Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Καντάτα

                         


Καντάτα


ΣΚΗΝΙΚΟ:
Συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης. Αρχίζει να βραδιάζει

ΠΡΟΣΩΠΑ:


Ποιητής: σκυμμένος στο τραπέζι μιας καμάρας γράφει. Φαίνεται όμως πως η έμπνευση είναι δύστροπη απόψε. Πετάει το στυλό και βγαίνει στο μπαλκόνι ν’ ανασάνει λίγο.

Ο άνθρωπος με το κασκέτο: ψηλός, βλογιοκομένος άντρας .

Περνάει συχνά απ’ αυτό το δρόμο, πάντα κατά το ηλιοβασίλεμα - και κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται, ούτε πού πάει. Μόνο τα παιδιά που παίζουν, μόλις τον δουν σταματάνε το παιχνίδι και τον τριγυρίζουν. Εκείνος χαμογελάει. Κάθεται ύστερα σ’ ένα σκαλοπάτι κι αρχίζει κάθε φορά κι απόνα ωραίο παραμύθι. Και τα μάτια των παιδιών, μεγάλα κι ερωτηματικά μέσα στο βράδι, τον κοιτάζουν. Σήμερα θα τους πει μια ιστορία παλιά όσο κι ο κόσμος. Α, ναι – συχνά του αρέσει να μιλάει σε ύφος βιβλικό.


Διάφοροι περαστικοί: αυτός που σφύριζε την Παλόμα, ο άλλος που νόμιζε πως ήτανε σοφός, ένας με μάτια πυρετικά αυτός που βγήκε απ’ το καπηλιό. Ο πιο τρομερός απ’ όλους, ο γέρος με την κρεατοελιά, ένας αγνωστικιστής, αυτός με την κουρασμένη μνήμη, κάποιος που μας έμοιαζε πολύ- άπειροι τύποι σαν την άμμο της θάλασσας και σαν τ’ άστρα τ’ ουρανού. Και σαν τα σκιρτήματα της ψυχής άπειροι.

Χορός: Γυναίκες, δεξιά, μαζεμένες σε μια ξώπορτα κουβεντιάζουν τα δικά τους.

Αριστερά, άντρες, πλάϊ στη σκαλωσιά μιας οικοδομής, λένε ένα τραχύ, δυνατό τραγούδι. Αλήθεια, πού τόμαθαν;





---



ποιητής  Ω αρετή της συγγνώμης, αρετή της υπομονής, αρετή της αυταπάρνησης,  μα πάνω απ’ όλα, υπέρτατη αρετή, σαν τους απλούς ανθρώπους,
 να δέχεσαι υπάκουα , κατανυχτικά, το πέρασμα του χρόνου,
 κατανοώντας αόριστα το βαθύ μυστήριο της αιώνιας κίνησης κι αλλαγής
 και σχεδόν συγκατανεύοντας – σα να σαι λίγο κι εσύ ο δημιουργός του.

Κι α, ποιά άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία
υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,
 απ’ το τραγούδι.

( Κοιτάζει στο βάθος την πολιτεία. )

Το βράδι έπεσε αθόρυβα κι ανέκκλητα
 σαν τη σκιά του αιώνιου χωρισμού πάνω από έναν μεγάλον έρωτα.
 Ανάβουν τα φώτα, οι απίθανες ρεκλάμες στους κινηματογράφους,
οι βιτρίνες με τους απαγορευμένους παραδείσους ,
 μεταξωτά, μισόγυμνα φορέματα με πόδια και κεφάλι
 παριστάνοντας απεγνωσμένα τις γυναίκες, λαχεία, νοσταλγίες,
 τα μπαρ με τα ξένα ονόματα, κι οι τράπεζες που κλείνουν,
 τα σκοτεινά χρηματοκιβώτια σα μεγάλα υδρωπικά φέρετρα
κι οι υπάλληλοι που πηγαινόρχονται πάνω στις άσπρες
και μαύρες πλάκες, σαν τα θλιβερά πιόνια
 σ’ ένα πελώριο φανταστικό σκάκι – αόρατα χέρια
 παίζουν ένα παιχνίδι τρομερό.

« Είναι αργά, αύριο », λέει ο θυρωρός της πολυκατοικίας,
 η γυναίκα κρατάει αγκαλιασμένο ένα παλιό, ξεθωριασμένο εικόνισμα μιας αγίας,
«μα είναι θαυματουργό », κλαίει εκείνη, σ’ έναν κόσμο
που κανείς δεν πιστεύει
κι ο θυρωρός κλείνει τη βαρειά τζαμωτή πόρτα
 κατάμουτρα στις δυο άγιες θλιμμένες γυναίκες. Και πέφτει το βράδυ.

Τυχαίες συναντήσεις, χειρονομίες ανεπαίσθητες, βλέμματα αφηρημένα
 δίχως πρόθεση – μικρές, αόριστες λεπτομέρειες ορθώνοντας σιγά-σιγά
 ένα βαρύ πεπρωμένο. « Αύριο », λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.



Ασήμαντες λέξεις ειπωμένες αδιάφορα
που σε συντρίβουν για πάντα.


Ο άνθρωπος με το κασκέτο

1. Και τις ημέρες εκείνες οι άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες πήραν το έγγραφο της διαταγής.
2. Και πήγαν να τον συλλάβουν.
3. Ήταν δε αυτός άνθρωπος φτωχός, επιγραφοποιός το επάγγελμα.
4. Κι είχεν απαρνηθεί τη μητέρα του και τα εργαλεία του,
5. κι ότι πιο άγιο και βαθύ έχει ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο.
6. Και μάζευε, έλεγε η διαταγή, κρυφά τους μεροκαματιάρηδες και τους χερομάχους,
7. και τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον – κι άλλες τέτοιες βλασφημίες.
8. Κι οι ταπεινοί χαμογέλαγαν, κι οι τυφλοί σκιρτούσαν, κι οι φτωχοί πλούτιζαν από φιλία.
9. Oι διψασμένοι βρίσκαν εν’ αυλάκι νερό. Κι οι κυνηγημένοι μια πόρτα.
10. Κι οι απελπισμένοι γυρίζαν τώρα τραγουδώντας μέσα στη νύχτα
11. έναν παράξενο σκοπό.
12. Που ενώ μιλούσε για βάσανα, ξαλάφρωνε όλο της ψυχής σου το βάρος.
13. Και την άλλη μέρα, ώρα λύχνου, οι άντρες με τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες, ( για να μη φαίνονται υα τυφλά τους μάτια ), χτύπησαν τη μικρή ξύλινη πόρτα, δυτικά της πόλης, κοντά στα παλιά βυρσοδεψεία.
14. Κι αυτός άνοιξε. Και τον ερώτησαν: Πώς λέγεσαι; Κι εκείνος απάντησε.
( Μικρή παύση )
15. Και τ’ όνομά του ήταν μεγάλο, σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα.




Ποιητής   Μια ζωή, αλήθεια, μπορεί να τελειώσει στη μέση ,μια άλλη να μην αρχίσει ποτέ,
 ένας άνθρωπος μπορεί να πεθάνει ξαφνικά,
χωρίς ποτέ να βρει τον εαυτό του πίσω από τόσα γεγονότα
και τόσα όνειρα. Μια χειρονομία που κατέληξε να σκοτώσει
 μπορεί να ξεκίνησε να χαϊδέψει – παρεμβάλλονται τόσα πράγματα
ανάμεσα σε δυο στιγμές. Τόσα αδιάφορα πρόσωπα γεμίζουν τους δρόμους – πόσα χρόνια πάνε χαμένα !

Στις παρόδους άρχισε η κίνηση. Οι μισάνοιχτες πόρτες με τη μικρή ταμπέλα καρφωμένη απ’ έξω – αυτοί οι δημόσιοι αποχετευτικοί αγωγοί
 της θλιβερής αρσενικής κυριαρχίας – τα « κορίτσια »
 φοράνε φτηνές, μπαμπακερές ρόμπες
 ή σορτς, ανάλογα με την εποχή. Και μερικές
 δεν έχουν παραπάνω απ’ τα χρόνια της κόρης σας, αξιότιμε κύριε,
 εχτές ακόμα βαφτίζανε τις κούκλες τους, με τα ίδια χέρια που ψαχουλεύουν τώρα τα γεννητικά όργανα των ανδρών, αδιάφορα,
όπως ένας γιατρός. Λογιώ-λογιώ τύποι κάθονται γύρω στις καρέκλες ή περιμένουν όρθιοι,
έφηβοι, ναύτες, μπακαλόγατοι, ύποπτοι κύριοι με μαύρα παλτά, και κάποιοι
 ξεθωριασμένοι απ’ το χρόνο ή από ένα πάθος
 που τους αφάνισε. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά
από φτηνή κολώνια, καπνούς
 και σεξουαλική αφθονία .

Κάθε που ανοίγει η μεσαία πόρτα, στο βάθος της άλλης
 καμάρας φαίνεται το κρεβάτι,
σχεδόν απείραχτο – η δουλειά γίνεται σύντομα,
 όλα τελειώνουν γρήγορα στον αιώνα μας, κι ο έρωτας
 κι η δόξα ,
 και μόνο ο πόνος κρατάει ακόμα εκείνη την παλιά πα-
τριαρχική βραδύτητα.

Ά, ναι, με τούτο το μικρό κλειδί κει πάνω στο κομοδίνο τα κορίτσια κλειδώνουν κάθε βράδι τις εισπράξεις και
τη μνήμη τους
για να μπορούν να ζουν. Κι οι καιροί είναι τόσο δύσκολοι, έτσι ν’ αρχίσει λίγο να χαλάει το σώμα σου, δε σε σηκώνει πια η πρωτεύουσα
παίρνεις φύσημα για την επαρχία – το σώμα σου, βλέπεις,
είναι το εργαλείο της δουλειάς σου, κι αν πάθει κάτι,
 με τι θα δουλέψεις, όχι, βέβαια,
με την ψυχή σου – ποιός τη γυρεύει αυτήν, και μάλιστα να στην πληρώσει κιόλας.

Ά, η ψυχή σου, όχι κανένα κέρδος δε σου πρόσφερε ποτέ, μα ίσα-ίσα ,
συχνά σε ζημίωσε, συχνά η ψυχή σου σε ζημίωσε πολύ.
Και το επάγγελμα σε γερνάει γρήγορα, ιδιαίτερα αυτό
 το πάχος – η καθιστική ζωή, οι ανωμαλίες στις έσω εκκρίσεις, όπως λένε, το αλκοόλ,
 η αδιαφορία – όλα συντελούν. Και σε λίγο, ξεχειλισμένη απ’ τα λίπη , μοιάζεις
 σαν ένας πελώριος οικογενειακός τάφος, όπου σαπίζουν
 δεκάδες αγέννητα παιδιά – κοίταξε, μούμεινε ακόμα κέφι γι’ αστεία , θέ μου.



αυτός με την Παλόμα   Πες μου, ά, πες μου, λοιπόν, πού πήγε όλη εκείνη η άνοιξη, τα χωρατά των σπουργιτιών, σγουρά γέλια των θάμνων,
οι παπαρούνες σα γλυκά κόκκινα στόματα, ρυάκια μου ασυλλόγιστα, πού πάτε ;

Σαν ένας γρύλλος που ξεχάστηκε στη μέρα το ξύλινο
 μαγγανοπήγαδο μακριά,
πλάϊ στο πηγάδι ο παπούς παίζοντας την κιθάρα του,
« μακριά, σα θα φύγω, μάνα, στην ξενιτιά »,
ένα κλωνί βασιλικός μες στα χοντρά ρουθούνια του
να ευωδιάζουν τα πλεμόνια του απ’ τις στερνές ομορφιές της γης,
 πουλιά πετούσαν στα κλαδιά, σα να πηγαίνανε χαρούμενα μηνύματα
 από κόσμο σε κόσμο. Απρόοπτα, ξαφνιασμένα πρωινά
 και μεγάλα, μακρόσυρτα σούρουπα με τ’ άστρα να τρέμουν μακριά σαν ανοιξιάτικα μουσκεμένα βλέφαρα,
έκθαμβες ώρες, βαρειές απ’ όλο το γιγάντιο Αόριστο
που έφτανε ως τον πόνο. Αίσθηση αβέβαιη όλων των μυστικών της ζωής
που διαπερνούσαν σα ρίγη, πέρα, κει κάτου, κει κάτου, μακριά,
τους βραδυνούς ορίζοντες.



ποιητής    Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες –
 ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα « σπίτια », πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο, αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφίσει
 να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
 « εδώ έρχονται γι’ άλλα πράματα », οι άλλοι απ’ έξω δόστου χτυπήματα στην πόρτα. Με τα πολλά
άνοιξαν, και τον διώξανε με τις κλωτσιές – ακούς εκεί διαστροφή
 να θέλει, λέει, να κλάψει μπρός σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνιά και χάθηκε καταντροπιασμένος. Κανείς δεν τον ξανάδε πια.

Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,
 μια νύχτα, που θα νοιώσει με τρόμο ξαφνικά,
 πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
 μην αφίνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.



ο άνθρωπος με το κασκέτο

16. Και την πρώτη νύχτα μπήκε μες στο κελί ένας άνθρωπος πούχε χάσει το πρόσωπό του, κι ακούμπησε το φανάρι που κρατούσε κάτω στο πάτωμα.
17. Κι ο ίσκιος του μεγάλωσε πάνω στον τοίχο.
18. Και τον ερώτησε : πού έχεις κρυμμένα τα όπλα;
19. Κι εκείνος, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν’ απαντήσει ,
20. έβαλε το χέρι πάνω στην καρδιά του.
21. Και τότε τον χτύπησε. Ύστερα μπήκε άλλος άνθρωπος πούχε χάσει το πρόσωπό του και τον χτύπησε κι αυτός.
22. Κι οι άνθρωποι πούχαν χάσει το πρόσωπό τους,ήσαν πολλοί.
23. Και ξημέρωσε. Και βράδιασε.
24. Ημέρες σαράντα.
25. Κι ήρθαν στιγμές που φοβήθηκε πως θα χάσει το λογικό του.
26. Και τον έσωσε μια μικρή αράχνη στη γωνιά, που την έβλεπε ακούραστη κι υπομονετική να υφαίνει τον ιστό της.
27. Και κάθε μέρα της τον χάλαγαν με τις μπότες τους μπαίνοντας.
28. Κι εκείνη τον ξανάρχιζε κάθε μέρα. Και της τον χάλαγαν πάλι. Και άρχιζε ξανά.
29. Είς τους αιώνας των αιώνων.



ποιητής    « Ναι, ναι » ακούγεται μια φωνή στο δρόμο.
Ποιόν βεβαίωνε αυτή η φωνή; Για τι πράγμα τον βεβαίωνε;
 Ή μήπως βεβαίωνε μονάχα τον εαυτό της για τη μεγάλη αβεβαιότητα της ζωής. Φωνές ξαφνικές μέσα στη νύχτα, σαν ακουσμένες στ’ όνειρο, ή σαν αργοπορημένες
από μιαν άλλη, μακρινή ηλικία. Φωνές απρόοπτες, περ’ απ’ όλες τις πιθανότητες που φτωχαίνουν τον απέραντο κόσμο.



άντρες α’ ημιχόριο   Καθώς, λοιπόν, ξεφύγαμε τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη,
και βγήκαμε στ’ ανοιχτά
γνωρίσαμε άλλους πιο τρομερούς κινδύνους : των συντρόφων τη ξαφνική λιγοψυχιά,
του κουπολάτη την τυφλή υπακοή, ή την κρυφή φιλοδοξία του άλλου,
 την εύκολη αναγνώριση, τον έπαινο του ταπεινού και την αδιαφορία του μεγάλου,
τη ζήλεια, την αμφιβολία, τη χίμαιρα, την πανουργία
 που χαμογελά και την υστεροβουλία που δίνει,
 κι απ’ όλα πιο χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ’ αφίνει.



β’ ημιχόριο  ‘Α , οι ηλίθιοι, που πήγαμε και χαθήκαμε στην ξενιτιά,
κάτω απ’ τα τείχη της Ιερουσαλήμ, ή στην παλιά πολυτραγουδημένη Τροία
χωρίς κανένας Όμηρος να πει κάτι για μας.
 Μα να, που όπως ύστερ’ από καιρό μπαίνει κανείς στο σπίτι που του λήστεψαν, ανοίγουμε δακρύζοντας και μπαίνουμε
στην Ιστορία.


α’ ημιχόριο  Ταξιδέψαμε χιλιάδες χρόνια, αλλάζοντας τα πανιά με τον ατμό,
γυρίσαμε Βορηά και Νότο , πότε με δαίμονα άνεμο και πότε μ’ άγγελο καιρό,
 περιμέναμε αιώνες το Μεσσία κι ύστερα βάλαμε τον χιτώνα του στα ζάρια,
λεηλατήσαμε, ήπιαμε, βιάσαμε γυναίκες, ψάλαμε βυζαντινά τροπάρια
 και σε στερηές και πέλαα πολλά βρήκαμε πάθια. Μα πουθενά λίγη ευτυχία.
 Παντού να τυραγνιώνται οι άνθρωποι και να μη νοιώθει ο ένας τ’ αλλουνού τη δυστυχία.



β’ ημιχόριο  Και τότε είδαμε τη γη που χρόνια ψάχναμε, πως δεν την έγραφε κανένας χάρτης κι ουδέ καμμιά Γραφή την τραγουδούσ’ εκείνη.
 Και χτίσαμε την πιο μεγάλη ήπειρο μέσα μας. Και την καλέσαμε: αδερφωσύνη.



γυναίκες α’ ημιχόριο
 Γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κορνιαχτού,
 φτωχές γυναίκες,
διαβάζοντας τις αγγελίες στις εφημερίδες,
περιμένοντας ώρες στους προθάλαμους – οι άντρες μας κοίταζαν σα νάμαστε γυμνές,
 πως νοιώθαμε να κρυώνουμε, θέ μου.
 Σε λίγο, βέβαια, αρχίζεις ν’ αδιαφορείς, μετά συνηθίζεις ώσπου τελικά βρίσκεις και κάποια αλλόκοτη ηδονή σ’ αυτήν την αθέλητη, εκβιασμένη γύμνια σου.
 Δε θάχαν περάσει ούτε τρείς μέρες
 κι ο προϊστάμενος μάς ζήτησε να πάμε στον κινηματογράφο,
θα τρώγαμε ύστερα, είπε, σ’ ένα κέντρο εξοχικό,
εμείς τον χαστουκίσαμε και φύγαμε τρέχοντας –


β’ ημιχόριο
αχ, τι λέω, αλήθεια,
έτσι σκεφτήκαμε να κάνουμε για μια στιγμή,
μα όταν συλλογιστήκαμε τους δρόμους πάλι, τα ετοιμοθάνατα παπούτσια μας,
 να μην έχεις ν’ αγοράσεις ένα καινούριο εσώρουχο –
σκέψου να σου συμβεί κάνα δυστύχημα στο δρόμο
 και να σε βρουν με τούτο δω το παλιωμένο μισοφόρι –



α’ ημιχόριο
τα σκεφτήκαμε όλα, κι είπαμε : τι σημασία έχει σήμερα ή αύριο, αυτό κάποτε θα γίνει,
 κάναμε μόνο λίγο πως αρνιόμαστε από έναν παλιό, προαιώνιο φόβο, που έγινε πια
υπολογισμός – κι ύστερα,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
δεχτήκαμε τα βαρειά του χάδια,
ενώ την ίδια ώρα μέσα μας έκλαιγε μουγγά
 ο αειπάρθενος πόνος μας.



β’ ημιχόριο   Ύστερα πέρασε κι αυτό. Και μοναχά
μέσα στη νύχτα, κάποτε, και το σκοτάδι
 ξανάρχονται στο νου κείνες οι ώρες
άξαφνα. Κι ανατριχιάζουμε.
 Μα όχι πια από φόβο.
Και τότε νοιώθεις την ταπείνωση
όχι να υπομένεις το κακό,
 μα την πιο πικρή ταπείνωση
 να το θέλεις.

 Και πάντοτε γυρεύαμε το καλύτερο.





άντρες α’ ημιχόριο
Τα βράδια χανόμαστε στα ομιχλιασμένα μέσα καπηλιά
με την πανάρχαιη λησμονιά της μέθης, τις πόρτες που ανοιγοκλείνοντας κλαίνε τα παλιά
 και τα κουτσά τραπέζια τους που πάει για λίγο ν’ ακουμπήσει ο ανθρώπινος πόνος –
 ώρες αλλόκοτες που καθισμένοι δίπλα-δίπλα πίνουνε η ξαφνική φιλία κι ο απρόοπτος φόνος.
 Πίνουμε, βλαστημάμε, ή λέμε κάτι βαρειά χοντροκόκκαλα τραγούδια
 ή άλλοτε χορταίνουμε την πείνα μας με την εξομολόγηση και τ’ αφιμένα, ξένα αποφαγούδια.
 Κι άλλοτε αμίλητοι σκυμένοι πάνω απ’ τη ψυχή μας βλέπουμε να περνάν όλες του κόσμου οι ιστορίες :
 καημοί και θάλασσες, θρύλοι και πεθυμιές, τα χτεσινά και τα μελλούμενα – όλοι οι παράδεισοι κι ό λες οι αμαρτίες.
Μες στη βαθειά ψυχή μας βλέπουμε να παλεύουν χρόνια τώρα μεγάλα περιστατικά κι οράματα και ταπεινές, αμείλιχτες συνήθειες.
 Κι όπως αργά, μεσάνυχτα, γυρίζαμε στα σπίτια μας τρεκλίζοντας, δεν ήμασταν μεθυσμένοι. Γυρίζαμε βαρειοί απ’ αλήθειες.



β’ ημιχόριο Κι όταν πεθαίναμε, αφίναμε κληρονομιά το φόβο και την πείνα μας, και για έναν άλλον κόσμο την τρανή μας νοσταλγία.
Κι όπως από το σάπιο μήλο πέφτει ο σπόρος για τάλλο μήλο, κοίτονταν ριγμένα τα εργαλεία μας στη γωνιά. Είχε πια γεννηθεί
 η αθανασία.




γυναίκες α’ ημιχόριο  Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
 τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι οι άλλες,
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κορνιαχτού,
νοιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμμιά φορά πίσω απ’ την αγνότητα,
την κούραση πίσω απ’ την καλωσύνη, ή την αδιαφορία
 πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νοιώσαμε την αδυναμία που κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
 Συχνά μας άφισαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στην τρέλλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
 ήταν μάλιστα και μερικές που τους σκοτώσαν, λέει, ( τι φρίκη ), με τσεκούρι πάνω στον ύπνο τους. Άλλες πάλι αυτοκτόνησαν – κάθε μέρα ακούς τέτοια ένα σωρό.
Οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
 γιατί τα χρόνια περνάνε.



β’ ημιχόριο  Γυναίκες φτωχές,
ζηλέψαμε τους καλύτερούς μας
 αυτούς που είχαν την ανάγκη μας τους παιδέψαμε
 περηφανευτήκαμε πως έχουμε υψηλές γνωριμίες
 ή διηγηθήκαμε έρωτες φανταστικούς.
 Κατηγορήσαμε ανθρώπους που δε φταίγανε
είπαμε ψέματα από φόβο
κι ύστερα είπαμε ψέματα, έτσι, από συνήθεια.
 Ή κάποτε είπαμε και την αλήθεια, μα δε μας πίστεψαν.



α’ ημιχόριο  Αν μας έβλεπε κανείς το βράδι, όταν μένουμε μονάχες και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν την βαμένη μάσκα
 που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες για να τους αρέσουμε–
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’ τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.

 Και πάντοτε γυρεύαμε το καλύτερο.





ο άνθρωπος με το κασκέτο

30. Και κάθε μέρα διάφορα πρόσωπα άνοιγαν το μικρό παράθυρο του κελιού και κοίταζαν μέσα.
31. Και τα μάτια τους ήτανε πέτρινα.
32. Μα ήρθαν στιγμές που κι αυτά τα πέτρινα μάτια τους παρηγόρησαν τη μεγάλη ανθρώπινη μοναξιά του.
33. Και κάθε νύχτα μπαίναν κι ακουμπούσαν το φανάρι κάτω στο πάτωμα.
34. Και τον χτυπούσαν.
35. Κι ο ίσκιος τους πάλευε πάνω στο ταβάνι, σαν ένας νικημένος που χτυπιέται και κλαίει.
36. Και τον αφίναν ύστερα μονάχο, με τη σιωπή και το αίμα του που έτρεχε.
37. Και μακριά ακουγόντουσαν να σφυρίζουν τα τραίνα, μ’ αυτόν τον απέραντο ήχο που προσκαλεί στη ζωή.
38. Ίσως και νάχασε το θάρρος του τότε. Ίσως και νάκλαψε. Ίσως και νάπεσε σε ακόμα πιο μεγάλο αμάρτημα :
39. Και να υπερηφανεύτηκε.
40. Και τη δέκατη τρίτη νύχτα άκουσε κάποιον να βογγάει στο γειτονικό κελί.
41. Κι ένοιωσε θλίψη ανείπωτη, ότι δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.
42. Άρχισε, λοιπόν, να σέρνεται σιγά-σιγά προς το μέρος του τοίχου.
43. Και πολλές φορές, στο μεγάλο αυτόν δρόμο της γης, λιποθύμησε.
44. Κι όταν έφτασε, τέλος, σήκωσε το ανήμπορο χέρι του κι άρχισε να χτυπάει τον τοίχο.
45. Όπως, αιώνες τώρα, συνηθούν μέσα στην ερημιά τους οι τρελλοί κι οι φυλακισμένοι.
46. Και μονομιάς το βογγητό έπαψε. Κι ένα σπασμένο χτύπημα ακούστηκε στον τοίχο του άλλου κελιού.
47. Προς δόξαν του ανθρώπου.




εκείνος ο «σοφός»  Όταν, λοιπόν, σε κάθε αρχή, εσύ ακούς αόρατο το τέλος, ν’ αναβαίνει κιόλας τα σκαλοπάτια,
 όταν την ώρα που λένε, : « σ’ αγαπώ », βλέπεις να πέφτουν
 πάνω τους αθόρυβα
τα δειλινά όλων των αποχωρισμών. Όταν μέσα σε κάθε πράξη,
εσύ μαντεύεις,
τυλιγμένο στο αιώνιο σάβανό του, εκείνο το άλλο,
το καίριο, που δεν έγινε, κι ούτε θα γίνει ποτέ , και που πέθανε
 τη στιγμή ακριβώς που θέλησε να υπάρξει –





ο άλλος με τα πυρετικά μάτια  Πού είσαι, λοιπόν, πες μου, πού είσαι – σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ’ ένα σπίτι πούπιασε φωτιά.
 Ά, τα μαλλιά σου είναι ένα σκοτεινό δάσος, γεμάτο σιωπηλές μαγείες,
 όπου μέσα του, σαν παιδί, έχασα για πάντα το δρόμο μου.
 Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι,
και σε περιμένω. Δε θα χτυπούσες καν την πόρτα,
 θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα,
η καμάρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θάλυνες ξαφνικά
 εκείνα τ’ ασύγκριτα, τυραννικά μαλλιά σου, η παλιά ντουλάπα
 θάτρεχε και σα μια ταπεινή υπηρέτρια
 θα σούβγαζε τα παπούτσια – θα γελούσαν οι καθρέφτες,
 θα ξυπνούσαν τους γείτονες. « Αλήθεια, πες μου, φύλαξες τη χτένα που σου χάρισα ; »
θα σούλεγα. Η άσπρη μεγάλη χτένα σου σαν ένας έρημος, χιονισμένος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα.
 Ά, θάθελα να πέθαινες.
 Όλοι που αγάπησες θα σε ξεχάσουν μια μέρα.
 Και τότε θάσαι δική μου
 καταδική μου…





αυτός που βγήκε απ’ το καπηλιό  Κι εσείς που με ποδοπατήσατε, που με φτύσατε, όλοι εσείς που αφανίσατε τη ζωή μου,
αφίστε με να πέσω και να φιλήσω τα πόδια σας, και να κλάψω μπροστά σας,
που σας έκανα να κατέβετε τόσο χαμηλά
και να ταπεινώσετε και να συντρίψετε για πάντα
 έναν άνθρωπο. Συχωρήστε με.



ποιητής   Και τα παράθυρα σ’ όλο το μάκρος των δρόμων
 σα μικρά, ξεθωριασμένα αποσπάσματα της θλιβερής καθημερινότητας –   γυναίκες που κοιτάζουν αφηρημένες το κενό, τι κοιτάζουν ;
 παιδιά αποκοιμισμένα στο κατώφλι των αυριανών τρόμων,
δυο γέροι κάθονται σιωπηλοί με τους αγκώνες πάνω στο τραπέζι,
στην άκρη ο ηλικιωμένος γιός χαμογελάει ηλίθια
παρακολουθώντας μια μύγα πάνω στην κουρτίνα – είκοσι χρόνια τώρα με το μυαλό του συντριμένο
 κάτω απ’ τα ερείπια ενός παλιού βομβαρδισμού.
Κι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για νάχουν όλοι κοιμηθεί στο σπίτι,
 γδύνεται σιγανά, χωρίς ν ‘ ανάψει φως. « Δε θα φας; »
 ρωτάει η γυναίκα πλαγιασμένη, « σούχω λίγη σούπα εκεί ».
 «Όχι , Άννα, δεν πεινάω », λέει αυτός. Και ξαναβγαίνει αθόρυβα και πηγαίνει στο αποχωρητήριο
 να κλάψει μονάχος.

 Τα παράθυρα σαν τις σελίδες ενός παλιού, λησμονημένου βιβλίου
 που το πετάξαν στο δρόμο, και το ξεφυλλίζει ο άνεμος ,
και το μουσκεύει η βροχή
κι αποτελειώνουν τώρα τις παράφορες ιστορίες του
 τ’ άπληστα μυρμήγκια.



άντρες α’ ημιχόριο Ύστερα πάλι εμπρός μαζί με τον Κολόμβο στης θάλασσας τα πολύβουα μονοπάτια,
 το δοιάκι στο χέρι, η σωστή γνώμη στην καρδιά, και στηλωμένα στον ορίζοντα τα μάτια.
Με την κακοκαιριά να δέρνεται το πέλαγο, ο άνεμος να λιχνίζει το νερό,
 να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας και να μένει ότι πιο άγιο και καθαρό.
Και το καράβι μας να δρασκελάει γοργό τα κύματα σαν το θάνατο και τη φήμη. Κι όλο να μεγαλώνει ο κόσμος. Κι η Μοίρα όλο να κλώθει. Κι εσύ όλο να παλεύεις με το κύμα και τη μνήμη.
Μέρες ατέλειωτες, με τους μεγάλους, δυνατούς ορίζοντες να γνέφουν μακριά, και σιωπηλές, δίχως ανέμους, νύχτες, με τη βροχή των αστεριών να μας νοτίζει την καρδιά.



β’ ημιχόριο Ά, καινούριοι μύθοι ανοίγουν, σα φαρδειά παιδικά πρωινά, έτσι σαλέψουμε τα βαρειά μας χείλη –
κι άλλοτε είμαστε απρόσιτοι και σκοτεινοί, γεμάτοι απ’ όλα τα ενδεχόμενα, όπως στο βάθος του χρόνου η πρώτη κάποτε, ύλη.



α’ ημιχόριο Τέλος φτάσαμε στην καινούρια ήπειρο, ρίξαμε την άγκυρα, πούχε να τη δροσίζει το νερό εδώ και χρόνια πάνω στον χάρτη σημαδεύοντας την πρωτεύουσα του κόσμου : αιώνια,
 αιώνια ελπίδα. Θάψαμε τους συντρόφους πούχαν πεθάνει απ’ τη χολέρα ή το χτικιό του γυρισμού, μαζέψαμε τους άλλους που, στουπί, κοιμόντουσαν στα καπηλιά και στα υπόστεγα από κάτου
 και πάλι εμπρός, σηκώστε τις άγκυρες, όρτσα τα πανιά ! Και το διάστημα έτριζε ανοίγοντας τα μυστικά του.



β’ ημιχόριο Κι ολόρθο τ’ άλμπουρο σα λόγχη καρφωμένη στο πλευρό ενός θεού, που πέθαινε από αιώνα σε αιώνα –
έ, Άγνωστο, που θα μας πας, σε λίγο θα ρίχνουμε στα ζάρια και το δικό σου άχρηστο χιτώνα!




γυναίκες α’ ημιχόριο   Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε – τί να μάθουμε;
 Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους
 ή ακόμα και σε κείνες τις παλλαϊκές ξορκίστρες
που γυρίζουν στις βρώμικες, αποπνιχτικές τους κάμαρες,
 ανάμεσα στο Υπερπέραν και τη φτωχή χύτρα που βράζει η φακή,
και που πεθαίνουν μες στη θλίψη και την ερήμωση,
 ενώ είχαν προμαντέψει, για λίγες δεκάρες,
 όλες τις ευτυχίες.



β’ ημιχόριο 
Πάρε νεραϊδόνερο
από δράκου βρύση
πίετο σε ώρ’ απόκοσμη
και θα σ’ αγαπήσει.
Απ’ το μνήμα ενός παιδιού
νύχτα, χάση φεγγαριού,
πάρε απήγανο τρείς κλώνοι
και γιατρεύονται όλοι οι πόνοι –

έτσι τους λέγαμε,
κι ας μην ξέρουμε τίποτες από γητέματα
 και σολομωνικές και τέτοια.
 Μα ίσως και νάναι καλύτερα έτσι,
γιατί ποιός,
πέστε μου ποιός,
ποιός θα δυνόνταν να βαστάξει,
ποιος,
αν του προλέγαμε, όλο μεμιάς, τον πόνο
 που λίγο-λίγο αργότερα
 θα του ξετύλιγε η ζωή.


α’ ημιχόριο Άχ, ο άνθρωπος πρέπει από κάπου να πιαστεί, γιατί αλλοιώς
 είναι χαμένος. Και πηγαίνουμε στα ραντεβού μας έχοντας μες στην τσάντα μας ένα γλυκό ή ένα μπισκότο,
απ’ αυτά που φτιάξαμε, τάχα, σπίτι
και που μέσα έχουμε βάλει κάποιο μαγικό, ή όπως μας ορμήνεψαν,
 λίγο αίμα απ’ την περίοδό μας – άχ,
 φαρμακώνοντας έτσι σιγά-σιγά όλα τα όνειρα
 πούχαμε για τον έρωτα από κορίτσια μέσα μας.
 Εκείνοι το καταλαβαίνουν κάποτε, μα δε λένε τίποτα,
το τρώνε, μας γδύνουν ύστερα για τα υπόλοιπα, και σε λίγο
μας εγκαταλείπουν – όπως κι οι προηγούμενοι.


β’ ημιχόριο  Γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κορνιαχτού,
φτωχές γυναίκες,
κι ας μην ξέρουμε τίποτις
από γητέματα και σολομωνικές και τέτοια,
 ακούμε καμμιά φορά παράξενα τριξίματα στη σκάλα
σαν κάποιος ν’ ανεβαίνει αόρατος –
ένα παράξενο ρίγος μας διαπερνάει τότε, απ’ την κορφή ως κάτου τα νεφρά, καθώς μαντεύουμε ξαφνικά
εκείνο που οι άλλοι δε βλέπουν, κι ούτε θάθελαν να δουν ποτέ. Κάποιες, μάλιστα, λίγο υστερικές, μπήγουν μια κραυγή
και λιγοθυμάνε.

 Και την άλλη μέρα μαθαίνουμε
πως έγινε ένα μεγάλο φονικό στον παρακάτω δρόμο,
 ή πως άρχισε, ωχού, αλλοιμονό μου,
ο πόλεμος –
άχ, γυναίκες αλλοπαρμένες,
θεόκουτες.

 Και πάντοτε γυρεύαμε το καλύτερο.


άντρες α’ ημιχόριο  Το ψωμί που φάγαμε όλα μας τα χρόνια δεν ήταν πιότερο απ΄ όσο τρώει ένας άνθρωπος σ’ ένα χρόνο.
 Κι όμως ζήσαμε.
Γιατί ο έρωτας πούχουμε μέσα μας για σένα, ζωή, θα μπόραγε να θρέψει τον κόσμο για δυο και τρείς εκατονταετίες. Κι οργώσαμε και σπείραμε και θερίσαμε,
 χτίσαμε πόλεις κι ύστερα χαθήκαμε μέσα στον πυρετό και τη βιασύνη τους
κάναμε όνειρα, σταυροφορίες, όργια, εξεγέρσεις – γνωρίσαμε την πίκρα που σου δίνει κ κακία των άλλων, ή τη λύσσα που σε γεμίζει καμμιά φορά κι η ηλίθια καλωσύνη τους.
Πλήθος τα έργα των χεριών μας, φήμη για τους δυνατούς και για τους ραψωδούς τραγούδι – ά, των φτωχών μας ημερών η αποσιωπημένη εποποιία.
 Τα ζήσαμε όλα : το μίσος, την ταπείνωση, τη δόξα και τους φόβους της, τον έρωτα και τον εγωϊσμό του – κι απάνω απ΄όλα την τραχειά, αιώνια πείνα μας για ελευθερία.


β’ ημιχόριο Και πάντοτε οι καμπάνες του εσπερινού ξυπνάνε μέσα μας τον προαιώνιο φόβο μαζί με τα γλυκά παιδικά χρόνια.
 Και πάντα ο κίνδυνος, σαν τον καλόν ψαρά, τραβάει με το γερό του αγκίστρι τις κρυμένες μας δυνάμεις.
Κι έτσι όλο πάμε ανάμεσα σε μίσος και συμπόνοια.


α’ ημιχόριο  Άλλοι μας είπαν πως μας έπλασε ο Θεός,
 άλλοι ότι πρόγονός μας είναι ο πίθηκος. Εμείς, αγράμματος, ταπεινός λαός
σ’ ακούσαμε, ώ ατέλειωτο, με τα πολλά γυρίσματα,
πολύκλωνο, πολύλογο του κόσμου παραμύθι.
 Η απέραντη ευπιστία μας, πιο παντοδύναμη απ’ τ’ όνειρο και τη λήθη,
 σαν τα παιδιά, έπλασε ακέρηον τούτον το μεγάλο κόσμο απ’ το τίποτα –
κι όχι μονάχα ότι βλέπεις κι ότι ακούς, μα κι όλα τ’ άλλα εκείνα, τα αόρατα κι ανείπωτα.



β’ ημιχόριο   Λοιπόν, πού πάμε ; Από πού ερχόμαστε ; Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία ; '
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή –
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.


γυναίκες α’ ημιχόριο  Τέλος, ύστερ’ από πολλά , παντρευόμαστε,
 κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες, κι ύστερα
 τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας. Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις – άχ, περνάει γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
 Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν πότε λίγο κι εμάς
 σαν ανθρώπους – με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα στο ερωτικό μας πάθος,
 αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα της μητρότητάς μας.


β’ ημιχόριο  Η γκρίνια της φτώχειας, ο πανικός του χρόνου, το κενό που άφησε ο έρωτας πεθαίνοντας,
 το ατέλειωτο, μονότονο κύλισμα των ημερών και των νυχτιών
 συχνά μας έσπρωξε σε σκέψεις κακές, ανομολόγητες,
 και κάποτε
πλαγιάσαμε και σε ξένα κρεβάτια, σχεδόν αδιάφορες,
 κι ύστερα λένε οι γιατροί πως τα 70% των γυναικών
πάσχουν από αναφροδισιά! Πώς θα μπορούσε νάναι αλλιώς
σε μια ζωή με τόση μοναξιά
 και τόση απληστία.



α’ ημιχόριο   Ακόμα κι όταν είμαστε τίμιες, οι άντρες πάντα μας υποπτεύονται,  σαν κάτι νάχουμε κρυφό, σαν κάτι άλλο πάντα, ξένο, να σκεφτόμαστε –
 ενώ εκείνο που κρύβουμε, δεν είναι παρά αυτό που οι ίδιοι δε θέλουνε να δουν, και που οι ίδιοι δημιούργησαν –
η ερημωμένη ψυχή μας.
Γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κορνιαχτού,
τι φταίμε εμείς αν ζήσαμε σ’ έναν κόσμο
 άχ, που κι αυτούς τους ρήμαξε η δυσπιστία της δύναμης, και μας
της αδυναμίας η πανουργία.

β’ ημιχόριο  Μα έρχονται ξαφνικά στιγμές, που όπως τα δάκρυα πέφτουνε στα χέρια μας,
νοιώθουμε στα γυμνά μας χέρια
 κάτι μεγάλο κι ανατριχιαστικό,
 σαν τον πόνο που θάνοιωσε να του τρυπάει την παλάμη ο Κύριος
 καθώς άπλωνε το χέρι του να καλέσει πίσω το Λάζαρο στη ζωή –
άχ, γυναίκες φτωχές.

 Και πάντοτε γυρέψαμε το καλύτερο





ο άνθρωπος με το κασκέτο

48. Και με συνοδεία μεγάλης φρουράς τον οδήγησαν στο Δικαστήριο.
49. Ήταν δε η φρουρά αμούστακα, φτωχά παιδιά που αισχρολογούσαν και βρίζανε.
50. Για να ξεχάσουν πως κάποτε τα φώναζαν : της πλύστρας ο γιός.
51. Κι εκείνα κρυβόντουσαν πίσω απ’ τα ξεζεμένα κάρα, ή μες στις γκρεμισμένες αποθήκες, και κλαίγαν ώρα πολλή.
52. Κι ήταν στιγμές που μισούσαν τη μάνα τους.
53. Κι ήταν πάλι στιγμές που πέφταν με δάκρυα στα χέρια της μάνας τους που μυρίζαν σαπούνι και ξένο φα’ί’.
54. Τα μεγάλα φθαρμένα τους χέρια σα μικρές εκκλησίες που ερειπώθηκαν.
55. Κι ούτε παπάς πια τώρα τις λειτουργεί, κι ούτε πιστός με βάγια πηγαίνει.
56. Και κατεβαίνει ο ίδιος ο Θεός και κλαίει
57. μέσα στα χέρια τους.


( Παύση )

58. Κι οι δικαστές, μόλις εκείνος μπήκε, σκύψαν και κάτι μίλησαν μεταξύ τους.
59. Και τον ερώτησαν : Είσαστε πολλοί ;
60. Κι αυτός, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν ‘ απαντήσει, έδειξε έξω απ’ το παράθυρο,
61. το πλήθος.
62. Κι οι δικαστές φώναξαν : τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων ;
63. Και θυμήθηκαν, τότε, πως τούτος ο λόγος είχε, κάποτε, πρίν πολλά χρόνια, ξανά ειπωθεί.
64. Και τους πήρε φόβος μεγάλος.



ο πιο τρομερός απ’ όλους   Ούτε μια μέρα, ούτε μια στιγμή,
δεν έζησα κι εγώ αυτή τη μικρή χαρά
που και το πιο ταπεινό μυρμήγκι νοιώθει –
 η δίψα για όσα ήθελα, η τύψη για ότι έκανα,
καίγοντας απ’ τον πανικό της στιγμής και την τρέλλα της αιωνιότητας –
θα μπορούσ’ ακόμα και να φτύσω πάνω στο πρόσωπο της πεθαμένης μητέρας μου
για λίγη αναγνώριση,
 ά, δόξα, πιο απέραντη κι απ’ τον έρωτα, πιο ακριβή απ’ την ομορφιά, πιο γλυκειά κι απ’ τα παιδικά χρόνια –
σκοτεινή σαν τον τάφο.



ποιητής  Κι ώ, εσείς, αρίθμητες νύχτες της γης, ώ αιώνιες νύχτες,
νύχτες σα σκοτεινές πελώριες αγκαλιές που τις διαπερνούν ρίγη και δάκρυα,  νύχτες υψωμένες ως το άπειρο, κι ακόμα ψηλότερα, ως τον εαυτό μας,  ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό. Εσείς,
παιδικές νύχτες, που ένας άγγελος μας υπαγόρευε τα έκθαμβα παραμιλητά μας  και νύχτες των αγοριών που τρέματε, σα μια μικρή αρραβωνιαστικιά που γδύνεται μπροστά μας.
Ω νύχτες, νύχτες ταπείνωσης, που η περιφρόνηση του κόσμου
 σου ανοίγει την ίδια την αγκαλιά του Θεού.
 Νύχτες προορισμένες, που τα μαντεύετε όλα ξαφνικά,
 σαν το βαθύ, σχεδόν κοφτερό, βλέμμα των άρρωστων παιδιών
 που σε λίγο θα πεθάνουν . Απλές, καρτερικές νύχτες σα μυθικά, μεγάλα κατορθώματα,
 αβάσταχτες, σαν ευτυχία, νύχτες, νύχτες
που η μεγάλη χειρονομία της ζωής σου ανεβαίνει, σαν κύμα, μέσα σου,
την τελευταία στιγμή όμως δείλιασες ή ανέβαλες,
 και ζεις για πάντα πια μ ‘ αυτήν την ακατόρθωτη χειρονομία κρεμασμένη δίπλα σου
σαν ένα παράλυτο χέρι – ώ, αφήστε με να κλάψω γερτός στον ώμο σας, μεγάλες μου αδερφές,
 νύχτες. Νύχτες θριάμβου που μέσα στα τραγούδια και το πολυθόρυβο κρασί
 η αξεδίψαστη ψυχή σου πίνει τη ματαιότητα σε κάθε κούπα,
 όπως ανάμεσα στις λέξεις ενός στίχου κλαίει σιωπηλά το ανείπωτο. Κι εσείς, οι άλλες εκείνες νύχτες, που ο θάνατος σε κλείνει στο αιώνιο μυστικό του
 σα μια καινούρια, μεγάλη παρθενιά – ώ, νύχτες,
 αρίθμητες νύχτες της γης, κι ώ Ποίηση εσύ, ελάχιστε, θνητέ σπόρε
 του αιώνιου χρόνου.





( Ένας γέρος, με μια μεγάλη κρεατοελιά στη μύτη, βγαίνει και κάθεται σ’ ένα κατώφλι. Η νύχτα βαθαίνει . )

ο γέρος  Και νάμαι τώρα εδώ, καθισμένος σε τούτο το κατώφλι,
 άντικρυ στην αιωνιότητα. Ο χρόνος μ’ έπλυνε κι απ’ τις αμαρτίες κι απ’ τις αρετές
 και κάθομαι ανήμπορος, νυστάζοντας ανάμεσα στις μύγες και το φόβο
και τις αναμνήσεις. Ήρεμος κι απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε
και την ακολουθεί η σιωπή. Και τίποτα, κανείς, δε θα μπορούσε να την κάνει να μην είχε γίνει.
Κι η γερασμένη, ναρκωμένη μου ψυχή μόλις μαντεύει αόριστα,
 εκείνο το τρομαχτικό που με περιμένει.


( Σε λίγο έχει αποκοιμηθεί. Παύση. Οι γυναίκες μια-μια γονατίζουν )

γυναίκες  Η γη είναι το προσκεφάλι που ακουμπήσαμε κι ονειρευτήκαμε,
ενώ το κορμί μας ξεχείλιζε απ ΄ τα όνειρα και της παρθενιάς το γάλα.
Η γη είναι το κρεβάτι που μας αγκάλιασαν οι άντρες μας
και μπήκαν μέσα μας βαθειά, ώσπου ξαναγεννήθηκαν σε μικρά,
 άφταιγα παιδιά.
Η γη ήταν η μεγάλη ευτυχία που ζήσαμε, κι ο πικρός τάφος που μας περιμένει.
Η γη είναι που κάθε νύχτα πίνει τα δάκρυά μας
και γίνηκαν αυτά τα δυνατά ποτάμια και τούτα δω τα πολυστέναχτα βιολιά.
 Η γη είναι η γη μας.



άντρες Κι ώ, ας είσαστε ευλογημένες μέρες της δοκιμασίας.
Εσείς που μας δείξατε την απεραντοσύνη των δρόμων,
όταν όλοι μας κλείναν τις πόρτες τους.
Εσείς που όταν όλοι μας είχανε ξεχάσει, μας μάθατε να θυμόμαστε.
Εσείς που μας διδάξατε πως αν η καλωσύνη είναι το χέρι του Θεού πάνω απ’ τον κόσμο,
η δικαιοσύνη είναι το πρόσωπο του μεγάλου ανθρώπινου πλήθους μέσα μας. ’Ω, εσείς, που αδειάσατε τα χέρια μας απ’ τα όνειρα, για ν’ ακουμπήσετε, άγιον άρτο,
την πράξη. Σαν τις γυναίκες που παίρνουνε την πρόσκαιρη ηδονή σου και σου ξαναδίνουν
 την αιώνια σου συνέχεια. Ας είσαστε ευλογημένες.

( Οι γυναίκες έχουν στο μεταξύ σηκωθεί.) 





ποιητής  Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ ’ ανασηκώνει πάνω απ’ τον εαυτό σου,
ως την παραίσθηση και την τρέλλα και την προφητεία, και τη μοίρα – κι ακόμα ψηλότερα,
 ως τη δικαιοσύνη. Και μυρμηδίζεις όλος από μνήμες και πράξεις κι οράματα
και βλέπεις κύματα-κύματα τις γενιές νάρχονται απ’ το βάθος του χρόνου
κι αιώνια να πλένουν τον κόσμο. Κι οι ρόγες των δαχτύλων σου φουσκώνουν και πονάνε
σαν τις ετοιμόγεννες κοιλιές. Και τότε καταλαβαίνεις τους πόνους του απείρου  όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο. Και τους πόνους της γης για να γεννήσει ένα στάχυ. Ή τους πόνους ολόκληρης της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε ένα τραγούδι.

ο άνθρωπος με το κασκέτο

65. Κι οι μέρες πέρασαν γρήγορα. Κι ήρθε το τελευταίο απόγεμα που ο φτωχός επιγραφοποιός θα ζούσε πάνω στη γη.
66. Κι ακούμπησε στο μικρό, καγκελόφραχτο παράθυρο του κελιού και κοίταξε κάτω την πολιτεία.
67. Κι ύστερα κοίταξε ψηλά, που άρχιζαν ν ‘ ανάβουν τ’ άστρα, ένα-ένα.
68. Και τότε μια απέραντη γαλήνη τον έλουσε, σα νάσβησαν όλες μεμιάς οι αγωνίες, που χρόνια τώρα τον βασανίζαν.
69. Κι ένοιωσε μέσα του τον ίδιο γλυκό λυγμό, όπως όταν ήταν παιδί, και κάποιος του άπλωνε εγκάρδια το χέρι του, ή τούλεγε μια παρήγορη λέξη.
70. Και ψιθύρισε σιγανά : σύντροφοι.



ποιητής Τίποτα. Κανείς. Η πόλη κουλουριασμένη σαν ένα μυστηριακό ζώο
με το σκοτεινό του τρίχωμα διάστιχτο απ’ τα φανάρια των δρόμων.
 Ένα ζευγάρι βγαίνει αγκαλιασμένο από κάποιο κέντρο,
τα φώτα των αυτοκινήτων τους δίνουν μια στιγμή το σπασμένο, ωχρό προσωπείο της Ηλέκτρας και του Ορέστη, λίγο πριν απ’ την αναπότρεπτη πράξη, ενώ, πελώριες κι αόρατες, σαν Ερινύες, τους παραμονεύουν στο βάθος του δρόμου
η κούραση, η μοιχεία – κι η συνήθεια.

Ποιός είναι, λοιπόν ,αυτός που μένει στο ίδιο σπίτι με σένα, που τρώει στο ίδιο τραπέζι με σένα, που κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι με σένα ;
 Δεν τον γνώρισες ποτέ.
 Κι αυτός εκεί, το πρόσωπο τυλιγμένο με σκοτάδι,
 που ορθώνεται αντιμέτωπος σ’ ότι πας να λησμονήσεις – ποιος είναι ; Κανείς.   Μόνο τα χέρια του τυφλού Οιδίποδα ανοιγμένα να του δείχνουνε το δρόμο, σ’ αγγίζουν καμμιά φορά
 μες στο συνωστισμό. Στο γειτονικό κακόφημο ξενοδοχείο «Βυζάντιον»  μπαινοβγαίνουν οι μαστρωποί κι οι αρσενοκοίτες,
 στην πόρτα ο μονόφθαλμος θυρωρός, κατευθείαν απόγονος των Παλαιολόγων,  γεμάτος σπυριά, αλκοολικά όνειρα και βαρειές κληρονομιές –
με συγχωρείτε, αυτός ο δρόμος πού βγάζει ; Όχι, όχι αυτόν, ουτ’ εκείνον,
 μη, μη… έτσι να στρίψεις τη γωνία
 γκρεμίζεσαι στο χάος…



και πάλι αυτός με την Παλόμα  Θυμάσαι, αλήθεια, πούδαμε ξαφνικά τις άδειες κάμαρες στη γειτονική αυλή
με τους παιδικούς φίλους. « Φύγανε », είπαμε. Και κλάψαμε
 όλα τα δάκρυα της ζωής μας. Οι κάμαρες ήταν ψυχρές,
 οι τοίχοι γυμνοί,
με τα τετράγωνα αποτυπώματα απ’ τα κάδρα
σα μικρές εικόνες του μεγάλου κενού. « Φύγανε », ξανάπαμε. Και μέσα στη φωνή μας τρέμαν
όλοι οι αιώνιοι χωρισμοί. Ενώ αυτοί οι ξένοι, αυτοί οι παρείσαχτοι
 με τις χοντρές φωνές και τις ρυτίδες, λέγαν κάτι βαρειές, άγνωστες λέξεις :  υπομονή, αύριο, όλα περνάνε… Είχαν ξεχάσει
 πως δεν περνάει τίποτα, μόνο που λίγο αλλάζουν. Κι όλα αυτά που έγιναν,
θα ξαναγίνουν πάλι, εν’ άλλο, το ίδιο έκθαμβο κι αναπότρεπτο, πρωινό.
 Ά, παιδικές φιλίες, σύντομοι τρυφεροί πρόλογοι των μεγάλων αυριανών ερώτων.





ο άνθρωπος με το κασκέτο

71. Και τον οδήγησαν, μαζί με δυο άλλους συντρόφους του, σ’ ένα μικρό λόφο, λίγο πιο έξω απ’ την πόλη.
72. Πίσω από ένα παλιό, ερειπωμένο νοσοκομείο.
73. Κι ότι ξημέρωνε
74. Κι ο αξιωματικός του αποσπάσματος, όπως είναι αρχαίο συνήθειο, πήγε και στάθηκε μπροστά στον ακρινό σύντροφο και τον ρώτησε :
75. Ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία ;
76. Κι εκείνος ζήτησε να καπνίσει. Και τούδωσαν.
77. Κι ο αξιωματικός πήγε και στάθηκε στο δεύτερο σύντροφο. Και τον ερώτησε κι αυτόν.
78. Κι εκείνος ζήτησε μια πέτρα μεγάλη.
79. Κι ο αξιωματικός, περίεργος, διέταξε να τη φέρουν. Κι απομακρύνθηκε λίγο.
80. Τότε αυτός πήρε την πέτρα που ζήτησε και την ακούμπησε κάτου, στο χώμα, ανάμεσα στους δυο άλλους συντρόφους τους. Κι ανέβηκε πάνω.
81. Γιατί ήταν κοντός.



(Μεγάλη παύση)


χορός Στέρησέ μας τη δόξα και τον έρωτα, στέρησέ μας τ’ όνειρο ή τη φιλία, στέρησέ μας ακόμα
 και την υπομονή – μονάχα ένα μη μας στερήσεις, ώ απέραντη, αναρίθμητη ζωή!  Γιατί όλα τα πλούτη αν τάχεις και σου λείψει αυτό,
είσαι φτωχός. Όλες τις δόξες κι αν αποχτήσεις,
είσαι έρημος – μη, μη, μη μας στερήσεις ποτέ, ώ άγια, γλυκειά ζωή
 την αγάπη μας για σένα !


ποιητής  Και μέσα στα κλειστά, σφραγισμένα σπίτια άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν παράφορα
και τώρα στο ίδιο κρεβάτι κρυώνει ν΄αγγίξει ο ένας τον άλλον,
μα ο φόβος της μοναξιάς, κι ο οίχτος, κι ο χρόνος που πέρασε, κι ολόκληρη
 η κατεστραμένη ζωή τους – κι αυτή η δυστυχισμένη ανάγκη κάπου ν’ αφοσιωθείς,
ακόμα κι εκεί που σε διώχνουν, τους έδεσαν για πάντα μαζί. Και κάθε που ξυπνάνε τη νύχτα,
συλλογίζονται γι’ αυτό το ξένο πρόσωπο που κοιμάται δίπλα τους : « αν τουλάχιστον πέθαινε ».

Κι οι άνθρωποι που σηκώνονται αθόρυβα μέσα στο σκοτάδι
 και πλησιάζουν τον καθρέφτη και ψαχουλεύουν το κρύο γυαλί
μήπως αγγίξουν το πρόσωπό τους. Μα τα χέρια τους είναι τυφλά,
 σακατεμένα απ’ το βάρος όλων αυτών
 που δεν έδωσαν. Ώσπου ανάβοντας ξαφνικά ένα σπίρτο
 βλέπουν με τρόμο μέσα στον καθρέφτη έναν άγνωστο – έ, ποιος είναι; Πίσω απ’ τη δυσπιστία ή τον εγωισμό
χάσαν για πάντα τον εαυτό τους.

Άνθρωποι τρελλοί από απελπισία, άνθρωποι νεκροί από καθημερνότητα,  άνθρωποι μικρόψυχοι μέσα στις αρέτες τους, κι άλλοι εξαγνισμένοι απ’ τις πελώριες αμαρτίες τους.
 Άνθρωποι που δίνονται ολάκεροι σ’ ένα μεγάλο, απελπισμένο πάθος,
 μέχρι που χάνονται. Κι άλλοι που αντιστέκονται και νικούν,
και συνεχίζουν την ασήμαντη, ξεθωριασμένη ζωή τους.
Τίποτ’ άλλο
παρά άνθρωποι.

Τα διανυχτερεύοντα φαρμακεία με τις χρωματιστές γυάλες
σαν τ’ άρρωστα τοπεία του φεγγαριού. Κι οι εκκλησιές,
 σαν τυφλά απομεινάρια ενός γκρεμισμένου Παραδείσου
 που σωριάστηκε πάνω στη γη. Μονάχα το βήμα του νυχτοφύλακα ακούγεται κάθε τόσο,
μα κανείς δε βλέπει την τρεμούλα των χεριών του
καθώς νοιώθει αόριστα μες στο σκοτάδι, πως δε φυλάει
παρά τα ερείπια ενός κόσμου μακρινού που χάθηκε. Κι οι αρχαιολόγοι σκάβοντας μια μέρα θα τρομάξουν
μπροστά στον τόσο ανθρώπινο πόνο.



( Παύση )

άντρες  Γύριζε, γύριζε γη, γνέθε τις μέρες και τις νύχτες,
 τα χρόνια και τ’ άλλα χρόνια – σαν το μεγάλο αδράχτι των αλλοτινών γυναικών,   γύριζε,
 γνέθε το ταξίδι και το μισεμό, το γυρισμό και το άλλο ταξίδι,
 γνέθε τη δόξα και την ταπείνωση, το μίσος ή τη γιορτή, 
γνέθε το θάνατο, ξεγνέθε τη ζωή,
και πάλι γνέθε, ώ γνέθε,
γνέθε την πράξη τη σωστή.



γυναίκες  Γύριζε ρόκα μας φτωχή
 γνέθε σκουτιά και παραμύθια
 γνέθε κι απ’ όλα πιο πολύ
τ’ όνειρο – θέ μου, τ’ όνειρο,
 πούναι και δόξα και γιορτή
 πούναι μεγάλο σαν τη γη
 που φέγγει όπως ο έρωτας
 και καίει σαν την αλήθεια.




ο αγνωστικιστής  Ποιός είμαι ; Πού πάω ; Και πώς βρέθηκα εδώ
 απ’ τ’ άπειρο των παιδικών μου χρόνων σωριασμένος ξαφνικά
 μέσα σε τούτον το χαμηλοτάβανο, σκονισμένο χρόνο, τα λόγια που λέω, οι σκέψεις που κάνω, οι πράξεις που θέλω
πηλός στα χέρια του χρόνου – η κάθε μέρα μ’ αλλάζει, ενώ στο βάθος τίποτα δε μ’ αλλάζει. Γεγονότα, χειρονομίες, πρόσωπα,
 όλα ξένα, κλειστά, δε σε ξέρουν και δε σε θυμούνται,
οι φωτογραφίες, μικρές ρωγμές απ’ όπου βλέπεις τον Άδη κι όλους τους πεθαμένους του,
 οι καθρέφτες δε μάθανε ποτέ τι είναι παρηγοριά και συγγνώμη.
Κι ο έρωτας κι η δόξα κι ο θάνατος δεν ηχούν μες στην απέραντη μοναξιά
και τον ατέλειωτο χρόνο, πιότερο απ’ όσο ένας τυφλός
που σκοντάφτει σ’ ένα έπιπλο – φοβάμαι, φοβάμαι…



άντρες Φωνή του αντρός που μάχεται, και την ακούει μακριά
 το μέλλον
 και ξεκινάει.



γυναίκες Φωνή του σύμπαντος που τραγουδάει, και την ακούει η γυναίκα μέσα στα σπλάχνα της
και γεννάει.



ποιητής Ώ νύχτες, μεγαλόστηθες, σα μητέρες, νύχτες, όπως αντρίκια χέρια, νύχτες,
ολάνοιχτες. Κι ώ θάνατε, μικρή, ελάχιστη ανταπόδοση σε μια μεγάλη ευεργεσία!
Από ποιο, λοιπόν, παιδικό ξεχασμένο όνειρο, από ποιο μεγάλο απραγματοποίητον έρωτα,
από ποια βαθειά, προαιώνια νοσταλγία
κουβαλάμε αυτήν την αόριστη ανάμνηση της τελειότητας
που συντρίβει ότι αγγίζουμε – και μας κάνει να ξαναρχίζουμε
 αιώνια. Από ποιά αμείλιχτη ευλογία !



( Οι άντρες κι οι γυναίκες έχουν πλησιάσει κι ακούνε τον άνθρωπο με το κασκέτο. )



ο άνθρωπος με το κασκέτο

82. Κι ο τρίτος σύντροφος δε ζήτησε τίποτα.
83. Κι ήτανε άνοιξη.
84. Για ν’ αληθέψει ο λόγος, που γυρίζοντας στα τρίστρατα, λέγαν κείνοι οι παλιοί τραγουδιστές, με τα μακριά τους γένια ν’ ανεμίζουνε σαν άρπες :
85. Ακόμα τουτ’ την άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες…
86. Κι ο επικεφαλής πήγε και στάθηκε πλάι στο απόσπασμα. Κι έδωσε το παράγγελμα :
87. Επί σκοπόν !
88. Οι τρείς σύντροφοι, τότε, γύρισαν και κοιτάχτηκαν μια στιγμή.
89. Κι ύστερα στρέψαν πάλι τα μάτια τους μπροστά, κοιτάζοντας πάνω απ’ τα κράνη του αποσπάσματος, μακριά,
90. το μέλλον.
91. Πυρ

( Παύση )

92. Κι ήταν η ώρα που κάθε μέρα βγαίνει ο ολόλαμπρος ήλιος.
93. Κι αρχίζει η ζωή.



( Μεγάλη παύση )


γυναίκες α’ ημιχόριο Βγάζω τόνα πόδι μπροστά
και πίσω πάλι το βάζω,
σηκώνω το ανήμπορο χέρι μου
 κι άψυχο πέφτει ξανά,
 άχ, πώς, πώς,
πώς να σε ξεπροβοδίσω.
Θέλω να κόψω τα στήθεια μου
που βύζαξες γάλα,
να ξεριζώσω τα μαλλιά μου
 που σ’ είχαν κάποτε σκεπάσει,
 να βγάλω και τα δυο μου μάτια
 που άντεξαν –
να φτιάξω στρώμα μαλακό
 να γείρεις ν’ αποκοιμηθείς,
γιατί το χώμα είναι σκληρό
 κι είναι πικρή η μαύρη γης,
 άχ, πώς, πώς,
πώς να σε ξεπροβοδίσω.



β’ ημιχόριο  Δε μούμεινε πια δύναμη να κλάψω,
 τα δάκρυά μου ξοδεύτηκαν σε τόσα ασήμαντα πράγματα,
 μια ολάκερη ζωή – και τώρα που χρειάζομαι εκείνη την κραυγή,
 που να σειστεί ουρανός και γη
δε βγαίνει παρά το άναρθρο αυτό βέλασμα,
 άααα, ωιμένα –



χορός  
Κι ώ μη, μη, μη μας στερήσεις ποτέ, ώ άγια, γλυκειά ζωή
την αγάπη μας για σένα.



άντρες   Έτσι πέφταν οι σύντροφοι και τους σκεπάζανε τα στάχια του τραγουδιού μας –
όνειρα, σάλπιγγες, πυξίδες, γέννες, αρτοφόρια, θρύλοι, πορφυρά κρασιά,
 η σημαία μας είναι ανεξάντλητη σα το χρόνο, η σημαία μας είναι βαθειά απ’ το αίμα –



γυναίκες   κι ο κάθε πόνος μας είναι μια μυστική, πικρή επιστροφή στην άγια ταπεινότητα των απλών πραγμάτων -



άντρες  η σημαία μας είναι αθάνατη από χιλιάδες νεκρούς !



( Παύση )



εκείνος με τη μνήμη  Σχέδια που εγκαταλείπουμε, αποφάσεις που φοβηθήκαμε να πάρουμε,
προσδοκίες των άλλων από μας που τις τροφοδοτήσαμε κι ας ξέραμε τι επικίνδυνο ήταν. Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους,
ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα, και τη δική μας υστεροβουλία. Άνθρωποι που συναντήσαμε μια νύχτα, μα που το βλέμμα τους όρισε πια για πάντα
 τη ζωή μας. Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν ήρθε η ώρα
 δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή – έρχονται όλα κάποτε, μαζεμένα,
 μέσα σε μια στιγμή, εκεί που ανεβαίνεις ανύποπτος μια σκάλα
ή απλώνεις το χέρι στο σκοτάδι ψάχνοντας για το φως, μονάχος σ’ ένα μισοσκότεινο δωμάτιο ή μέσα στο πλήθος και τα φώτα –
πού να πας τότε ; πού θα κτυφτείς! Τι την έκανες την ανεπανάληπτη ζωή σου ;




ένας που μας έμοιαζε  
Γιατί στο βάθος, μας βασανίζει ανελέητα η απόγνωση νάχουμε κάτι ολότελα δικό μας –
με τη δύναμη μας αρπαγμένο από τους άλλους,
ή έστω, πεταμένο, σαν κόκκαλο,
απ’ τον οίχτο τους.
 Κι η αυτοταπείνωση, το ίδιο, όπως κι ο εγωισμός, είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος
να υπάρξεις.





ο άνθρωπος με το καπέλο

94. Και δεν πέρασαν μέρες πολλές κι οι άντρες με τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες, ( για να μη φαίνονται τα τυφλά τους μάτια ), πήραν καινούργια διαταγή.
95. Και χτύπησαν τη μικρή σιδερένια πόρτα, στο κέντρο της πόλης, πίσω απ’ την αγορά.
96. Εκεί που ο αέρας μυρίζει ολόγυρα ψαρίλα και χαλασμένα φρούτα.
97. Κι ολημερίς πηγαινοέρχονται άνθρωποι φτωχοί κι αγοράζουν χόρτα, ύποπτης ποιότητας κρέατα, και φτηνά, της δραχμής, κεριά για τους νεκρούς τους.
98. Απ’ αυτούς που ζήσαν χρόνια μες στη δυστυχία και την ταπείνωση, κι όταν κάποτε ξαφνικά τους απλώσεις το χέρι, εκείνοι χαμογελάνε φοβισμένα, κι αποτραβιούνται.
99. Εκεί που οι διάφοροι έμποροι βγαίνουν στις πόρτες των μαγαζιών και κοιτάζουν το δρόμο σαν κάτι να ψάχνουν. Κι ανοίγουν μετά τα βιβλία με τους λογαριασμούς και τα συρτάρια με τις εισπράξεις κι αρχίζουν πάλι να ψάχνουν.
100. Μα όστις απωλέσει την ψυχήν αυτού, με τι θέλει την αντικαταστήσει ;
101. Και το βράδι γυρίζουν σπίτι τους κι αγγίζουν τις γυναίκες τους στο κρεβάτι με χέρια βαρειά – που συνεχίζουν να ψάχνουν.
102. Κι εκείνος, μαρμαράς το επάγγελμα, σηκώθηκε κι άνοιξε. Και τον ερώτησαν : πώς λέγεσαι ; Κι αυτός τους απάντησε.
103. Κι οι άντρες με τις ρεπούμπλικες ταράχτηκαν μόλις άκουσαν τ’ όνομά του.
104. Κι αναρωτιόντουσαν μεταξύ τους : τι συμβαίνει λοιπόν ; μην τάχα αναστήθηκε ;
105. Κι ύστερα γέλασαν, πως τάχα δε γίνονται στον αιώνα μας θαύματα – ένα γέλιο αβέβαιο.

( Μικρή παύση )

106. Και τ’ όνομά του ήταν μεγάλο σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα.



( Παύση )



άντρες   Ώ, εσύ, Γη, που πάνω στ’ αδράχτια των ξερών κλαριών
 γνέθεις αιώνια τον Απρίλη, υφάντρα της άνοιξης και της υπομονής,
 γη, δροσερή πλύστρα, πλένοντας τις μέρες και τις νύχτες σου στην καθάρια πηγή της επανάληψης,
γη, σαβανώτρα, που μες στα σπλάχνα σου κοιλοπονάς ακόμα και τους πεθαμένους
 σε μιαν άλλη, διάχυτη, δίχως όνομα, απρόσωπη ζωή.
 Ώ μάνα, Γη !



γυναίκες  Κι εσύ, ήλιε, τρισήλιε μου,
 βουίζοντας σαν το γλυκό των αντρών μας σπέρμα,
 κι η πιο μικρή ρωγμή γίνεται ένα τρυφερό, διψασμένο αιδοίο να σε δεχτεί
για να γεννηθεί το μέλι κι ο έρωτας κι η ποίηση, κι η αυριανή ευτυχία.



χορός 
Η σημαία μας είναι αγέρωχη σαν τα φέρετρα 
η σημαία μας είναι αναμάρτητη σαν τις μητέρες 
η σημαία μας είναι σκληρή σαν το Θεό – 


( οι φωνές χαμηλώνουν ) 


Κι ώ μη, μη μας στερήσεις ποτέ, ώ άγια, γλυκειά ζωή
την αγάπη μας για σένα. 



( Μεγάλη παύση. Ο ποιητής κατεβαίνει κι έρχεται πολύ μπροστά στο προσκήνιο.)




ποιητής 
Γιατί, αλήθεια, φίλοι μου, πέστε μου, τι άλλο είναι, 
λοιπόν, η παντοδυναμία 
απ’ την απέραντη τούτη δίψα. Νάσαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα 
τόσο αιώνια ! 







Σημειώσεις

1. Η ορθογραφία του ποιήματος διατηρήθηκε ακριβώς όπως ήταν στην έκδοση των 3 τόμων ολόκληρου του έργου του Τάσου Λειβαδίτη από τις εκδόσεις Κέδρος.
2. Είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύεται στο διαδίκτυο ολόκληρο το εξαιρετικό αυτό ποίημα. Καλή ανάγνωση στους φίλους της ποίησης.





1 σχόλιο: