομονή.
Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε.

Στον καιρό μου, οι δρόμοι φέρνανε στη λάσπη.
Η μιλιά μου με κατέδιδε στο δήμιο.
Λίγα περνούσαν απ' το χέρι μου.
Όμως, αν δεν υπήρχα οι αφέντες θα στέκονταν πιο σίγουρα,
αυτό έλπιζα τουλάχιστον.

Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Οι δυνάμεις ήτανε μετρημένες.
Ο στόχος βρισκότανε πολύ μακριά.
Φαινόταν ολοκάθαρα, αν και για μένα,
ήταν σχεδόν απρόσιτος.

Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε.

Εσείς, που θ' αναδυθείτε μέσ' απ' τον κατακλυσμό
που εμάς μας έπνιξε,οταν για τις αδυναμίες μας μιλάτε
σκεφτείτε και τα μαύρα χρόνια που εσείς γλυτώσατε.

Εμείς περνάγαμε, αλλάζοντας χώρες πιο συχνά
από παπούτσια, μέσα από ταξικούς πολέμους,
απελπισμένοι σα βλέπαμε, την αδικία να κυριαρχεί
και να μην υπάρχει εξέγερση. Κι όμως το ξέραμε:

Ακόμα και το μίσος ενάντια στην ευτέλεια
Παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά.
Ακόμα κι η οργή ενάντια στην αδικία
Βραχνιάζει τη φωνή.

Αλίμονο, εμείς
Που θέλαμε να ετοιμάσουμε το δρόμο στη φιλία
Δεν καταφέρναμε να 'μαστε φίλοι ανάμεσά μας.
Όμως εσείς, όταν θα ‘ρθει ο καιρός
Ο άνθρωπος να βοηθάει τον άνθρωπο
Να μας θυμάστε
Με κάποιαν επιείκεια.


Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι

Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
είσαστε χαμένοι.
Φίλος σας είναι η αλλαγή
η αντίφαση είναι σύμμαχός σας.
Από το Τίποτα
πρέπει κάτι να κάνετε, μα οι δυνατοί
πρέπει να γίνουνε τίποτα.
Αυτό που έχετε, απαρνηθείτε το και πάρτε
αυτό που σας αρνιούνται.


Ομιλία ενός εργάτη σ' ένα γιατρό

Όταν σε σένα ερχόμαστε
Παραμερίζεις τα κουρέλια μας
Και ακροάσαι κάθε σπιθαμή απ' το γυμνό κορμί μας.
Όσο για την αιτία της αρρώστιας μας
Μια ματιά να 'χες ρίξει στα κουρέλια μας
Θα σου 'λεγε περισσότερα. Είναι η ίδια αιτία που φθείρει
Το κορμί μας και τα ρούχα μας.

Ο πόνος που έχουμε στο ώμο μας προέρχεται
Προέρχεται λες από την υγρασία, απ' αυτήν όμως
Προέρχεται και η κηλίδα στον τοίχο του σπιτιού μας.
Πες μας λοιπόν από πού προέρχεται η υγρασία;

Πάρα πολύ δουλειά και πολύ λίγο φαγητό
Αδύναμους μας κάνουν και μας αρρωσταίνουν
Η συνταγή σου λέει:
Πρέπει να πάρετε βάρος
Μπορείς και στα βούρλα να πεις
Ότι δεν πρέπει να βρέχονται.


Εγκώμιο στον επαναστάτη

Όταν η καταπίεση αυξάνει
Πολλοί αποθαρρύνονται
Μα το δικό του κουράγιο μεγαλώνει.

Οργανώνει τον αγώνα του
Για τη δεκάρα από το μεροκάματο και για το τσάι
Και για την κρατική εξουσία.

Ρωτάει την ιδιοκτησία:
Από πού φτιάχτηκες;

Ρωτάει τις απόψεις:
Ποιον ωφελείτε;

Όπου τα πάντα καλύπτει η σιωπή
αυτός θα μιλήσει

Κι όπου η καταπίεση κυριαρχεί και για τη μοίρα γίνεται
κουβέντα
Αυτός θα πει τα πράγματα με τ' όνομά τους.

Όπου κάθεται στο τραπέζι
Κάθεται η δυσαρέσκεια στο τραπέζι
Το φαΐ γίνεται κακό
Και η κάμαρη στενή θα μας φαντάζει


Προς τα κει που τον κυνηγάνε
Πηγαίνει η εξέγερση, κι απ' όπου αυτός καταδιωγμένος φεύγει
Μένει η αναταραχή.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

O Πωλ Ελυάρ στον Γράμμο το '49 - Αθήνα και 3 ακόμη ποιήματα




Έκκληση του Πωλ Ελυάρ στους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού στο μέτωπο του Γράμμου (Ιούνης 1949)

Γιοι της Ελλάδας,

Απευθύνομαι σ” εσάς τους αγρότες, τους εργάτες, τους διανοούμενους που υπηρετείτε αναγκαστικά στο στρατό μιας κυβέρνησης που δεν σας εκπροσωπεί. Και πρώτα απ” όλα θέλω να σας διαβεβαιώσω πως ήρθα για να διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια την εδώ κατάσταση και πως μοναδικός λόγος που με παρότρυνε σ” αυτό είναι το ζωηρό ενδιαφέρον μου για την αλήθεια αλλά και το πάθος μου για την ειρήνη. Ένας εμφύλιος πόλεμος όπως ο δικός σας είναι ο πιο φοβερός απ” τους πολέμους και οι μόνοι που ωφελούνται είναι εκείνοι που σας οδήγησαν σ” αυτόν.

Αυτό που είδα στην ελεύθερη Ελλάδα είναι ο ακατανίκητος Λαϊκός Στρατός του οποίου η αγάπη για την πατρίδα και την ελευθερία ενώνει αδελφικά τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του. Κανένας ξένος δεν υπάρχει στις γραμμές τους, εφόσον το όραμά τους είναι η ανεξαρτησία και το μεγαλείο, σε ευτυχία και ειρήνη, της χώρας τους. Είδα την αθώα καρδιά τους, τα τίμια μάτια τους και κάτω απ” τον γαλάζιο ουρανό τους να χορεύουν και να τραγουδάνε σαν παιδιά. Είδα όμως και το μέτωπό τους να σκοτεινιάζει με τη σκέψη ότι έχουν απέναντί τους τους αντιπάλους στη μάχη τα αδέλφια, τους γονείς και τους πατεράδες τους. Όμως πολλές περιοχές πρέπει ακόμα να ελευθερωθούν, πολλά ερείπια να ανορθωθούν, πολλή χέρσα γη να καλλιεργηθεί και κυρίως να επιτευχθεί η απελευθέρωση απ” τα μαρτύρια.

Σας ικετεύω όλους εσάς που βρίσκεστε απ” τη μεριά των δεσμοφυλάκων και των δήμιων να αναλογιστείτε τους αθώους που κάθε μέρα πληρώνουν το δικό σας μέλλον με το αίμα τους. Σας ικετεύω να αναλογιστείτε τη φρίκη της Μακρονήσου και των φυλακών της χώρας σας, όπου χιλιάδες πατριώτες, βέβαιοι για τη νίκη τους, περιμένουν κάθε μέρα τα βασανιστήρια και το θάνατο.

Όπου κι” αν πήγα είδα παντού εδώ στο μέτωπο, στην πρώτη γραμμή ή στα μετόπισθεν, τους αιχμαλώτους συναδέλφους σας να απολαμβάνουν τον πιο μεγάλο σεβασμό και την ανθρωπιά και να διατρέφονται ακριβώς όπως και οι αντάρτες, είδα να περιποιούνται τους τραυματίες σας με την ίδια φροντίδα όπως και εκείνους του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτοί οι αιχμάλωτοι, που κάθε μέρα γίνονται περισσότεροι, είναι ελεύθεροι να επιστρέψουν στα σπίτια τους ή να ενταχθούν στο Δημοκρατικό Στρατό. Οι πιο πολλοί διαλέγουν τη δεύτερη λύση.

Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία που ένα στρατός αισθάνεται τόσο δυνατός, τόσο βέβαιος για τη νίκη ώστε να είναι σε θέση να δείχνει τέτοια εμπιστοσύνη στον άνθρωπο. Είναι επίσης που ένας στρατός δείχνει τόσο πρόθυμος να προσφέρει την ειρήνη, όσο περισσότερο αυξάνουν οι δυνάμεις του. Η μόνη νίκη που εύχεται αυτός ο στρατός είναι η καθολική ενότητα του λαού και το τέλος των δεινών του πολέμου που έχουν επιβάλλει οι αγγλοσάξονες ιμπεριαλιστές.

Σ” ολόκληρο τον κόσμο οι απλοί άνθρωποι αγωνίζονται για την ειρήνη. Ο γενναίος ελληνικός λαός, γεμάτος δόξα βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτού του αγώνα.


AΘΗΝΑ

Έλληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε
Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά
Τον έρωτα σου για τη λευτεριά και για τη δικαιοσύνη
Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου

Βασιλιά λαέ δε σ' απειλεί ο θάνατος
Στον έρωτά σου είσ' όμοιος είσαι αγαθός
Και το κορμί σου κι η καρδιά πεινούν για αιωνιότητα
Βασιλιά λαέ που πίστεψες πως σου χρωστούν το ψωμί

Και πως σου δίναν τίμια τ' άρματα να σηκώσεις
Τίμια δικιά σου σώζοντας βάζοντας το δικό σου νόμο
Λαέ απελπισμένε στα δικά σου μόνο τ' άρματα εμπιστέψου
Ελεημοσύνη σαν τα δώσανε κάνε τα εσύ ελπίδα

Και τη ελπίδα τούτη όρθωσε στο μαύρο φως αντίκρυ
Στον ανελέητο Χάροντα που δίπλα σου δεν βολεύετεια
Λαέ απελπισμένε ήρωα λαέ
Λαέ πεινασμένων λαίμαργων της πατρίδας

Μικρέ και μεγάλε στα μέτρα του καιρού σου
Έλληνα λαέ αφέντη παντοτινέ των πόθων σου
Συνταιριασμένα το ιδανικό της σάρκας κι η σάρκα η ίδια
Η φυσική λαχτάρα το ψωμί κι η λευτεριά

Η λευτεριά όμοια με τη λιόλουστη θάλασσα
Το ψωμί όμοιο με τους θεούς το ψωμί που σμίγει τους ανθρώπους
Το αληθινό ολόφωτο αγαθό πιο δυνατό απ' όλα
Πιο δυνατό απ' τον πόνο και τους εχθρούς μας όλους


Στις ελληνίδες αδελφές μου

Αδελφές μου της ελπίδας, ω, γυναίκες γενναίες,
Έχετε κλείσει συμφωνία ενάντια στο θάνατο
Ω, αθάνατες αγαπημένες μου,
Παίζετε τη ζωή σας
Για να θριαμβεύσει η ζωή
Είναι κοντά η μέρα, ω, αδελφές μου του μεγαλείου,
Που θα κοροϊδεύουμε τις λέξεις πόλεμος και μιζέρια
Γιατί θα έχετε νικήσει...


Προσεύχονται οι χήρες και οι μανάδες

Είχαμε δώσει τα χέρια μας
και τα μάτια μας γελούσαν δίχως λόγο
Με τα όπλα και με το αίμα
λυτρώστε μας από το φασισμό
Νανουρίζαμε ολάκερο το φως
και τα στήθη μας φούσκωναν γάλα
Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
να βάλουμε σημάδι τους φασίστες
Ήμασταν η πηγή και ο ποταμός
κι ωκεανός να γίνουμε όνειρό μας
Τον τρόπο μόνο δώστε μας
μην πάρουν χάρην οι φασίστες
Απ' τους νεκρούς μας είναι λιγότεροι
κανένα δεν είχαν σκοτώσει οι νεκροί μας.
Αγαπιόμαστε δίχως να το σκεφτούμε
Χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτε έξω απ' τη ζωή
Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
Στο θάνατο αντίκρυ θα σκοτωθούμε



Ρίμα της δύναμης του έρωτα

Μέσα από τα βάσανά μου όλα στο θάνατο ανάμεσα και μένα
Στην απελπισία μου ανάμεσα και τη δίψα της ζωής
Είναι το άδικο και των ανθρώπων η μιζέρια
Που αχώνευτα μου είναι είναι ο θυμός μου

Είναι τ' αντάρτικα που 'χουν για χρώμα το αίμα της Ισπανίας
Είναι τ' αντάρτικα που 'χουν για χρώμα της Ελλάδας τον ουρανό
Το ψωμί το αίμα ο ουρανός και το δικαίωμα στην ελπίδα
Για όλους όσους αθώους μισούν το Κακό

Το φως πάντα είναι έτοιμο να τρεμοσβήσει
Η ζωή πάντα ετοιμάζεται να γίνει κοπριά
Μα η άνοιξη ξανά γεννιέται κι ούτε αυτό ποτέ τελειώνει
Απ' τη μαυρίλα μπουμπούκι ένα αναπηδά κι έρχεται η ζέστη

Κι η ζέστη θα νικήσει τους εγωπαθείς
Δε θ' αντέξουν οι άτροφες αισθήσεις τους
Κι ακούω τη φωτιά γελώντας να μιλά για υποθερμία
Ακούω έναν άνδρα να λέει ότι δεν πόνεσε

Συ που της σάρκας μου υπήρξες αισθητή συνείδηση
Συ που πάντα μου αγαπώ συ που μ' έχει εφεύρει
Δεν άντεχες τον καταναγκασμό ούτε την ύβρη
Τραγουδούσες κι ονειρευόσουν τη γήινη ευτυχία

Λεύτερη να 'σαι ονειρευόσουν εγώ σε συνεχίζω...

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (αποσπάσματα)

.....
Θυμάμαι το 36
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρει ένα καρβέλι ψωμί.
Άχνιζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες .
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε
τ’ άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα, τραγούδια
νοιώθαμε να χορταίνουμε .
Η μάνα ακούμπαγε το μπάλωμα στα γόνατα κι άκουγε σιωπηλή.

Μάνα, που είσαι , μάνα
έζησες όλες σου τις μέρες με δάκρυα
έζησες όλα τα βράδια σου με μια κούπα φασκόμηλο και μια φέτα ψωμί
ήμουν μεγάλος, άντρας πια, κι έκλαψα σαν μικρό παιδί
σαν έμαθα πως είχες κάποτε ζητιανέψει
για μας μάνα
μάνα
ο άνεμος σάρωνε το στρατόπεδο
πεθαίναμε απ’ την πείνα και την παγωνιά
μα εγώ έβρισκα λίγο απάγκιο γιατί μου ‘στελνες την έγνοια σου.

Τώρα έφυγες , μάνα, δίχως να σε δω.
Πέθανες την ώρα που έτρωγα με τα μάτια τον ορίζοντα
πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
να βρω κατά πού πέφτει το σπίτι μας
να βρω μια μικρή σπίθα απ’ το μεγάλο τζάκι της στοργής σου.

Μα απόψε, συγχώρα με, σε νοιώθω, μάνα, και σένα πολύ μακριά.
Απόψε νοιώθω σαν να μην είμαι πια δικό σου παιδί.
Είναι τα εκατομμύρια αδέρφια μου κι ο αγώνας μας που σαν μια γόνιμη φαρδιά κοιλιά με γέννησε σ’ αυτό το σταυροδρόμι που φυσάει.

Και το τραγούδι μου γεννήθηκε μες στα αίματα όπως γεννιέται μια σημαία


Νύχτα.
Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες.
Ερημιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
κλαίνε ολομόναχοι
ζητιανεύουν
κοιμούνται κάτω απ’ τις εκκλησιές
πόσοι αγκαλιάζονται παράφορα μες στο σκοτάδι.
Πόσοι άνθρωποι απόψε θάβουν στα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Πόσοι απόψε ξεκινάν περήφανοι
πόσοι γυρίζουν νικημένοι
πόσοι χωρίζονται για πάντα χωρίς να ξαναϊδωθούν ποτέ
πόσοι αγρυπνάνε πλάι σε νεκρούς
ενώ απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο ακούγεται να βουίζει ο κόσμος
πόσοι φωνάζουν απελπισμένα ,
πόσοι σωπαίνουν πιο απελπισμένα
οι φάροι αναβοσβήνουνε
μακριά κυλάνε ουρλιάζοντας τα τραίνα
μες στη νύχτα κυλάει ο χρόνος
οι πολιτείες κοιμούνται τυλιγμένες στην καταχνιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε σέρνονται στο σκοτάδι
μεταφέρουν πυρομαχικά ανατινάζουν τις γέφυρες
βάζουν μεγάλες φωτιές
προδίνουν
πόσοι άνθρωποι απόψε αυτήν την ώρα
πεθαίνουν μες στη νύχτα σιωπηλά
ζωή ζωή
σ’ ακούμε να σε ποδοπατάνε μες στη νύχτα
σ’ ακούμε μέσα στο σκοτάδι να φωνάζεις βοήθεια
α, ζωή, στη μια γωνιά σε ντουφεκίζουν
και στην άλλη σηκώνεσαι ξανά και τραγουδάς
μ’ ακόμα πιο δυνατή τη φωνή σου…

τραγουδάω και ξανατραγουδάω εσάς αδέρφια
εσάς που ανατινάζατε τα γερμανικά τάνκς με μια μπουκάλα μόνο γεμάτη απ’ το θυμό σας.
Τραγουδάω εσάς που περπατήσατε τα 8.000 μίλια της υποχώρησης
αφήνοντας πάνω στο χιόνι της Κίνας τους νεκρούς σας
σαν μεγάλα σημάδια για να σας δείχνουνε το δρόμο
απ’ όπου θα ‘πρεπε να ξαναγυρίσετε.
Τραγουδάω εσάς που ξαναγυρίσατε.
Τραγουδάω εσάς που πολεμάγατε από πάτωμα σε πάτωμα
και χάνατε στο ισόγειο τόνα χέρι σας,
μ’ από τα κεραμίδια πυροβολούσατε με τα’ άλλο σώζοντας το Σταλιγκραντ και την ανθρώπινη ελπίδα.
Τραγουδάω εσάς μικρά μου αγόρια, που με τα παιδικά σας σπίρτα
ανάψατε αυτή την πυρκαγιά που ζέστανε τον κόσμο.
Τραγουδάω εσάς που βασανιστήκατε
εσάς που σας ζητούσαν να πείτε ένα όνομα
κι εσείς απαντούσατε πάντοτε Λευτεριά.

Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες
και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι
και δείχνατε στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια
κι είχατε μείνει καταμόναχοι πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προχωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε.
Τραγουδάω εσάς..

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
Τραγουδάω τους άσπρους , τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο
με το λαρύγγι μου πεταγμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε , αδέρφια, δεν είμαι πια ποιητής.
Απόψε δε θέλω να μια ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα.
Και προχωράμε .

...

Αγαπημένη
Μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου που κάποτε σε κράτησαν
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν’ αρνηθώ το ξεροκόμματο που μοιράσαμε είκοσι άνθρωποι
πώς ν’ αρνηθώ τη μητέρα μου που καρτεράει μια κούπα φασκόμηλο
πώς ν’ αρνηθώ το παιδί μας που του τάξαμε ένα χωνάκι ουρανό
πως ν’ αρνηθώ το Νικόλα –
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν..

Αν γυρίσω δε θα χουμε λάμπα, δε θα χουμε
που ν’ ακουμπήσουμε τα’ όνειρό μας
Θα καθόμαστε αμίλητοι .
Κι όταν θα θέλω να κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα

Να μ’ αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθήσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δεν σ΄ αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια – θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Έν’ άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
Και να κλάψω.

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακί ξεχασμένο από χρόνια.
Ψάχναμε να βρούμε τις κάλτσες που φορούσες σύντροφε
τα χέρια σου, την σταματημένη ζωή σου.
Η πίκρα έριχνε στα μάτια μας
μια χούφτα καρφιά.
Ύστερα πλύναμε τα μαγειρεία
ανάψαμε τη φωτιά και μοιράσαμε ένα τσιγάρο στα δύο
κάτω απ τα κουρελιασμένα σύννεφα.

Εδώ που η ζωή μας ήταν ένα τσόφλι αβγού
κάτω απ τα πόδια τους με το θάνατο πιο κοντά
κι από ένα μπάλωμα στον τρύπιο αγκώνά σου
με τα’ όνομα του νεκρού συντρόφου
σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου
πώς να τραγουδήσεις ;

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Φ. Ντοστογιέφσκι: Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου




Είμαι γελοίος άνθρωπος. Τώρα με λένε τρελό. Αυτός θα ήταν ανώτερος τίτλος, αν δεν έπαυα να είμαι γελοίος για τους ανθρώπους. Μα τώρα πια δεν θυμώνω, γιατί όλοι είναι αρκετά «ευγενικοί μαζί μου, και όταν με κοροϊδεύουν, είναι, θάλεγες, ακόμα πιο ευγενικοί. Ευχαρίστως θα γελούσα μαζί τους, όχι τόσο με τον εαυτό μου, όσο για να τους είμαι ευχάριστος, αν δεν ένοιωθα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Θλίβομαι που βλέπω πως δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αυτή την αλήθεια που εγώ την γνωρίζω. Τι σκληρό που είναι να την γνωρίζεις μόνο εσύ! Μα δεν θα καταλάβουν. Όχι, δεν θα καταλάβουν.


Άλλοτε, υπόφερα πολύ που φαινόμουν γελοίος. Δεν φαινόμουν, ήμουν. Πάντα μου ήμουν γελοίος και ξέρω πως σίγουρα θα είμαι από γεννησιμιού μου. Θα ήμουν και δε θα ήμουν επτά χρονών όταν έμαθα πως ήμουν γελοίος. Ύστερα σπούδασα στο Πανεπιστήμιο — κι όσο σπούδαζα, τόσο μάθαινα πως ήμουν γελοίος. Κι έτσι, φαίνεται πως όλη η πανεπιστημιακή μου επιστήμη, υπήρχε μόνο και μόνο για να μου αποδείξει και να μου εξηγήσει, όσο την εμβάθυνα, πως ήμουν γελοίος. Και με τη ζωή μου έγινε το ίδιο όπως και στην επιστήμη μου. Χρόνο με το χρόνο, αποκτούσα όλο και περισσότερο τη βεβαιότητα πως απ' όλες τις απόψεις φαινόμουν γελοίος. Παντού και πάντα, όλοι με κορόιδευαν μα κανένας δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί πως αν υπήρχε ένας άνθρωπος στον κόσμο που ήξερε καλύτερα απ' όλους πως ήμουν γελοίος, αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Έτσι, ένιωθα κάτι σαν πείσμα

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα(απόσπασμα) -Γιάννης Ρίτσος



Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα

[...]

ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Ο ουρανός στέκει ψηλά και δεν τον φτάνεις. Κάλλιο, λοιπόν, να ξεχάσεις πω έχει ουρανό.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Κι αν τον ξεχάσεις, αυτό δε σε ξεχνάει. Απλώνει τα γαλάζια χέρια του και σ' αγκαλιάζει. Κι όταν κλείνεις τα βλέφαρα, βάζει τα δυό του δάχτυλα αλαφρά και σου τ' ανοίγει. Κι άμα νυχτώνει πάλι, βγαίνουν τ' άστρα και σου πετροβολάν τον ύπνο σου με χρυσά λουλούδια. Και τότες από μέσα σου ξυπνάν χιλιάδες άστρα, που παίζουν και φωτάνε και στριφογυρνάνε και δεν μπορείς να κοιμηθείς και να πεθάνεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Κι έτσι πεθαίνεις κάθε μέρα.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Και κάθε μέρα ζεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Για να πεθαίνεις.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Για να ζεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Το ίδιο είναι. Κείνο που πιο πολύ κοιτάς, κείνο και βλέπεις.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Κείνο που υπάρχει βλέπεις. Κείνο που δεν υπάρχει, δε μπορείς να τόιδεις. Υπάρχει ζωή και τήνε βλέπω. Την ακούω.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Υπάρχει θάνατος που δεν τον βλέπεις. Μα κείνος σε βλέπει. Αμα μπορέσεις να το διείς και 'σύ τότες σου δίνει το χέρι και σου χαμογελάει. Δεν έχεις πια φόβο μήτε ελπίδα. Τότες κοιτάζει ούλη τη ζωή και χαμογελάς.

[...]

ΑΝΝΙΚΑ: Κι όμως, για κοίταξε τον ουρανό... Πρώτη φορά σα ναν τον βλέπω. Γαλάζιος, φωτεινός, απέραντος. Το 'πα στον κυρ Αλέκο και τότες αυτός μου λέει πω δεν είναι μονάχα ο ουρανός όμορφος μα ολάκερος ο κόσμος. Κείνη τη στιγμή περνούσε ένας γλάρος. Και μου τον έδειξε. Κοίτα, μου λέει, ετούτο το πουλί δεν είναι όμορφο; Κοίταξα, το λοιπός, κι πού 'δειχνε το δάχτυλό του κι είδα το γλάρο. Αλήθεια, τι όμορφος που ήτανε. Δεν τον είχα προσέξει ώς τα τώρα, νόμιζα πως για πρώτη βολά τον έβλεπα, σα ναν τόνε ζουγράφιζε ο κυρ Αλέκος με το δάχτυλό του πάνου στον ουρανό κι από κάτου η θάλασσα ξανάδινε τη ζωγραφιά του γλάρου σα να 'τανε λέει δύο άσπρες παλάμες που θέλουνε να σφίξει η μια την άλλη και να χαιρετηθούν. Κι ο γλάρος κάθησε πάνου στο νερό κι οι δυο παλάμες έσμιξαν. Τότες μού 'σφιξε κι ο Αλέκος το χέρι και μου 'πε πάλι: Πρέπει να σηκώσουμε το κεφάλι μας ψηλά για να νιώσουμε τι γίνεται και βαθιά μας. Γιατί 'ναι, λέει, χίλιες ομορφιές μέσα μας κι όξω, που κάθε στιγμή περνάνε μπρος από τα μάτια μας και μεις μήτε τα γλέπουμε, μήτε καθόλου τα νογάμε. Ω, αλήθεια λέει.

[...]

ΒΑΡΒΑΡΑ: Καλό ταξίδι… Καλό τα - (Με το χέρι της, που τό 'χε υψωμένο γι' αποχαιρετισμό, κρύβει το πρόσωπό της. Μένει για λίγο έτσι. Ακούγεται βαθιά ένας λυγμός που μοιάζει και με γέλιο. Υστερα ξεσκεπάζει το πρόσωπό της και πέφτει κοντά στο πεζούλι). Πάει , έφυγε κι αυτός. Τι μένει τώρα; Εφυγε. Καλό ταξίδι... (Τινάζεται απάνου και γυρίζει στη θάλασσα. Αρχίζει να φυσάει αγέρας που λίγο λίγο δυναμώνει). Ε, κυρά θάλασσα... Τον πήρες κι αυτόν. Χάρισμά σου. Πάρε λοιπόν και τα κοράλλια σου. Θαλασσινά λουλούδια δε φυτρώνουν στη στεριά. Μα μήτε στεριανά λουύδια φυτρώνουνε στη θάλασσα. Νομίζει πως με νίκησες λοιπόν. Ε, όχι. Οσο μου παίρνεις, τόσο και πιο πολύ θα δυναμώνω. Τι νομίζεις, πως μόνο εσύ είσαι δυνατή; Κοίτα τα μάτια μου. Δεν κλαίω εγώ. Δεν τρέχουνε τα δάκρυά μου. Ποτέ σου δε θα με ιδείς δακρυσμένη. Και τώρα, φυσείχτε, αγέρηδες. Καβαλήστε τα κύματα. Τινάχτε τα καράβια. Ας τρέξουνε τα σύννεφα κι ας μπουμπουνίσει απ' άκρη σ' άκρη. Εγώ εδώ πέρα θά 'με ν' αποκριθώ στον κεραυνό και να τον ανταμώσω. Ε, κυρά θάλασσα, κάθε αγεράκι που φυσάει, σε πάει πέρα δώθε και σε φέρνει. Η σοροκάδα σε τραντάζει. Μα εμένα μήτε συ με σάλεψες, μήτε κανένας. Κοίταξε, στέκω δίπλα στο άγαλμα, σαν άγαλμα και γω... Φυσείχτε, αγέρηδες. Τώρα είμαι λέφτερη. Δεν έχω τίποτα να χάσω ή να κερδίσω... Τίποτα δε φοβάμαι...

[...]



Γιάννης Ρίτσος, Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα, Εκδόσεις Θέατρο-Κώστας Νίτσος, 1990

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Στίς γυναίκες -Μπρεχτ, Οπενχάιμ, Μ.Φ.Ματάτση, Β.Χάρα



ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Βούρτσισε το σακάκι
Βούρτισ’ το δυο φορές!
Όταν το βούρτσισμα τελειώσεις
Μένει μια πατσαβούρα καθαρή.
Μαγείρευε όλο φροντίδα
Μη λυπηθείς κανένα κόπο!
Σαν κι η δεκάρα λείπει
Σκέτο νεράκι είναι η σούπα.
Δούλευε, δούλευε ακόμα πιο πολύ!
Κάνε οικονομία, μοίραζέ τα πιο καλά!
Λογάριαζε, λογάριαζε μ’ ακρίβεια!
Σαν κι η δεκάρα λείπει
Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις.
Ό,τι πάντα κι αν κάνεις
Ποτέ αρκετό δε θα ’ναι.
Η κατάστασή σου είναι άσκημη
Κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.
Δεν πάει έτσι άλλο πια
Αλλά η διέξοδος ποια είναι;
………………………………………
Σαν η δεκάρα λείπει, καμιά δουλειά δεν είναι αρκετή.
Το ζήτημα για το κρέας, που σας λείπει στην κουζίνα
Δεν πρόκειται μες στην κουζίνα να κριθεί.
Ό,τι κι αν κάνετε
Ποτέ αρκετό δε θα ’ναι.
Η κατάστασή σας είναι άσκημη
Κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.
Δεν πάει έτσι άλλο πια

Μπέρτολτ Μπρεχτ


ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ

Αχ, κορίτσια,
κορίτσια µε τα λάβαρα
και τα πανύψηλα όνειρα,
ορθώσατε τις τύχες σας
σε ουράνιο ανάστηµα!
Αχ, κορίτσια,
κορίτσια της στέρησης και του µόχθου,
γυρνάτε από τη δουλειά
µε δυο χούφτες άγχος
κάτω από τ’ αριστερό στήθος,
µε ξέχειλo το παράπονο
και τη δύναµη της έµπνευσης
να πάλλεται
στο ρυθµό της επανάστασης.
Αχ, κορίτσια,
µε το τραγούδι στο στόµα,
πάτε κι ερχεστε,
θερµαίνοντας την ελπίδα
στη χόβολη του αγώνα σας
σα μια φέτα ζεστό ψωµί στη θράκα.
Αχ, κορίτσια,
µε τα κόκκινα µάγουλα της σεµνότητας,
το καθάριο βλέµµα της ειλικρίνειας,
τ’ απαλό ερωτικό σας χάδι,
ντυθήκατε την οµορφιά,
ντύσατε και τον κόσµο µε γλυκιά θαλπωρή.
Αχ, κορίτσια,
τραβήξατε µπροστά,
σα φρεγάτες στα πέλαγα…
καταλαγιάζουν κάποτε οι φουρτούνες,
κορίτσια,
κι οι καταιγίδες στραγγίζoυv στο ποτήρι της θερινής γαλήνης.
Κορίτσια µε τα λάβαρα και τα πανύψηλα όνειρα,
κουρελιάσατε τα πέπλα του πεπρωµένου
µε τις αιχμές του δίκιου σας,
περπατώντας ισότιμη πορεία
στoυ μέλλοντος την απλωσιά
σωστές αλκυονίδες,
κορίτσια…


Μαργαρίτα Φρονιμάδη - Ματάτση



ΥΦΑΝΤΡΕΣ


Εσένα,
Θα σε ονόμαζα Άννα,
Θα σε ονόμαζα Γιάννα,
Θα σε ονόμαζα ομορφούλα
Κλώστρια μελαχρινούλα,
Μικρή πεταλούδα
Υφάντρα.
Εσύ που ήσουν
Σκλάβα του εργοστασίου
Σκλάβα της μηχανής
Σκλάβα του ωραρίου
Σκλάβα του μισθού,
Υφάντρα μελαχρινούλα
Μικρή πεταλούδα
Εργάτρια του υφαντουργείου.
Γύρνα, γύρνα, γύρνα,
Γύρνα, κορίτσι μου,
Γύρνα το κουβάρι
Της μοίρας σου
Γύρνα, γύρνα, γύρνα,
Γύρνα, κορίτσι μου,
Ύφανε την κλωστή
Της μοίρας σου.
Η ζωή σου βρίσκεται στο εργαστήρι,
Εκεί θα μπορέσουν να υφανθούν
Με τα χέρια σου και με τα χέρια των άλλων
Υφάσματα που θα ντύσουν την ελευθερία.

Βίκτωρ Χάρα



Στις αγωνιζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός στην ομορφιά της μέρας
χιλιάδες σκοτεινές κουζίνες, χιλιάδες μαύρες φάμπρικες
γεμίζουν ξάφνου με του ήλιου τη λαμπράδα
γιατί ο κόσμος μας ακούει να τραγουδάμε
«Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»


Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός είναι και για τους άνδρες ο αγώνας μας
Γιατί είναι των γυναικών παιδιά και τους γεννάμε πάλι,
Φτάνει πια ο παιδεμός σ’ όλη μας τη ζωή,
Πεινάνε οι ψυχές και όχι το σώμα μόνο “Δώστε μας Ψωμί και Δώστε μας Τριαντάφυλλα”

Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός αμέτρητες γυναίκες πεθαμένες
Σμίγουν το θρήνο τους και λένε το παλιό τραγούδι του ψωμιού
Οι σκλαβωμένες ψυχές τους γνώρισαν λίγη μόνον ομορφιά, τέχνη κι αγάπη-
Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα

Ναι, για το Ψωμί παλεύουμε και για τα Τριαντάφυλλα.
Καθώς τραβάμε εμπρός, εμπρός φέρνουμε τις μεγάλες μέρες
το ξεσήκωμα των γυναικών είναι ξεσήκωμα όλης της ανθρωπότητας
όχι πια σκλάβοι και τεμπέληδες, δέκα που μοχθούν για έναν που ξαπλώνει
αλλά ένα δίκαιο μοίρασμα στ’ αγαθά της ζωής,
«Ψωμί και Τριαντάφυλλα, Ψωμί και Τριαντάφυλλα»

Τζέιμς Οπενχάιμ

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Κατερίνα Καραγιάννη! Τι ζήτησα, Πρόκληση


τι ζήτησα;

τι ζήτησα;
την αγκαλιά σου ζήτησα

αυτή την ξεπεσμένη αθωότητα
στο σουλάτσο του δρόμου
σε μια γωνιά
πίσω απ' τον κάδο των σκουπιδιών
εκεί κάπου στη ζούλα
στη πλατεία Αριστοτέλους
ανάμεσα από χνώτα και ιδρωμένες μασχάλες
μέρα μεσημέρι
και ο πλανόδιος πωλητής με τα μαύρα γυαλιά, να κόβει
κίνηση

τι ζήτησα;
να ανακατευτούμε
μες στην απλωμένη γλώσσα των αισθήσεων
μπροστά απ' τα γδαρμένα σκηνικά
της αφόρητης αναμονής
στου ενός λεπτού την ακριβή ώρα

αδειανά χέρια
τρύπια η καρδιά
κι φωνή ξεκούρδιστη
άγρια αποτυπώματα
πατάνε στο στήθος
γέρνω στα σπλάχνα μου μέσα
και τρώω
μικρά χαρτάκια από στιχάκια
ένδοξων λυγμών

Κατερίνα Καραγιάννη
από τη συλλογή Ζουμ, 2012


πρόκληση


κάθεται απέναντι του
προκλητικά σταυρωμένα
έχει τα χυτά της πόδια,
το ψηλά της παπούτσια
ανοίγουν κομψά το κουντεπιέ
και η φούστα όσο να φανεί
το λεπτό της γόνατο
κολλάει το τσιγάρο στο κραγιόν
και αναστατώνει τα μαλλιά της
κι αυτό το κάθισμά της!
όπως το φίδι πριν επιτεθεί
ρημάζει την αρσενική ματιά του
κι αυτή το γλεντάει
κούκλα ζωντανή, πανάθεμά την
κολασμένη, πύρινη
καρφί στα μάτια τον κοιτάει
και σταματάει ο κόσμος να κινείται
γεννημένη να αφήνει έναν πεινασμένο πόθο
κάθεται απέναντι του
τον τυλίγει και τον ξετυλίγει αφόρητα
πνιγμός του 'ρχεται
χτυπήματα ακαριαία
θα τον φέρουν υπνωτισμένο κοντά της
για εκείνη τη νύχτα



Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ντύλαν Τόμας - Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα






Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε,
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε,
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
Καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγρια δάκρυα σου,
προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ’ αυτή την όμορφη νύχτα,
Οργήσου, οργήσου για το θάνατο της μέρας.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Τίτος Πατρίκιος :Τελική νίκη -Ησυχασμένες απαντήσεις -Απονομή δικαιοσύνης




Ησυχασμένες απαντήσεις 


Οι έτοιμες, ησυχασμένες απαντήσεις
δε γίνεται πια να με χορτάσουν
όπως δεν επαρκούνε σε μια πόρνη
οι ταχτικοί, αξιοπρεπέστατοι πελάτες της.


Τελική νίκη 

Έφερε βιαστικά το χέρι του στο πρόσωπο
μα μόλις τα δάχτυλά του άγγιξαν τη φτυσιά
σταμάτησε. Δε θέλησε να τη σκουπίσει.
Την έσπρωξε πιο βαθιά, ώσπου να φάει τις σάρκες, τη γλώσσα.

Από την τρύπα που άνοιξε, ανάσανε
μ’ έναν καινούργιο τρόπο.
Κι υψώνοντας λιγάκι το κορμί του συνέχισε το δρόμο του.

Απονομή δικαιοσύνης 

Όταν οι άνθρωποι δεν αμφιβάλλουν για το δίκιο τους
πόσο μπορούνε ν’ αδικούνε…
Όπως τυφλοί
τυφλούς.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Μ. Λουντέμης: «Άουσβιτς»





Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //

Στις 27 Γενάρη 1945 οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού (60ή Στρατιά του 1ου Ουκρανικού Μετώπου) απελευθερώνουν τους 7.000 περίπου εναπομείναντες κρατούμενους του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Με αφορμή αυτή την επέτειο δημοσιεύουμε το ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη «Άουσβιτς», όχι όμως στη μορφή που το ξέρουμε σήμερα, όπως δημοσιεύτηκε στα ποιητικά του. Αλλά όπως πρωτογράφτηκε τον Αύγουστο του 1947 και δημοσιεύτηκε στις 8 Σεπτέμβρη 1947 στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Είναι περίοδος που ξαναγεμίζουν οι τόποι εξορίας στα ελληνικά ξερονήσια και η σύνδεση στο ποίημα είναι προφανής. Στα ποιητικά του που κυκλοφόρησαν από το «Δωρικό» και αργότερα από τα «Ελληνικά Γράμματα» το ποίημα διαφοροποιείται πάρα πολύ, προσπαθώντας να το κάνει επίκαιρο με βάση τα δεδομένα της εποχής, στηλιτεύει την αμερικανοκρατία (παραθέτουμε κι αυτή την εκδοχή).



Άουσβιτς
Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα είναι ένα τεφρό χωνευτήρι.
Κι ένα δάπεδο που γκρεμίστηκε παρασέρνοντας στον Άδη τις ζωές του.

Τώρα εκεί λιώνει πεσμένη η ζωή ανάμεσα σε φρύγανα, στάχτη και σποδό

Τώρα «Άουσβιτς» λένε κάτι στήθια και κάτι έρημες μητρικές αγκαλιές…

Κάτι αραχνιασμένα δώματα και κάτι μάτια που βράδιασαν νωρίς…
Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα είναι μια νεκρόπολη που πήρε τη λαλιά της κι έφυγε.

Έφυγε αφήνοντας πίσω της έναν χειμωνιάτικο οδυρμό.
Το βράδυ κατεβαίνει ο Αίολος και παίζει στα κρανία τον αυλό του.
Κατεβαίνουν τ΄ άστρα και φωσφορίζουν μέσα στους άδειους φεγγίτες των ματιών.
Κατεβαίνουν οι νυχτερίδες και κωπηλατούνε έντρομες στα σκότη.

«Άουσβιτς» το λέγανε. Τρία χρόνια το λέγανε έτσι. Τώρα είναι χωράφι.
Ενα απέραντο βοσκοτόπι για τους γύπες που κρώζουνε νυχτοήμερα νηστικοί.
Άχρηστο υλικό, σκεύη ανάκατα από συντρίμμια λευκάζουνε στη χλόη

Κόμες ξέπλεκες κυνηγιούνται έξαλλες στους θάμνους
Κόμες που γέρασαν κλαίοντας πάνου απ’ τα λείψανά τους.
Βρέθηκαν ακόμη εκεί κοκάλινα χεράκια παιδικά – ολάνυχτες πεντάφυλλες μαργαρίτες.

Και παπουτσάκια… πλήθος παπουτσάκια από απίθανα μικρά πόδια που ψάχνουν να βρουν το ταίρι τους.

Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Οι άνθρωποι ανατρίχιασαν και ξέχασαν.
Μα φέτος η Άνοιξη ήρθε κι απόθεσε εκεί τους σπόρους της

Μυριάδες παπαρούνες κι αγριολούλουδα πλουμιστά στόλισαν την έκταση

(γάργαρα γελάκια και σκιρτήματα παιδικά ακομπούνε στις ρίζες τους…)

Είναι γι’ αυτό που η Άνοιξη είναι φέτος συλλογισμένη

Είναι γι’ αυτό που οι πεταλούδες βάψανε μαύρα τα βελούδα τους.
Γιατί εκεί κάτου πλάι-πλάι στις ρίζες κοιμάται σαν απέραντο παράπονο
το βλέμμα του μικρού παιδιού…

«Άουσβιτς». Έτσι το λέγανε κάποτε. Τίποτε άλλο. Τώρα έφυγε.
Πήρε μια νύχτα τους σκελετούς του και κατέβηκε στη Μεσόγειο

Εδώ, στο ακρωτήρι μας, που κλαίνε τα χώματά του ατάιστα απ’ ανθρώπους
Έφυγε μια νύχτα μπρος απ΄ τα αδιάφορα μάτια των φυλάκων
που έπαιζαν κρίκετ κι έφτυναν σαξονικές βρισιές.
Έφτυναν και εκπαιδεύουνταν στην υψηλή Τέχνη του Κράμερ και της Ιλζέ Βέσνε

Και προχτές πήραν το δίπλωμά τους και κατέβηκαν με τ’ αεροπλάνα τους εδώ,

και ξωπίσω τους ένα κοπάδι από κοράκια που εκπατρίστηκαν

(γιατί είχε καιρό να βρέξει αίμα στο Άουσβιτς…).

Έτσι το ΄λεγαν κάποτε. Τώρα η Λορελάι φυτεύει στο χώμα του πατάτες,
γιατί Άουσβιτς δεν υπάρχει πια. Δεν υπάρχει εκεί.

Το Άουσβιτς το σήκωσαν σα σκήνωμα μια νύχτα χλιαρή
και το κατέβασαν στην Ελλάδα

Άουσβιτς! Φτωχή, πεσμένη Μεγαλειότητα… Τώρα κλάψε

Τώρα τη δόξα σου τη σκέπασαν οι ψηλές φωτιές που ανεβαίνουν απ’ την Ελλάδα!

Γιούρα, Μακρόνησο, Ψυττάλεια, Ικαρία – ω δόξα!

Κι ο Ράιχ, ουαί! – νενικήκαμεν σε!

Αθήνα – Αύγουστος 47

***

Το ποίημα όπως δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Το σπαθί και το φιλί» (εκδόσεις «Δωρικός» 1977)

«Άουσβιτς»

Έτσι το ΄λεγαν κάποτε. Κι ήταν
μια φάμπρικα παραγωγής στάχτης
με πρώτη ύλη τον άνθρωπο.
Σήμερα είναι ένα πελώριο χωνευτήρι.
Ένα δάπεδο που βούλιαξε στη γη
παρασέρνοντας στον Άδη τους σταυρούς του.

Τώρα εκεί λιώνει η ζωή
μεταστοιχειωμένη σε χλόη!
Και δεν απόμεινε απ΄ όλα τίποτα
παρά μια περιπλανώμενη ανάμνηση
που κούρνιασε μες στ΄ άδεια στήθια
και στ΄ αραχνιασμένα κρανία των νεκρών.

Έτσι το λέγανε κάποτε. Άουσβιτς!
Τώρα είναι μια απέραντη νεκρόπολη
που πήρε τη μιλιά της κι έφυγε. Έφυγε…
Αφήνοντας πίσω της έναν χειμωνιάτικο οδυρμό.
Κι όταν πέφτει το βράδυ
ο Πάνας παίζει τον αυλό του
στα διάτρητα κόκαλα.
Και τ΄ άστρα φωσφορίζουν λυπητερά
στους φεγγίτες των άδειων ματιών.
Μόνο οι νυχτερίδες ξυπνούν νωρίς
και κωπηλατούνε τρομαγμένες μες στα σκότη.

Έτσι το λέγανε κάποτε.
Τρία χρόνια το λέγανε έτσι.
Τώρα δεν είναι πια
παρά ένα εφιαλτικό χωράφι
όπου γύπες κρώζουνε νηστικοί.
Και κόμες ξέπλεκες τρέχουνε στους θάμνους
κλαίοντας τον εαυτό τους.
Όπου χεράκια παιδικά
λευκάζουνε σα μαργαρίτες. Και παπουτσάκια,
-απίθανα μικρά παπουτσάκια-
ψάχνουνε να βρούνε τα ποδάρια τους.

Έτσι το ΄λέγαν κάποτε.
Μα οι άνθρωποι βάλθηκαν να το ξεχάσουν.
Και κάλεσαν την Άνοιξη να ΄ρθεί,
ν΄ αποθέσει εκεί τους σπόρους της
και να καλέσει τα πουλιά της
και να σπείρει τις πεταλούδες της
και τα γάργαρα γελάκια των παιδιών.
Όμως… Η Άνοιξη…
Κατέβηκεν εφέτος λυπημένη
κι οι πεταλούδες βάψαμε μαύρα τα φτερά τους.
Γιατί εκεί… πλάι-πλάι με τις ρίζες
κείται –σαν απέραντο παράπονο-
το βλέμμα του μικρού παιδιού.

Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα έφυγε.
Πήρε μια νύχτα τους σκελετούς του
κι έφυγε μπρος απ΄ τα μάτια των σκοπών
που ΄παιζαν κρίκετ κι έφτυναν εγγλέζικες βρισιές.
Και μαζί τους…
Έφυγε κι ένα σμήνος από κοράκια
που οδύρουνταν χρόνια νηστικά.
Γιατί είχε καιρό να βρέξει αίμα στο Άουσβιτς.
Έτσι το ΄λεγαν κάποτε.
Τώρα η Λορελάι,
φυτεύει στο χώμα του πατάτες,
γιατί Άουσβιτς δεν υπάρχει πια.

Γιατί το Άουσβιτς το σήκωσαν μια νύχτα χλιαρή
το φορτώσαν σε βαριά αεροπλάνα
και το μοίρασαν σ΄ Ασία κι Αφρική
(και σε λιγάκι Αλαμπάμα). Εκεί…
Που καίνε πάλι οι υπαίθριες ψησταριές
(Ζώα ανάκατα με σπίτια και γυναίκες).
Ανακατωμένος –όλα- ο ερχόμενος,
χωρίς τη λεπτή επιστήμη των «Φον».
Γιατί τώρα διευθύνουν οι «Μακ»,
κάτι χοντρομπαλάδες απ΄ το Νότο,
που καίνε και σφάζουνε με ουρλιαχτά.
Ανίκανοι να σου ψήσουν έναν καθηγητή
με λίγην υπόκρουση Μπετόβεν.

Εκεί όλα γίνονται τώρα άχαρα
σκότωμα μόνο για το σκότωμα
(η Τέχνη για την Τέχνη…)
Την ανεβάσανε, φτωχό μου Άουσβιτς,
την ανεβάσανε τη γκάμα του φονικού.
Ποσότητα… ποσότητα… ποσότητα…
Ναι, φτωχό μου Άουσβιτς.
Και να γιατί νικηθήκαμε.