Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Fernando Pessoa- Poemas de Alberto Caeiro



Poemas de Alberto Caeiro

I

Ευτυχείς αυτοί πού δε συλλογιούνται,

γιατί η ζωή είναι γενιά τους

και απλόχερο καταφύγιο!

Ευτυχείς αυτοί πού πράττουν

όπως το ζώο πού έχουν μέσα τους!

Καλύτερα, από παιδιά,

να έχεις απλά πίστη,

πού σημαίνει

να μη ξέρεις ποιος είσαι

ή τι θέλεις.

Ευτυχείς αυτοί

πού δεν σκέφτονται,

γιατί είναι όντα,

και όντα σημαίνει να πιάνεις

ένα χώρο

και την συνείδηση να ακουμπάς

σε ένα μοιράδι.

`

ΙΙ

Τα έσπασα με τον ήλιο και τα’ αστέρια.

Αφήνω τον κόσμο να φύγει.

Πήγα μακριά και πλέρια με ένα γυλιό

πράματα πού ξέρω.

Έκανα το ταξίδι, ψώνισα τα άχρηστα,

βρήκα το ακαθόριστο,

κι η καρδιά μου είναι ίδια αυτό πού ήταν:

ουρανός και έρημος.

Απότυχα σ’ αυτό πού ήμουν,

σ’ αυτό πού ήθελα,

σ’ αυτό πού ανακάλυψα.

Ψυχή δεν μού απόμεινε

για ν’ αψηλώσει το φώς

ή το σκοτάδι να πυκνώσει.

Δεν είμαι τίποτα παρά μια ναυτία, μια οπτασία,

τίποτα παρά μια πεθυμιά.

Είμαι κάτι πολύ μακρυσμένο,

και συνεχίζω να φεύγω

ίσα γιατί το εγώ μου

νοιώθει τόσο οικεία και τόσο γήϊνα,

κολλημένο σαν ρόχαλο

σ’ ένα αρμό του κόσμου.



`

ΙΙΙ

Διάβασα κανά-δυό λέξεις

του βιβλίου

ποιητή μυστικιστή

και γέλασα σαν κάποιον

πού έχει κλάψει πολύ.

Οι μυστικιστές ποιητές

είναι φιλόσοφοι αρρωστημένοι

και οι φιλόσοφοι άνθρωποι σαλεμένοι.

Γιατί οι μυστικιστές ποιητές λένε

ότι τα λουλούδια αισθάνονται

κι’ ότι οι πέτρες έχουν ψυχή

κι’ ότι τα ποτάμια εκστασιάζονται

κάτω απ’ το φεγγάρι.

Αλλά αν αισθάνονταν

τα λουλούδια δε θα ‘ταν λουλούδια

θα ήταν πρόσωπα˙

Κι’ αν οι πέτρες είχαν ψυχή,

θα ήταν πράγματα ζωντανά,

δεν θά ’ταν πέτρες˙

Κι’ αν τα ποτάμια εκστασιάζονταν κάτω

από το φεγγάρι

τα ποτάμια θα ήταν

κάποιοι κρονόληροι.

Σίγουρα να μη ξέρεις πρέπει

τι είναι τα λουλούδια

και οι πέτρες και τα ποτάμια

μιλώντας για τα αισθήματα σου.

Το να μιλάς για την ψυχή της πέτρας

του λουλουδιού και του ποταμιού

είναι το να μιλάς

για σένα τον ίδιο

και τούς σφαλερούς συλλογισμούς σου.

Δόξα τον Θεό πού οι πέτρες

είναι μόνο πέτρες

και τα ποτάμια δεν είναι παρά ποτάμια

και τα λουλούδια μόλις λουλούδια.

Όσο για μένα γράφω τα κείμενα

των στίχων μου

και είμαι ευχαριστημένος

γιατί ξέρω και καταλαβαίνω

την φυσικότητα από τα έξω˙

και δεν τη ξέρω από τα μέσα

γιατί η φυσικότητα εσωτερικό δεν έχει˙

αλλιώς δεν θα ’τανε φυσικότητα.

`

ΙV

Αν θέλουνε να πιάνομαι με τον μυστικισμό,

εντάξει: τον έχω

Είμαι μυστικιστής αλλά μόνο με το σώμα.

Η ψυχή μου είναι απλή και δε σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου είναι

το να μη θέλω να γνωρίζω.

Να ζω και να μην τον σκέφτομαι.

Δε ξέρω τι είναι η φυσικότητα: Την τραγουδάω.

Ζω στη κορυφή ενός γήλοφου

σε ένα μοναχικό ασβεστωμένο σπίτι

και αυτός είναι ο ορισμός μου.

`

V

Υπάρχει αρκετή μεταφυσική

στο τίποτα να μη σκέφτεσαι.

Τι σκέφτομαι για τον κόσμο;

Να ήξερα τι σκέφτομαι για τον κόσμο!

Αν δεν ήμουνα στα καλά μου

θα τόνε σκεφτόμουνα.

Τι ιδέα έχω για τα πράγματα;

Τι γνώμη έχω για αιτίες και αποτελέσματα;

Τι διαλογίστηκα για Θεό και ψυχή

και την δημιουργία του κόσμου;

Δεν ξέρω. Για μένα οι σκέψεις γι’ αυτά

είναι να κλείνω τα μάτια και να μη σκέφτομαι.

Είναι να τραβώ τις κουρτίνες

του παραθύρου μου (αν και δεν έχει κουρτίνες).

Το μυστήριο των πραγμάτων;

Να ήξερα τι είναι μυστήριο!

Το μόνο μυστήριο είναι

ότι υπάρχει κάποιος

πού σκέφτεται το μυστήριο.

Αυτός πού στέκεται στον ήλιο

και κλείνει τα μάτια

αρχίζει να μην καταλαβαίνει

το φώς τι είναι

και να σκέφτεται πράγματα

στην πλησμονή της κάψας.

Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τον ήλιο

και να σκεφτεί πλέον

τίποτα δεν μπορεί

γιατί το φώς του ήλιου

αξίζει πιότερο από τις σκέψεις

όλων των φιλόσοφων

και όλων των ποιητών.

Το φώς του ήλιου

δεν ξέρει αυτό πού κάνει

και γι’ αυτό δε σφάλλει

όντας ωραίο και απλό.

Μεταφυσική;

Τι μεταφυσική έχουν εκείνα τα δέντρα;

Αυτή του να είναι πράσινα και θαλερά

του να έχουνε κλαδιά

και να δίνουνε φρούτα στην εποχή τους

πού δεν μας κάνει να σκεφτόμαστε

ότι δεν ξέρουμε να τα ανταποδώσουμε.

Ωστόσο ποια καλύτερη μεταφυσική

από τη δική τους

πού είναι το να μη ξέρουν

γιατί ζουν

ούτε το να ξέρουν

ότι δεν το ξέρουν;

«Εσωτερική συγκρότηση των πραγμάτων»…

«Εσωτερικό νόημα του σύμπαντος»…

Όλα σφαλερά πού τίποτα

δε θέλουνε να πουν.

Απίστευτο πού μπορεί

να σκέφτεσαι για τέτοια πράγματα.

Είναι σα να σκέφτεσαι

για αιτίες και σκοπούς

όταν χαράζει η αυγή

και μέσα από τα φυλλώματα

ένα ’χλιό χρυσαφί

διαλύει το σκοτάδι.

Το να σκέφτεσαι

το εσωτερικό νόημα των πραγμάτων

είναι παραπανίσιο,

όπως το να σκέφτεσαι την υγεία

ή το να πίνεις με ένα ποτήρι

από το νερό μιας πηγής.

Το μόνο εσωτερικό νόημα των πραγμάτων

είναι ότι δεν έχουνε κανένα

εσωτερικό νόημα.

Δεν πιστεύω σε Θεό

γιατί ποτές δεν τον είδα.

Αν ήθελε να τόνε πιστεύω

θα ερχότανε το δίχως άλλο

να μού μιλήσει

και θα ‘μπαινε μέσα από τη πόρτα μου

λέγοντας μου: Είμαι εδώ!

(Ίσως είναι γελοίο στ’ αυτιά εκείνου

πού μη ξέροντας τι είναι να κοιτάς

ίσια τα πράγματα

δεν καταλαβαίνει αυτόν

πού μιλάει γι’ αυτά

με τον τρόπο της έκφρασης

πού η όψη τους παραπέμπει).

Όμως αν ο Θεός, είναι τα λουλούδια

και τα δέντρα και τα βουνά

κι’ ο ήλιος και το φεγγάρι,

τότε τόνε πιστεύω,

τότε τόνε πιστεύω

για κάθε λεπτό

κι’ όλη μου η ζωή

είναι προσευχή και λειτουργία

και ευχαριστία με τα μάτια

και από τα αυτιά.

Αλλά αν ο Θεός είναι

τα λουλούδια

και τα δέντρα και τα βουνά

κι’ ο ήλιος και το φεγγάρι,

γιατί τον λέμε Θεό;

Τον λέω

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι˙

Γιατί αν ήτανε καμωμένος

για να τον έβλεπα

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι,

αν μού εμφανιζότανε

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιος και φεγγάρι,

είναι γιατί θα ήθελε

να τόνε ξέρω

για λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι.

Γι’ αυτό και τον υπακούω

(Τι περισσότερο ξέρω εγώ για τον Θεό

απ’ ότι ο Θεός για τον εαυτό του;)

τον υπακούω ζώντας, αυθόρμητα,

σαν κάποιος πού ανοίγει τα μάτια

και βλέπει,

και τόνε λέω λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι

και τον αγαπάω

χωρίς να τον σκέφτομαι

και τόνε σκέφτομαι

βλέποντας και ακούγοντας

και βαδίζω πάντοτε

δίπλα του.

`

VI

Μπαίνω μέσα και κλείνω το παράθυρο.

Μού φέρνουν το κηροπήγιο

και μού λένε καληνύχτα.

Και η φωνή μου αναγαλλιάζει στην καληνύχτα.

Μακάρι η ζωή μου

να ήταν πάντα τούτο:

η μέρα γεμάτη ήλιο,

ή μιας απαλής βροχής,

ή κατακλυσμική

σαν να τελεύει ο κόσμος,

το βράδυ γλυκό

και τα ασκέρια πού περνούν

να κοιτάνε με περιέργεια

το παράθυρο,

η τελευταία μειλίχια ματιά

στη γαλήνη των δέντρων

και μετά,

με κλεισμένο το παράθυρο

και το κερί σβηστό,

χωρίς τίποτα να διαβάζω

χωρίς τίποτα να σκεφτώ,

χωρίς ύπνο,

να νοιώθω τη ζωή

να κυλάει μέσα μου

όπως ένα ποτάμι στην κοίτη του,

και εκεί έξω

μια μεγάλη σιωπή

σαν ένας θεός πού κοιμάται.

`

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Βίκτωρ Ουγκώ: Ο άνδρας και η γυναίκα





Ο άνδρας είναι το πιο ΕΞΥΨΩΜΕΝΟ των πλασμάτων.

Η γυναίκα είναι το ΥΨΙΣΤΟ των ιδανικών.




Ο Θεός έκανε για τον άνδρα ένα ΘΡΟΝΟ.

Για τη γυναίκα ένα ΒΩΜΟ.

Ο θρόνος ΕΚΘΕΙΑΖΕΙ, ο βωμός ΑΓΙΑΖΕΙ.
 Ο άνδρας είναι ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ, η γυναίκα η ΚΑΡΔΙΑ. 
Ο εγκέφαλος κατασκευάζει το ΦΩΣ, η καρδιά παράγει την ΑΓΑΠΗ. 
Το φως ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΕΙ. Η αγάπη ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ. 
Ο άνδρας είναι ΔΥΝΑΤΟΣ με τη λογική. 
Η γυναίκα είναι ΑΝΙΚΗΤΗ με τα δάκρυα. 
Η λογική ΠΕΙΘΕΙ. Τα δάκρυα ΣΥΓΚΙΝΟΥΝ. 

Ο άνδρας είναι ικανός για όλους τους ΗΡΩΙΣΜΟΥΣ. 
Η γυναίκα για όλα τα ΜΑΡΤΥΡΙΑ. 
Ο ηρωισμός ΕΞΕΥΓΕΝΙΖΕΙ, το μαρτύριο ΑΝΥΨΩΝΕΙ. 

Ο άνδρας έχει την ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ. 
Η γυναίκα την ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ. 
Η ανωτερότητα σημαίνει τη ΔΥΝΑΜΗ, 
Η προτεραιότητα αντιπροσωπεύει το ΔΙΚΑΙΩΜΑ. 

Ο άνδρας είναι ένας ΜΕΓΑΛΟΦΥΗΣ, η γυναίκα ένας ΑΓΓΕΛΟΣ. 
Ο μεγαλοφυής είναι ΑΠΕΙΡΟΣ. Ο άγγελος είναι ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΣ.

 Ο πόθος του άντρα είναι η ανωτάτη δόξα. 
Ο πόθος της γυναίκας είναι η άκρα αρετή. 
Η δόξα κάνει όλο το ΜΕΓΑΛΟ. 
Η αρετή κάνει όλο το ΘΕΪΚΟ. 

Ο άνδρας είναι ένας ΚΩΔΙΚΑΣ, η γυναίκα ένα ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. 
Ο κώδικας ΔΙΟΡΘΩΝΕΙ. Το ευαγγέλιο ΤΕΛΕΙΟΠΟΙΕΙ.

 Ο άνδρας ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ. Η γυναίκα ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ. 
Το να σκέπτεται κανείς σημαίνει να έχει μια νύμφη στο κρανίο. 
Το να ονειρεύεσαι σημαίνει να έχεις ένα φωτοστέφανο στο μέτωπο. 

Ο άνδρας είναι ένας ΩΚΕΑΝΟΣ. Η γυναίκα είναι μια ΛΙΜΝΗ. 
Ο ωκεανός έχει το μαργαριτάρι που στολίζει, η λίμνη το ποίημα που θαμπώνει. 

Ο άνδρας είναι ο ΑΕΤΟΣ που πετάει.
 Η γυναίκα είναι το ΑΗΔΟΝΙ που τραγουδάει. 
Το να πετάς σημαίνει να κυριαρχείς στο ΔΙΑΣΤΗΜΑ. 
Το να τραγουδάς σημαίνει να κατακτήσεις την ΨΥΧΗ. 

Ο άνδρας είναι ενός ΝΑΟΣ, η γυναίκα είναι το ΙΕΡΟ. 
Μπροστά στο ναό ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΜΑΣΤΕ.
 Μπροστά στο ιερό ΓΟΝΑΤΙΖΟΥΜΕ. 

Τελικά: ο άνδρας είναι τοποθετημένος εκεί που τελειώνει η γη
. Η γυναίκα εκεί που αρχίζει ο ουρανός. 

Ευλογημένη ας είναι η αγάπη. Ευλογημένα Τα όντα που ΛΑΤΡΕΥΟΝΤΑΙ

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ο Δημήτρης Γληνός, εξόριστος στον Αη Στράτη, περιγράφει τις πρώτες ώρες του στο νησί της εξορίας



Δημήτρης Γληνός
(φωτογραφία: ΑΣΚΙ)



Λιμάνι Πειραιά, απόγευμα Παρασκευής 18 Οκτώβρη 1935.
«[…] Στην παραλία του λιμανιού του Πειραιά, όπου ήταν αραγμένο το βαπόρι που θα έφευγε για τη Μυτιλήνη, λίγοι συγγενείς, φίλοι, μαθητές του Γληνού και του Βάρναλη μαζί με τους συγγενείς των συγκρατουμένων συντρόφων τους, περιμέναμε να μεταφερθούν από το Τμήμα μεταγωγών του Πειραιά στο καράβι. Περιμέναμε πολύ. Κάποτε φάνηκε να προχωρεί προς το αραγμένο καράβι μια μακριά σειρά αγωνιστές της δημοκρατίας, της προδομένης από τον αστικό παλαιοδημοκρατικό κόσμο. Αλυσσοδεμένοι δυο-δυο, εργάτες, επαγγελματίες και διανοούμενοι προχωρούν περήφανοι. Κρατάν ψηλά το κεφάλι. Τους συνοδεύει ένοπλο απόσπασμα της χωροφυλακής. Καθώς περνάνε από κοντά μας χαιρετάν και χαιρετάμε το Δάσκαλο, τον Ποιητή και τους αλυσσοδεμένους συντρόφους των. Ο Γληνός φοράει το γαλλικό μπερέ, που του χάρισε ο φίλος του Θράσος Καστανάκης στο Τμήμα μεταγωγών του Πειραιά. Καθώς ανεβαίνει την ανηφορική σκάλα του βαποριού γυρίζει και μας χαιρετά για τελευταία φορά, πριν μπει στο βαπόρι και χαθεί κάτω στο αμπάρι, μαζί με τους συντρόφους του. έχει τα μάτια βουρκωμένα…» [1]



Το καράβι θα φτάσει στη Μυτιλήνη το μεσημέρι της Κυριακής 20 του Οκτώβρη. Οι 33 κρατούμενοι μεταφέρονται στο αστυνομικό τμήμα όπου παραμένουν για έξι μέρες. Το βράδυ της 25ης του Οκτώβρη, ο Γληνός (που είναι άρρωστος), ο Βάρναλης και οι άλλοι αγωνιστές, σιδηροδέσμιοι, οδηγούνται στο καράβι «Μαρία Λ.» που κάνει το δρομολόγιο προς τον Αη Στράτη. Στο κείμενο που ακολουθεί ο Δημήτρης Γληνός περιγράφει το ταξίδι, πως τους υποδέχτηκαν οι παλιοί εξόριστοι και τις πρώτες ώρες του στο νησί της εξορίας.


ΤΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


Αποβραδίς, που μας ανέβαζαν στο βαπόρι δεμένους δυο δυο, φυσούσε μια φρέσκη, νοτιά και συντάραξε το λιμάνι της Μυτιλήνης.
―«Πολύ φοβάμαι πως δε θα μπορέσει η «Μαρία Λ» να μας βγάλει στον Αϊστράτη» μου λέει ένας σύντροφος. Και καθώς είμαστε κατατσακισμένοι ύστερ’ από τις οχτώ μέρες, που είχαμε περάσει στ’ αστυνομικά μπουντρούμια, η νέα αυτή θαλασσινή περιπέτεια δεν μας ερχότανε βολικά.
Την άλλη μέρα το πρωί στις 26 του Οχτώβρη, περνούσαμε την Άσπρη Θάλασσα ανάμεσα Μυτιλήνης και Λήμνο. Η νοτιά είχε στρώσει και δεν είταν ενοχλητική. ανεβασμένοι στο γεφύρι του βαποριού τρώγαμε με τα μάτια μας τα πελαγήσια μάκρη για να ξεχωρίσουμε το νησάκι της εξορίας μας. Μα τίποτα δεν φαινόταν ακόμη. Ο καπετάνιος της «Μαρίας Λ» ένας τύπος πολιτισμένου θαλασσινού, με κάλεσε

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Bertolt Brecht : Η ΑΠΟΦΑΣΗ (όλο το έργο)


Bertolt Brecht
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
(Die Maßnahme)
1930
Μετάφραση: Lenin Reloaded





Οι χαρακτήρες:


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ. Παίζουν:
Τον νεαρό σύντροφο· τον Διευθυντή του Οίκου του Κόμματος· τους δύο κούληδες· τον επιστάτη· τους δυο υφαντουργούς· τον αστυνόμο· τον έμπορο.


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ





ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Εμφανιστείτε! Γιατί το έργο σας ήταν επιτυχές. Τώρα, υπάρχει άλλη μια γη όπου ξεκίνησε η Επανάσταση, και οι γραμμές τραβήχτηκαν, κι έτσι οι στρατευμένοι ξέρουν πού στέκονται. Συμφωνούμε μαζί σας.


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Σταματήστε! Υπάρχει κάτι που πρέπει να σας πούμε. Πρέπει να σας αναφέρουμε το θάνατο ενός συντρόφου.


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Μπορείτε να μας πείτε ποιος τον σκότωσε;


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Εμείς τον σκοτώσαμε. Τον πυροβολήσαμε και τον πετάξαμε σε ένα λάκκο με ασβέστη.


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Τι μπορεί να έκανε και φτάσατε να τον σκοτώσετε;


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Συχνά έκανε το σωστό, μερικές φορές το λάθος, αλλά στο τέλος είχε γίνει κίνδυνος για το κίνημα. Ήθελε να κάνει το σωστό, και έκανε το λάθος. Ζητούμε την ετυμηγορία σας.


Ο ΧΟΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ: Δείξτε μας πώς έγινε, και θα σας δώσουμε την ετυμηγορία μας.


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Θα δεχτούμε την ετυμηγορία σας.



1


ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Ήρθαμε ως αγκιτάτορες από τη Μόσχα, με διαταγές να ταξιδέψουμε στην πόλη Μούκντεν, όπου έπρεπε να κάνουμε προπαγάνδα και να ενισχύσουμε το κινεζικό Κόμμα στα εργοστάσια. Έπρεπε να αναφερθούμε στο τελευταίο οίκημα του Κόμματος πριν τα σύνορα, και να ζητήσουμε οδηγό. Στο εξωτερικό γραφείο ήρθε σε μας ένας νεαρός σύντροφος και συζητήσαμε την φύση της αποστολής μας. Θα επαναλάβουμε τη συζήτηση.


Ένας απ' αυτούς παίζει τον Νεαρό Σύντροφο, και οι άλλοι συσπειρώνονται ως τρεις αντιμέτωποι με ένα.


Ο ΝΕΑΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ: Είμαι ο γραμματέας του τελευταίου οικήματος του Κόμματος πριν τα σύνορα. Η καρδιά μου χτυπά για την Επανάσταση. Η θέα της αδικίας με έκανε να ενωθώ με τους παρτιζάνους. Ο άνθρωπος πρέπει να βοηθά τον άνθρωπο. Υποστηρίζω την ελευθερία. Πιστεύω στο ανθρώπινο είδος. Και υποστηρίζω τις αποφάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο αγωνίζεται για την αταξική κοινωνία, ενάντια στην εκμετάλλευση και την άγνοια.


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Ερχόμαστε απ' τη Μόσχα.


Ο ΝΕΑΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ: Σας περιμέναμε.


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΓΚΙΤΑΤΟΡΕΣ: Γιατί;


Ο ΝΕΑΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ: Δεν πάμε πουθενά. Υπάρχει χάος και πείνα, πολλές μάχες,

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Μπρεχτ - Στους μεταγενέστερους, Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι

Στους μεταγενέστερους

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!
Τα λόγια που δεν κεντρίζουν είναι σημάδι χαζομάρας.
Ένα λείο μέτωπο, αναισθησίας.
Εκείνος που γελάει δεν έχει μάθει ακόμα τις τρομερές ειδήσεις.
Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι, που είν' έγκλημα σχεδόν όταν μιλάς για δέντρα
γιατί έτσι παρασιωπάς χιλιάδες κακουργήματα!
Αυτός εκεί πού διασχίζει ήρεμα το δρόμο,
ξέκοψε πια ολότελα απ' τους φίλους του πού βρίσκονται σ' ανάγκη.


Είναι σωστό: το ψωμί μου ακόμα το κερδίζω.

Όμως πιστέψτε με: Είναι εντελώς τυχαίο. Απ' ό,τι κάνω,
Τίποτε δε μου δίνει το δικαίωμα να φάω ως να χορτάσω.
Έχω γλιτώσει κατά σύμπτωση. (Λίγο η τύχη να μ' αφήσει, χάθηκα.)

Μου λένε: Φάε και πιες! Να 'σαι ευχαριστημένος που έχεις!
Μα πώς να φάω και να πιω, όταν το φαγητό μου τ' αρπάζω
από τον πεινασμένο, όταν
κάποιος διψάει για το ποτήρι το νερό που έχω;
Κι ωστόσο, τρώω και πίνω.

Θα 'θελα ακόμα να 'μουνα σοφός.
Τ' αρχαία βιβλίο λένε τί είναι η σοφία:
Μακριά να μένεις απ' τις επίγειες συγκρούσεις
και δίχως φόβο τη λιγοστή ζωή σου να περνάς.
Θεωρούν σοφό ακόμα το δρόμο σου να τραβάς αποφεύγοντας τη βία
Στο κακό ν' ανταποδίνεις το καλό, να μη χορταίνεις τις επιθυμίες σου,
αλλά να τις ξεχνάς.
Μου είναι αδύνατο να πράξω όλα τούτα

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!
Ήρθα στις πόλεις την εποχή της αναστάτωσης
Όταν εκεί, βασίλευε η πείνα.
Ήρθα μες στους ανθρώπους στην εποχή της ανταρσίας
Και ξεσηκώθηκα μαζί τους.

Έτσι κύλησε ο χρόνος,που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Το ψωμί μου το 'τρωγα ανάμεσα στις μάχες.
Για να κοιμηθώ, πλάγιαζα ανάμεσα στους δολοφόνους.
Αφρόντιστα δινόμουνα στον έρωτα.
Κι αντίκριζα τη φύση δίχως υπομονή.
Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε.

Στον καιρό μου, οι δρόμοι φέρνανε στη λάσπη.
Η μιλιά μου με κατέδιδε στο δήμιο.
Λίγα περνούσαν απ' το χέρι μου.
Όμως, αν δεν υπήρχα οι αφέντες θα στέκονταν πιο σίγουρα,
αυτό έλπιζα τουλάχιστον.

Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Οι δυνάμεις ήτανε μετρημένες.
Ο στόχος βρισκότανε πολύ μακριά.
Φαινόταν ολοκάθαρα, αν και για μένα,
ήταν σχεδόν απρόσιτος.

Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε.

Εσείς, που θ' αναδυθείτε μέσ' απ' τον κατακλυσμό
που εμάς μας έπνιξε,οταν για τις αδυναμίες μας μιλάτε
σκεφτείτε και τα μαύρα χρόνια που εσείς γλυτώσατε.

Εμείς περνάγαμε, αλλάζοντας χώρες πιο συχνά
από παπούτσια, μέσα από ταξικούς πολέμους,
απελπισμένοι σα βλέπαμε, την αδικία να κυριαρχεί
και να μην υπάρχει εξέγερση. Κι όμως το ξέραμε:

Ακόμα και το μίσος ενάντια στην ευτέλεια
Παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά.
Ακόμα κι η οργή ενάντια στην αδικία
Βραχνιάζει τη φωνή.

Αλίμονο, εμείς
Που θέλαμε να ετοιμάσουμε το δρόμο στη φιλία
Δεν καταφέρναμε να 'μαστε φίλοι ανάμεσά μας.
Όμως εσείς, όταν θα ‘ρθει ο καιρός
Ο άνθρωπος να βοηθάει τον άνθρωπο
Να μας θυμάστε
Με κάποιαν επιείκεια.


Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι

Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
είσαστε χαμένοι.
Φίλος σας είναι η αλλαγή
η αντίφαση είναι σύμμαχός σας.
Από το Τίποτα
πρέπει κάτι να κάνετε, μα οι δυνατοί
πρέπει να γίνουνε τίποτα.
Αυτό που έχετε, απαρνηθείτε το και πάρτε
αυτό που σας αρνιούνται.


Ομιλία ενός εργάτη σ' ένα γιατρό

Όταν σε σένα ερχόμαστε
Παραμερίζεις τα κουρέλια μας
Και ακροάσαι κάθε σπιθαμή απ' το γυμνό κορμί μας.
Όσο για την αιτία της αρρώστιας μας
Μια ματιά να 'χες ρίξει στα κουρέλια μας
Θα σου 'λεγε περισσότερα. Είναι η ίδια αιτία που φθείρει
Το κορμί μας και τα ρούχα μας.

Ο πόνος που έχουμε στο ώμο μας προέρχεται
Προέρχεται λες από την υγρασία, απ' αυτήν όμως
Προέρχεται και η κηλίδα στον τοίχο του σπιτιού μας.
Πες μας λοιπόν από πού προέρχεται η υγρασία;

Πάρα πολύ δουλειά και πολύ λίγο φαγητό
Αδύναμους μας κάνουν και μας αρρωσταίνουν
Η συνταγή σου λέει:
Πρέπει να πάρετε βάρος
Μπορείς και στα βούρλα να πεις
Ότι δεν πρέπει να βρέχονται.


Εγκώμιο στον επαναστάτη

Όταν η καταπίεση αυξάνει
Πολλοί αποθαρρύνονται
Μα το δικό του κουράγιο μεγαλώνει.

Οργανώνει τον αγώνα του
Για τη δεκάρα από το μεροκάματο και για το τσάι
Και για την κρατική εξουσία.

Ρωτάει την ιδιοκτησία:
Από πού φτιάχτηκες;

Ρωτάει τις απόψεις:
Ποιον ωφελείτε;

Όπου τα πάντα καλύπτει η σιωπή
αυτός θα μιλήσει

Κι όπου η καταπίεση κυριαρχεί και για τη μοίρα γίνεται
κουβέντα
Αυτός θα πει τα πράγματα με τ' όνομά τους.

Όπου κάθεται στο τραπέζι
Κάθεται η δυσαρέσκεια στο τραπέζι
Το φαΐ γίνεται κακό
Και η κάμαρη στενή θα μας φαντάζει


Προς τα κει που τον κυνηγάνε
Πηγαίνει η εξέγερση, κι απ' όπου αυτός καταδιωγμένος φεύγει
Μένει η αναταραχή.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

O Πωλ Ελυάρ στον Γράμμο το '49 - Αθήνα και 3 ακόμη ποιήματα




Έκκληση του Πωλ Ελυάρ στους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού στο μέτωπο του Γράμμου (Ιούνης 1949)

Γιοι της Ελλάδας,

Απευθύνομαι σ” εσάς τους αγρότες, τους εργάτες, τους διανοούμενους που υπηρετείτε αναγκαστικά στο στρατό μιας κυβέρνησης που δεν σας εκπροσωπεί. Και πρώτα απ” όλα θέλω να σας διαβεβαιώσω πως ήρθα για να διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια την εδώ κατάσταση και πως μοναδικός λόγος που με παρότρυνε σ” αυτό είναι το ζωηρό ενδιαφέρον μου για την αλήθεια αλλά και το πάθος μου για την ειρήνη. Ένας εμφύλιος πόλεμος όπως ο δικός σας είναι ο πιο φοβερός απ” τους πολέμους και οι μόνοι που ωφελούνται είναι εκείνοι που σας οδήγησαν σ” αυτόν.

Αυτό που είδα στην ελεύθερη Ελλάδα είναι ο ακατανίκητος Λαϊκός Στρατός του οποίου η αγάπη για την πατρίδα και την ελευθερία ενώνει αδελφικά τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του. Κανένας ξένος δεν υπάρχει στις γραμμές τους, εφόσον το όραμά τους είναι η ανεξαρτησία και το μεγαλείο, σε ευτυχία και ειρήνη, της χώρας τους. Είδα την αθώα καρδιά τους, τα τίμια μάτια τους και κάτω απ” τον γαλάζιο ουρανό τους να χορεύουν και να τραγουδάνε σαν παιδιά. Είδα όμως και το μέτωπό τους να σκοτεινιάζει με τη σκέψη ότι έχουν απέναντί τους τους αντιπάλους στη μάχη τα αδέλφια, τους γονείς και τους πατεράδες τους. Όμως πολλές περιοχές πρέπει ακόμα να ελευθερωθούν, πολλά ερείπια να ανορθωθούν, πολλή χέρσα γη να καλλιεργηθεί και κυρίως να επιτευχθεί η απελευθέρωση απ” τα μαρτύρια.

Σας ικετεύω όλους εσάς που βρίσκεστε απ” τη μεριά των δεσμοφυλάκων και των δήμιων να αναλογιστείτε τους αθώους που κάθε μέρα πληρώνουν το δικό σας μέλλον με το αίμα τους. Σας ικετεύω να αναλογιστείτε τη φρίκη της Μακρονήσου και των φυλακών της χώρας σας, όπου χιλιάδες πατριώτες, βέβαιοι για τη νίκη τους, περιμένουν κάθε μέρα τα βασανιστήρια και το θάνατο.

Όπου κι” αν πήγα είδα παντού εδώ στο μέτωπο, στην πρώτη γραμμή ή στα μετόπισθεν, τους αιχμαλώτους συναδέλφους σας να απολαμβάνουν τον πιο μεγάλο σεβασμό και την ανθρωπιά και να διατρέφονται ακριβώς όπως και οι αντάρτες, είδα να περιποιούνται τους τραυματίες σας με την ίδια φροντίδα όπως και εκείνους του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτοί οι αιχμάλωτοι, που κάθε μέρα γίνονται περισσότεροι, είναι ελεύθεροι να επιστρέψουν στα σπίτια τους ή να ενταχθούν στο Δημοκρατικό Στρατό. Οι πιο πολλοί διαλέγουν τη δεύτερη λύση.

Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία που ένα στρατός αισθάνεται τόσο δυνατός, τόσο βέβαιος για τη νίκη ώστε να είναι σε θέση να δείχνει τέτοια εμπιστοσύνη στον άνθρωπο. Είναι επίσης που ένας στρατός δείχνει τόσο πρόθυμος να προσφέρει την ειρήνη, όσο περισσότερο αυξάνουν οι δυνάμεις του. Η μόνη νίκη που εύχεται αυτός ο στρατός είναι η καθολική ενότητα του λαού και το τέλος των δεινών του πολέμου που έχουν επιβάλλει οι αγγλοσάξονες ιμπεριαλιστές.

Σ” ολόκληρο τον κόσμο οι απλοί άνθρωποι αγωνίζονται για την ειρήνη. Ο γενναίος ελληνικός λαός, γεμάτος δόξα βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτού του αγώνα.


AΘΗΝΑ

Έλληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε
Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά
Τον έρωτα σου για τη λευτεριά και για τη δικαιοσύνη
Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου

Βασιλιά λαέ δε σ' απειλεί ο θάνατος
Στον έρωτά σου είσ' όμοιος είσαι αγαθός
Και το κορμί σου κι η καρδιά πεινούν για αιωνιότητα
Βασιλιά λαέ που πίστεψες πως σου χρωστούν το ψωμί

Και πως σου δίναν τίμια τ' άρματα να σηκώσεις
Τίμια δικιά σου σώζοντας βάζοντας το δικό σου νόμο
Λαέ απελπισμένε στα δικά σου μόνο τ' άρματα εμπιστέψου
Ελεημοσύνη σαν τα δώσανε κάνε τα εσύ ελπίδα

Και τη ελπίδα τούτη όρθωσε στο μαύρο φως αντίκρυ
Στον ανελέητο Χάροντα που δίπλα σου δεν βολεύετεια
Λαέ απελπισμένε ήρωα λαέ
Λαέ πεινασμένων λαίμαργων της πατρίδας

Μικρέ και μεγάλε στα μέτρα του καιρού σου
Έλληνα λαέ αφέντη παντοτινέ των πόθων σου
Συνταιριασμένα το ιδανικό της σάρκας κι η σάρκα η ίδια
Η φυσική λαχτάρα το ψωμί κι η λευτεριά

Η λευτεριά όμοια με τη λιόλουστη θάλασσα
Το ψωμί όμοιο με τους θεούς το ψωμί που σμίγει τους ανθρώπους
Το αληθινό ολόφωτο αγαθό πιο δυνατό απ' όλα
Πιο δυνατό απ' τον πόνο και τους εχθρούς μας όλους


Στις ελληνίδες αδελφές μου

Αδελφές μου της ελπίδας, ω, γυναίκες γενναίες,
Έχετε κλείσει συμφωνία ενάντια στο θάνατο
Ω, αθάνατες αγαπημένες μου,
Παίζετε τη ζωή σας
Για να θριαμβεύσει η ζωή
Είναι κοντά η μέρα, ω, αδελφές μου του μεγαλείου,
Που θα κοροϊδεύουμε τις λέξεις πόλεμος και μιζέρια
Γιατί θα έχετε νικήσει...


Προσεύχονται οι χήρες και οι μανάδες

Είχαμε δώσει τα χέρια μας
και τα μάτια μας γελούσαν δίχως λόγο
Με τα όπλα και με το αίμα
λυτρώστε μας από το φασισμό
Νανουρίζαμε ολάκερο το φως
και τα στήθη μας φούσκωναν γάλα
Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
να βάλουμε σημάδι τους φασίστες
Ήμασταν η πηγή και ο ποταμός
κι ωκεανός να γίνουμε όνειρό μας
Τον τρόπο μόνο δώστε μας
μην πάρουν χάρην οι φασίστες
Απ' τους νεκρούς μας είναι λιγότεροι
κανένα δεν είχαν σκοτώσει οι νεκροί μας.
Αγαπιόμαστε δίχως να το σκεφτούμε
Χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτε έξω απ' τη ζωή
Αφήστε μας να πάρουμε τουφέκι
Στο θάνατο αντίκρυ θα σκοτωθούμε



Ρίμα της δύναμης του έρωτα

Μέσα από τα βάσανά μου όλα στο θάνατο ανάμεσα και μένα
Στην απελπισία μου ανάμεσα και τη δίψα της ζωής
Είναι το άδικο και των ανθρώπων η μιζέρια
Που αχώνευτα μου είναι είναι ο θυμός μου

Είναι τ' αντάρτικα που 'χουν για χρώμα το αίμα της Ισπανίας
Είναι τ' αντάρτικα που 'χουν για χρώμα της Ελλάδας τον ουρανό
Το ψωμί το αίμα ο ουρανός και το δικαίωμα στην ελπίδα
Για όλους όσους αθώους μισούν το Κακό

Το φως πάντα είναι έτοιμο να τρεμοσβήσει
Η ζωή πάντα ετοιμάζεται να γίνει κοπριά
Μα η άνοιξη ξανά γεννιέται κι ούτε αυτό ποτέ τελειώνει
Απ' τη μαυρίλα μπουμπούκι ένα αναπηδά κι έρχεται η ζέστη

Κι η ζέστη θα νικήσει τους εγωπαθείς
Δε θ' αντέξουν οι άτροφες αισθήσεις τους
Κι ακούω τη φωτιά γελώντας να μιλά για υποθερμία
Ακούω έναν άνδρα να λέει ότι δεν πόνεσε

Συ που της σάρκας μου υπήρξες αισθητή συνείδηση
Συ που πάντα μου αγαπώ συ που μ' έχει εφεύρει
Δεν άντεχες τον καταναγκασμό ούτε την ύβρη
Τραγουδούσες κι ονειρευόσουν τη γήινη ευτυχία

Λεύτερη να 'σαι ονειρευόσουν εγώ σε συνεχίζω...

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (αποσπάσματα)

.....
Θυμάμαι το 36
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρει ένα καρβέλι ψωμί.
Άχνιζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες .
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε
τ’ άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα, τραγούδια
νοιώθαμε να χορταίνουμε .
Η μάνα ακούμπαγε το μπάλωμα στα γόνατα κι άκουγε σιωπηλή.

Μάνα, που είσαι , μάνα
έζησες όλες σου τις μέρες με δάκρυα
έζησες όλα τα βράδια σου με μια κούπα φασκόμηλο και μια φέτα ψωμί
ήμουν μεγάλος, άντρας πια, κι έκλαψα σαν μικρό παιδί
σαν έμαθα πως είχες κάποτε ζητιανέψει
για μας μάνα
μάνα
ο άνεμος σάρωνε το στρατόπεδο
πεθαίναμε απ’ την πείνα και την παγωνιά
μα εγώ έβρισκα λίγο απάγκιο γιατί μου ‘στελνες την έγνοια σου.

Τώρα έφυγες , μάνα, δίχως να σε δω.
Πέθανες την ώρα που έτρωγα με τα μάτια τον ορίζοντα
πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
να βρω κατά πού πέφτει το σπίτι μας
να βρω μια μικρή σπίθα απ’ το μεγάλο τζάκι της στοργής σου.

Μα απόψε, συγχώρα με, σε νοιώθω, μάνα, και σένα πολύ μακριά.
Απόψε νοιώθω σαν να μην είμαι πια δικό σου παιδί.
Είναι τα εκατομμύρια αδέρφια μου κι ο αγώνας μας που σαν μια γόνιμη φαρδιά κοιλιά με γέννησε σ’ αυτό το σταυροδρόμι που φυσάει.

Και το τραγούδι μου γεννήθηκε μες στα αίματα όπως γεννιέται μια σημαία


Νύχτα.
Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες.
Ερημιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
κλαίνε ολομόναχοι
ζητιανεύουν
κοιμούνται κάτω απ’ τις εκκλησιές
πόσοι αγκαλιάζονται παράφορα μες στο σκοτάδι.
Πόσοι άνθρωποι απόψε θάβουν στα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Πόσοι απόψε ξεκινάν περήφανοι
πόσοι γυρίζουν νικημένοι
πόσοι χωρίζονται για πάντα χωρίς να ξαναϊδωθούν ποτέ
πόσοι αγρυπνάνε πλάι σε νεκρούς
ενώ απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο ακούγεται να βουίζει ο κόσμος
πόσοι φωνάζουν απελπισμένα ,
πόσοι σωπαίνουν πιο απελπισμένα
οι φάροι αναβοσβήνουνε
μακριά κυλάνε ουρλιάζοντας τα τραίνα
μες στη νύχτα κυλάει ο χρόνος
οι πολιτείες κοιμούνται τυλιγμένες στην καταχνιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε σέρνονται στο σκοτάδι
μεταφέρουν πυρομαχικά ανατινάζουν τις γέφυρες
βάζουν μεγάλες φωτιές
προδίνουν
πόσοι άνθρωποι απόψε αυτήν την ώρα
πεθαίνουν μες στη νύχτα σιωπηλά
ζωή ζωή
σ’ ακούμε να σε ποδοπατάνε μες στη νύχτα
σ’ ακούμε μέσα στο σκοτάδι να φωνάζεις βοήθεια
α, ζωή, στη μια γωνιά σε ντουφεκίζουν
και στην άλλη σηκώνεσαι ξανά και τραγουδάς
μ’ ακόμα πιο δυνατή τη φωνή σου…

τραγουδάω και ξανατραγουδάω εσάς αδέρφια
εσάς που ανατινάζατε τα γερμανικά τάνκς με μια μπουκάλα μόνο γεμάτη απ’ το θυμό σας.
Τραγουδάω εσάς που περπατήσατε τα 8.000 μίλια της υποχώρησης
αφήνοντας πάνω στο χιόνι της Κίνας τους νεκρούς σας
σαν μεγάλα σημάδια για να σας δείχνουνε το δρόμο
απ’ όπου θα ‘πρεπε να ξαναγυρίσετε.
Τραγουδάω εσάς που ξαναγυρίσατε.
Τραγουδάω εσάς που πολεμάγατε από πάτωμα σε πάτωμα
και χάνατε στο ισόγειο τόνα χέρι σας,
μ’ από τα κεραμίδια πυροβολούσατε με τα’ άλλο σώζοντας το Σταλιγκραντ και την ανθρώπινη ελπίδα.
Τραγουδάω εσάς μικρά μου αγόρια, που με τα παιδικά σας σπίρτα
ανάψατε αυτή την πυρκαγιά που ζέστανε τον κόσμο.
Τραγουδάω εσάς που βασανιστήκατε
εσάς που σας ζητούσαν να πείτε ένα όνομα
κι εσείς απαντούσατε πάντοτε Λευτεριά.

Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες
και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι
και δείχνατε στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια
κι είχατε μείνει καταμόναχοι πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προχωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε.
Τραγουδάω εσάς..

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
Τραγουδάω τους άσπρους , τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο
με το λαρύγγι μου πεταγμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε , αδέρφια, δεν είμαι πια ποιητής.
Απόψε δε θέλω να μια ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα.
Και προχωράμε .

...

Αγαπημένη
Μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου που κάποτε σε κράτησαν
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν’ αρνηθώ το ξεροκόμματο που μοιράσαμε είκοσι άνθρωποι
πώς ν’ αρνηθώ τη μητέρα μου που καρτεράει μια κούπα φασκόμηλο
πώς ν’ αρνηθώ το παιδί μας που του τάξαμε ένα χωνάκι ουρανό
πως ν’ αρνηθώ το Νικόλα –
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν..

Αν γυρίσω δε θα χουμε λάμπα, δε θα χουμε
που ν’ ακουμπήσουμε τα’ όνειρό μας
Θα καθόμαστε αμίλητοι .
Κι όταν θα θέλω να κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα

Να μ’ αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθήσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δεν σ΄ αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια – θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Έν’ άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
Και να κλάψω.

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακί ξεχασμένο από χρόνια.
Ψάχναμε να βρούμε τις κάλτσες που φορούσες σύντροφε
τα χέρια σου, την σταματημένη ζωή σου.
Η πίκρα έριχνε στα μάτια μας
μια χούφτα καρφιά.
Ύστερα πλύναμε τα μαγειρεία
ανάψαμε τη φωτιά και μοιράσαμε ένα τσιγάρο στα δύο
κάτω απ τα κουρελιασμένα σύννεφα.

Εδώ που η ζωή μας ήταν ένα τσόφλι αβγού
κάτω απ τα πόδια τους με το θάνατο πιο κοντά
κι από ένα μπάλωμα στον τρύπιο αγκώνά σου
με τα’ όνομα του νεκρού συντρόφου
σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου
πώς να τραγουδήσεις ;

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά