Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

Αλέξανδρος Μάτσας -Οδυσσέως σύντροφοι και 3 ακόμη ποιήματα!

ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ

Αντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν
 ο Ύπνος. Πήρε τα γλαυκά μάτια
 και τά ʼκλεισε· πήρε το στόμα
κι έσβησε το μειδίαμα και το φιλί.
 Την ξανθή κόμη χτένισαν τα ήσυχα νερά
 της λήθης, που παρέσυραν τʼ αγαπημένο σώμα
 στον κόσμο των αστέρων και των σκιών.

 Φίλτρα σιγής βιάζουν τα σφαλισμένα χείλη,
 φωνές υπνόβιες τʼ αυτιά, και μες στις φλέβες
ακούω τη βαθιά βοή του ταξιδιού.

 Β!
Ανέδυσες απʼ το βυθό του ύπνου
μʼ αστέρια και κοχύλια μες στα χέρια,
και μες στα μάτια σου, τη σκοτεινή δροσιά
 των θαλασσών.

Καθώς τʼ ανοίγεις, θέλω πρώτος να δεχθώ
το βλέμμα των· μήπως συλλάβω, προτού σβήσει,
 το νόημα του κόσμου που σʼ εκράτησεν
 ολονυκτίς


ΣΥΣΚΟΤΙΣΙΣ 

Βγαίνοντας, κοντοστάθηκε στην όχθη
 της νύκτας, ωσάν δύτης μπρος στη θάλασσα. 
Το σκότος τον κατέκλυσε γοργά. 
Αυτιά και μάτια στάθμισαν τους ήχους
 και την ιδιαίτερη της ώρας οπτική,
 5 έναστρη δρόσος τον πλημμύρισε.
 Ένα στερέωμα κινήθηκε στις φλέβες του. 
Προχώρησε μʼ απόφαση, γεμάτος 
απʼ τη χαρά της ασφαλούς μαντείας, 
νιώθοντας εις τους τοίχους των σπιτιών 
 το βάρος των κλεισμένων ύπνων· 
αλάνθαστος στην ερμηνεία των βημάτων
 και των κινήσεων των σκιών. 

Η μέρα θα τον εύρει χωρίς μνήμη.
 Ίσως, στα μάτια του, καμιάν ανταύγεια, 
 στʼ αυτιά του, μιαν ηχώ του ταξιδιού· 
κι άγνωστον άρωμα στο σώμα του.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΝ 

Κι αν τίποτα δεν ήθελες να δώσεις, 
η μνήμη μου φιλάργυρη κρατά 
στα μάτια μου, στα χείλη και στο σώμα, 
 τα κλοπιμαία·

 τις δυνατές στιγμές της αληθείας σου,
 το πρόσωπο που σκότωσες, αυτόχειρ,
 τα μάτια σου που είδα φωτισμένα 
από το νόημα της προδομένης σου ζωής.

ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ 

Οι άλλοι γύρισαν για νά βρουν την Ιθάκη 
και το ζεστό ψωμί του νόστου, και κλειστές 
εστίες, όπου στέναζαν γυναίκες. 
Έφερναν πίσω δώρα και χρυσό· 
έπη καλά για βασιλέων εστιάσεις,
 και μες στα μάτια των, πολλά θαμμένα.
 Όταν εκείνα θα ξυπνούν, το βλέμμα 
θα χάνει την σεμνήν ελαία, την αυλή,
 τʼ αγαπημένα πρόσωπα των φίλων, 
και θα πεινά γιʼ άλλες τροφές. 
Τη νύκτα, όταν πέφτουν οι φρουρές 
του σώματος, κι οι άγκυρες ʼλαφρώνουν· 
θα ξαναβρίσκουν ίσως το ταξίδι.
 Δύτης, με πέτρα αγαπητό κεφάλι 
που ξένο πια τον ώμο του βαραίνει,
καθένας θα βυθίζεται βαθιά
 στη λήθη· των ονείρων θηρευτής 
εκστατικός, συμπότης των σκιών 
που αλιεύουν άστρα στο βυθό. 
 Κυψέλη δεν θα γίνει, μήτε δένδρο
  σοφό, με ρίζες έμπειρες στη γη,
 με φύλλωμα σεμνό, κι υποταγμένο 
στην ασφαλή δικαιοσύνη των καιρών,
 με την σκιά που γράφει της ημέρας 
την ήσυχη πορεία, κι ωριμάζει 
 στην πρώτην ήβη της νυκτός. 
Οι μέρες και τα έργα θα περνούν 
χωρίς να γίνουν μέλισσες και γύρις· 
δίχως ο νους του να γνωρίσει τη χαρά 
της ώριμης κηρήθρας, σαν το θέρος
 ολόχρυσο στον κόλπο της σταλάζει. 
Αυτά διαβάζαμε στα ξένα μάτια 
που τα δικά μας συναντούσαν στις ακτές 
και μας θυμίζαν την Ιθάκη.
 Κι αν τʼ αγαπήσαμε ποτέ, τι τάχα; 
 Αυτά τα μάτια, λέγαμε, κανείς 
δικός μας θʼ αποκτήσει, της θαλάσσης
 θεριστής. 
 Στέγη λαμπρά και δάπεδον αβάτων κόσμων,
 θείος της θάλασσας αγρός! 
Φαιδρών αφρών αειθαλής συγκομιδή,
  στάχεις αμέτρητοι του πόντου, νίκη
 της ανδροβούλου πρώρας της νεώς! 
Νυμφίοι, και ζεμένοι στο κουπί 
σαν άροτρον, εσπέρναμε δελφίνια 
το έαρ της θαλάσσης, και νησιά 
 που συνοδεύαν το καράβι κι έδυαν.
 Βλέπαμε πρώτα μια κορφή, κατόπιν 
τα δάση, τους λειμώνας με σπαρτά και
 δένδρα, και τα έργα των ανθρώπων.
 Η πόλις ήτο πάλλευκη και τελευταία. 
 Κι αυτήν δεν την κοιτάζαμε πολύ, 
μην η βουλή μας δειλιάσει. 
Έχουμε κι άλλα, λέγαμε, πελάγη 
να σπείρομε, κι είμαστε νέοι ακόμα.
 Οι άνεμοι το νου μας κατοικούσαν. 
 Το κύμα είχε μάθει το ρυθμό
 της δυνατής καρδιάς μας, κι ο βυθός
 μας είχε δώσει τη σιγή του.
 Καμιά φορά, σκυμμένοι στους σκαρμούς,
 τη μέρα βλέπαμε να λούεται στα βάθη 
του σκοτεινού σαπφείρου, μες στʼ αργό 
στερέωμα, δεσμία νύκτας ξένης. 
Θαλάσσιο ξύλο μόνο μας εχώριζε.
 Δίψα ζωής, ελέγαμε, δίψα θανάτου, 
μοιραίες αδελφές, απʼ την αυτή πηγή 
 γεμίζετε τις δίδυμες υδρίες! 
ω κυβερνήτιδες του πλοίου, των ψυχών μας 
 πλοηγοί!
 Γιʼ αυτό και δεν γυρίσαμε στʼ ακίνητα χωράφια,
 στα σπίτια μας, στους τάφους· τα πιστά 
 παιδιά, τα χωρίς δόξα.
 Της ποντοπόρου μέρας κυνηγοί.
 Πάντα σε κάποια θάλασσα, στο πλοίο,
 κέντρον πλανώμενον της γλαυκής σφαίρας 
 του Καιρού.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Χρυσόθεμις- Γιάννης Ρίτσος




(Ήσυχο απομεσήμερο στα τέλη του καλοκαιριού. Λιακάδα. Αραιά σύννεφα. Κάτι σαν πρώτη πνοή φθινοπώρου. Μια νεαρή δημοσιογράφος, σταλμένη από ’να μεγάλο συγκρότημα εφημερίδων, ανηφορίζει τον αρχαίο, μυθικό λόφο, περνάει τα αφρούρητα τώρα προπύλαια, ανεβαίνει τα πέτρινα σκαλιά και χτυπάει το ρόπτρο του μισοερειπωμένου αρχοντικού. Στην παλάμη της ένιωσε τη ζέστη του μετάλλου. Η ίδια η γηραιή Δέσποινα κατέβηκε να της ανοίξει. Την οδήγησε σ’ ένα μεγάλο σαλόνι που μύριζε σκόνη, μαραμένα τριαντάφυλλα, μουχλιασμένο βελούδο και μετάξι. Η νέα της μιλάει με πολύ σεβασμό. Της εξηγεί το σκοπό της επίσκεψής της, — κάποια συνέντευξη, λέει. Κάτι είπε ακόμα για την "καθάρια, σιωπηλή, μοναχική της ελευθερία". Η Δέσποινα, φανερά συγκινημένη, μ’ ένα παιδιάστικο ρόδισμα ρυτιδωμένο πρόσωπό της, στριφογυρίζει με τον αντίχειρα και τον μεσαίο του δεξιού χεριού, ένα παράξενο δαχτυλίδι που φοράει στον παράμεσο του αριστερού. Την ακούει μ’ ευγενική προσοχή, όπου μόλις διαφαίνεται κάποια αφαίρεση, κάποια αμηχανία και κάποια αόριστη προετοιμασία. Σιωπή. Τα σκονισμένα κρύσταλλα του πολυελαίου αστράφτουν πότε πότε. Έξω, στον κήπο, ακούστηκε ήμερη η φωνή του γερο-κηπουρού, — ίσως μιλούσε μ’ ένα πουλί, μ’ ένα σκυλί ή μ’ ένα λουλούδι. Αμέσως ύστερα ακούστηκαν τα τζιτζίκια σε άξαφνη παραφορά. Τότε, η γηραιή Δέσποινα, σαν ενθαρρυμένη και προστατευμένη απ’ αυτόν τον συγκεχυμένο θόρυβο, άρχισε να μιλάει σ’ έναν τόνο μετρημένο που, ωστόσο, δεν καλύπτει κάποια απόχρωση μακρινής, ανεξήγητης ευδαιμονίας. Ένα πουλί στάθηκε στο περβάζι του παράθυρου. Συγκατάνευσε. Έφυγε).

Πώς έγινε και με θυμήθηκαν; Εμένα κανένας ποτέ δε με θυμάται. Κανένας
ποτέ δε με πρόσεξε. Παράπονο δεν έχω. Καλά μου ήταν όλα,
κι ίσως καλύτερα έτσι.
Ξέρετε, στο πέρασμα του χρόνου,
τα πάντα, όσο πικρά ή και τρομερά, μας φαίνονται σαν απαραίτητα,
σαν χρήσιμα κι όμορφα μάλιστα. Και τούτο το τραχύ βουνό από πάνω μου
ήταν μια συντροφιά —μια προστασία σχεδόν,— ντυνόμουν τον ίσκιο του.

Λοιπόν, μέσ’ από την αφάνειά μου, χαιρόμουν να βλέπω και ν’ ακούω. Μπορούσα
να ονειρεύομαι ελεύθερα. Ήταν όμορφα, αλήθεια — σα να ’ζησα
έξω απ’ την ιστορία, σ’ έναν δικό μου ανέγγιχτο, απόλυτο χώρο,
προφυλαγμένη, και παρούσα ωστόσο.
Ώρες ολόκληρες παρατηρούσα
το αποκλεισμένο νερό μες στο ποτήρι με τους σάπιους μίσχους
από λουλούδια ξεχασμένα εκεί· — κάτι βελούδινο

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Μαγιακοφσκι:Καινούριους οικοδόμους περιμένουν οι ερειπωμένες πόλεις

(Αποσπάσματα)

Καινούριους οικοδόμους περιμένουν οι ερειπωμένες πόλεις.
Ο ανεμοστρόβιλος της επανάστασης ξερίζωσε από τις καρδιές 
τις ροζιασμένες ρίζες της σκλαβιάς. 
Τη μεγάλη σπορά περιμένει η λαϊκή ψυχή. 
Σε σας που πήρατε στα χέρια σας την κληρονομιά της Ρωσίας,
 σε σας που το πιστεύω, αύριο θα γίνετε
 αφέντες όλου του κόσμου, 
απευθύνω το ερώτημα: με τι είδους
 φανταστικά κτίρια θα σκεπάσετε 
το χώρο των χθεσινών πυρκαγιών; 
Τι είδους τραγούδια και μουσικές 
θα ξεχύνονται απ' τα παράθυρά σας;
 Σε τι λογής Βίβλους θα ανοίξετε τις ψυχές σας;

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ



ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ

(Μετάφραση Χρήστος Τρικαλινός)


Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!
Όμως,
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.


Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστισμός

(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).


Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο καθισιό,
γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.

Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που απ’ το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!»
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;»

Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται.
Και κάτω από την οροφούλα
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.

Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό κάθε καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!



Καλά


Χειμώνας τσουχτερός.
Μεγάλη παγωνιά.
Μα τα κορμιά
Ολο ίδρωτα
Κολλάνε από τις μπλούζες κάτου.
Κάτω απ' τις μπλούζες
Οι κομμουνιστές
Καυσόξυλα φορτώνουνε βαριά
Στην εθελοντική εργασία του Σαββάτου.
Δε θα σκολάσουμε
Αν και
Πέρασε η ώρα της δουλειάς
Κι είναι το σκόλασμα
Δικαίωμά μας.
Δικά μας τα βαγόνια
Και
Δικός μας δρόμος όπου πας,
Κι εμείς
Φορτώνουμε
Τα ξύλα τα δικά μας.
Μπορούμε
Να σκολάσουμε
Κατά τις δυο -
Μα εμείς
Αργά θα φύγουμε
Τη νύχτα
Παγώνουν τα συντρόφια μας,
Κρύο τσουχτερό.
Χρειάζονται τα ξύλα μας.
Μες στη φωτιά τους ρίχτα.
Βαρειά δουλειά,
Δουλειά εξαντλητική, να πεις
Κι ούτε καπίκι
Για όλη αυτή
Την αγγαρεία.
Ομως εμείς
Δουλεύουμε
Σάμπως εμείς
Να φτιάχνουμε
Την πιο μεγάλη εποποιία.



Ξελασπώστε το μέλλον!

Το μέλλον δε θα 'ρθει από μοναχό του, έτσι νέτο - σκέτο,
αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς.
Από τα βράγχια, κομσομόλε, άρπαξέ το!
Απ' την ουρά του, πιονέροι, εσείς.
Η κομμούνα δεν είναι μια βασιλοπούλα του παραμυθιού, που λες,
Για να την ονειρεύεσαι τις νυχτιές.
Μέτρησε, καλοσκέψου, σημάδευσε - και τράβα, βήματα τα βήματα,
Εστω και πάνω σε μικροζητήματα,
Δεν είναι ο κομμουνισμός, μόνο στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.
Είναι και μες στο σπίτι, στο τραπεζάκι μπρός,
Στις σχέσεις, στη φαμίλια, στην καθημερινή ρουτίνα.
Πόλεμος δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ,
Να λες, ναι, στα μέτωπα με βολές πολυβόλου.
Της φαμίλιας, του σπιτικού η επίθεση,
Για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου.
Εκείνος, που υποτάχτηκε στην πίεση της φαμίλιας,
Κοιμάται μες στη μακαριότητα ρόδων φτιαγμένων με χαρτί -
Αυτός, δεν έφτασε το μπόι
της δυνατής ζωής, εκείνης που θα 'ρθει.
Σαν τη φλοκάτη, και το χρόνο επίσης,
Ο σκόρος της καθημερινότητας του κατατρώει στιγμή - στιγμή.
Το σκονισμένο ρούχο των ημερών μας για να αερίσεις,
Ε, κομσομόλε τίναξέ το εσύ.
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό κάθε καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Ισμήνη -Γιάννης Ρίτσος


(Ένας νεαρός αξιωματικός της φρουράς είχε ζητήσει να γίνει δεκτός απ’ τη Δέσποινα του αρχοντικού. Ο πατέρας του δούλευε από παιδί στα κτήματά τους κι είχε γίνει κάτι σαν άνθρωπος του σπιτιού. Τώρα, γέροντας πια κι άρρωστος, στέλνει το γιο του μ’ ένα καλάθι φρούτα και μια γλάστρα βασιλικό, να φέρει τα σεβάσματά του και τον αποχαιρετισμό του στην τελευταία απόγονο της μεγάλης ξεκληρισμένης φαμίλιας. Η άδεια δόθηκε. Ο νεαρός αξιωματικός, με την εφαρμοστή στολή του, εύρωστος, όμορφος, με την καθάρια ελληνική εγκαρδιότητα της αγροτικής καταγωγής του, αλλά και μ’ έναν εμφανή γενικό αισθησιασμό —ασφαλώς καλλιεργημένον απ’ την επαφή του με τους ανθρώπους της πόλης κι απ’ την αργία των στρατώνων— μοιάζει ιδιαίτερα συγκινημένος, κολακευμένος και ερωτικά σχεδόν ταραγμένος μπροστά στην ευγενική αρχόντισσα την έντονα βαμμένη και σφιγμένη στον κορσέ της, που διατηρεί ωστόσο την αόριστη χάρη μιας μακρινής, σβησμένης ομορφιάς. Εκείνος αφήνει αδέξια στο πάτωμα το καλάθι και τη γλάστρα σα να ’κανε κάτι ανάρμοστο και μεταβιβάζει το μήνυμα του πατέρα του. Του προσφέρει κάθισμα απέναντι στο παράθυρο. Τον ρωτάει για την υγεία του πατέρα του, για τα κτήματα. Εκείνος μιλάει ατελείωτα για τη ζωή στους αγρούς, για τις σοδειές, τα δέντρα, τα ποτάμια, τ’ άλογα, τις αγελάδες. Εκείνη, παρότι αφηρημένη, επιδεικνύει υπερβολικό ενδιαφέρον για όλα, παρατηρώντας τα δυνατά, άβολα χέρια του πάνω στα γόνατά του. Όμορφο ανοιξιάτικο δειλινό. Το φως μπαίνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο αχνορόδινο. Αργότερα γυρίζει στο πορτοκαλί, στο βιολετί, στο μενεξελί, ώς το βαθυγάλαζο. Απ’ τον κήπο ακούγονται τα πουλιά. Στιγμές στιγμές, κάποια ανταύγεια απ’ τα βαριά κοσμήματά της περνάει στα έπιπλα, στο μεγάλο καθρέφτη, στα τζάμια ή στο πρόσωπο του νέου, Άξαφνα, εκείνος σωπαίνει. Βραδιάζει. Μια ανεξήγητη σιγαλιά κι αναμονή, Κι ίσως γι’ ατό αρχίζει να μιλάει τώρα εκείνη σαν για να γεμίσει το κενό ή ν’ αποτρέψει την προσέγγιση κάτι άπρεπου κι αναπότρεπτου ωστόσο):


Να ’ρχεστε πότε πότε· — αυτό μου δίνει ευχαρίστηση. Εδώ πέρα
ο χρόνος είναι αργός· τίποτα πια δεν έρχεται ή δεν φεύγει,
εκτός απ’ τη συνηθισμένη αυτή φθορά στο ξύλο των επίπλων,
στα καδρόνια της στέγης, στα πατώματα, στις σκάλες,
στους σοβάδες, στα σκεύη, στις κουρτίνες,

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Γιάννης Ρίτσος - Οκτώβρης 1940

Ανοίγουν τα παράθυρα
κι όσοι μένουν χαιρετούν αυτούς που φεύγουν
και φεύγουν όλοι.
Γέμισαν οι πόλεις με τύμπανα και σημαίες.
Ορθή η αυγή σημαιοστολίζει τα όνειρα μας.
Κι η Ελλάδα λάμπει μεσ’ στα φώτα των ονείρων μας.
Ο ήλιος πλυμένος
με το καθαρό πρόσωπο στραμμένο στον άνθρωπο
χαιρετάει τους δρόμους που κρατούν στη μάχη.
Αυτοκίνητα περνούν γεμάτα πλήθος.
Αποχαιρετιούνται στις πόρτες και γελάνε
κι ύστερα ακούγονται τ’ άρβυλα στην άσφαλτο
το μεγάλο τραγούδι των αντρίκειων βημάτων
που μακραίνει και σβήνει στο μάκρος του δρόμου
ως το βραδινό σταθμό με τα χαμηλωμένα φώτα.
Εκεί τρένα περιμένουν
σφυρίζουν λίγο έξω απ’ την πόλη
ακούγονται αποχαιρετιστήριοι πυροβολισμοί
κι ύστερα όλα σωπαίνουν και περιμένουν.
Διαβάζουμε τα τελευταία παραρτήματα:
Νικούμε. Νικούμε.
Πάντα νικάει το δίκιο.
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο.
Αδέρφια μου. Αδέρφια μου,
μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

ΕΡΝΣΤ ΦΙΣΕΡ, Η αναγκαιότητα της τέχνης




Απ'το εξώφυλλο του βιβλίου: πίνακας του Fernand Léger


"Η ΠΟΙΗΣΗ είναι απαραίτητη -μόνο ας ήξερα για τι". Με αυτό το χαριτωμένο παραδοξολόγο επίγραμμα συνόψισε ο Ζαν Κοκτώ την αναγκαιότητα της τέχνης καθώς και το συζητήσιμο ρόλο της στον όψιμο αστικό κόσμο (...)
Η τέχνη ως "υποκατάστατο της ζωής", η τέχνη ως μέσο που φέρνει τον άνθρωπο σε μια κατάσταση ισορροπίας με τον γύρο κόσμο -η ιδέα αυτή περιέχει μια μερική αναγνώριση της φύσης της τέχνης και της αναγκαιότητάς της. Και, αφού δεν μπορούμε να αναμένουμε πως θα υπάρχει μόνιμη ισορροπία μεταξύ του ανθρώπου και του γύρω κόσμου, ακόμα και στην ανώτατα εξελιγμένη κοινωνία, η ιδέα αυτή υποδηλοί επίσης πως η τέχνη δεν ήταν αναγκαία μόνο στο παρελθόν, αλλά θα παραμένει πάντοτε μια ανάγκη.
Όμως, πραγματικά, η τέχνη δεν είναι παρά υποκατάστατο; Δεν εκφράζει και μια βαθύτερη σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου; Μπορούμε πράγματι, να συνοψίσουμε την τέχνη σε μια μοναδική φόρμουλα; Δεν έχει αποστολή της η τέχνη να ικανοποιεί πολλές και ποικίλες ανάγκες; Και αν, καθώς στοχαζόμαστε πάνω στην καταγωγή της τέχνης, κατανοήσουμε την αρχική της λειτουργία, μήπως πάλι και αυτή η λειτουργία δεν έχει αλλάξει με την αλλαγή της κοινωνίας και μήπως γεννήθηκαν νέες λειτουργίες;
(...) Ως πρώτο βήμα πρέπει να κατανοήσουμε πως παραέχουμε την τάση να δεχόμαστε για αυτονόητο ένα καταπληκτικό φαινόμενο. Και είναι βέβαια καταπληκτικό: αμέτρητα εκατομμύρια διαβάζουνε βιβλία, ακούνε μουσική, βλέπουν θέατρο, πάνε στον κινηματογράφο. Γιατί; Όταν λέμε πως γυρεύουν ψυχαγωγία, ξεκούραση, διασκέδαση, μεταθέτουμε το ερώτημα. Γιατί είναι ψυχαγωγικό, ξεκουραστικό, διασκεδαστικό να βυθίζεσαι στη ζωή και τα προβλήματα κάποιου άλλου, να ταυτίζεις τον εαυτό σου με έναν πίνακα ζωγραφικής, μ'ένα μουσικό κομμάτι, ή με τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος, ενός δράματος ή ενός κινηματογραφικού έργου; Γιατί αποκρινόμαστε στη "μη πραγματικότητα" σα να ήταν πραγματικότητα εντονότερη; Τι παράξενη, μυστηριώδης ψυχαγώγηση είναι αυτή; Κι αν μας απαντήσει κανείς πως θέλουμε να ξεφύγουμε από μια ανεπαρκή ζωή προς μια πλουσιότερη, ν'αποκτήσουμε πείρα χωρίς να ριψοκινδυνέψουμε, τότε γεννάται το άλλο ερώτημα: γιατί δεν αρκεί η δική μας ζωή; Γιατί αυτός ο πόθος να συμπληρώσουμε την ανεκπλήρωτη ζωή μας μέσω άλλων προσώπων, άλλων μορφών, να κοιτάμε από το σκοτεινό ακροατήριο μια φωτισμένη σκηνή, όπου κάθε τι που είναι μονάχα παράσταση, καταφέρνει να μας απορροφά τόσο ολοκληρωτικά;
Είναι πρόδηλο πως ο άνθρωπος επιθυμεί να είναι κάτι παραπάνω από τον ίδιο του τον εαυτό μονάχα. Θέλει να είναι ο λ ό κ λ η ρ ο ς άνθρωπος. Δεν ικανοποιείται όντας ξεχωριστό άτομο. Πασχίζει να βγει από τη μερικότητα της ατομικής του ζωής και τείνει προς μια "πληρότητα" που τη νιώθει και την αποζητά, προς μια πληρότητα ζωής την οποία του αποστερεί η ατομικότητα με όλους τους περιορισμούς της, προς έναν κόσμο πιο κατανοήσιμο, έναν πιο δίκαιο κόσμο, έναν κόσμο που δ ί ν ε ι ν ό η μ α.
(...) Για να είναι κανείς καλλιτέχνης πρέπει να συλλαμβάνει, να συγκρατεί και να μεταμορφώνει την εμπειρία σε μνήμη, τη μνήμη σε έκφραση, την ύλη σε μορφή. Η συγκίνηση δεν είναι το παν για τον καλλιτέχνη. Πρέπει επίσης να ξέρει τη δουλειά του και να τη χαίρεται, να καταλαβαίνει όλους τους κανόνες, τις δεξιοτεχνίες, τις μορφές και τις συμβατικότητες με τις οποίες μπορεί να δαμάσει τη φύση -τη στρίγγλα- και να την υποτάξει στη σύμβαση της τέχνης. Το πάθος που φθείρει τον ερασιτέχνη ε ξ υ π η ρ ε τ ε ί τον αληθινό καλλιτέχνη: τον καλλιτέχνη δεν τον χτυπά το κτήνος, εκείνος το δαμάζει.
(...) Η τέχνη όχι μόνο πρέπει να προέρχεται από μια έντονη πείρα της πραγματικότητας, πρέπει και να κ α τ α σ κ ε υ α σ τ ε ί, να αποκτήσει μορφή με αντικειμενικότητα. Το ελεύθερο παιχνίδι της τέχνης είναι αποτέλεσμα μαστοριάς.
(...) Όσο είναι αλήθεια πως η ουσιώδης λειτουργία της τέχνης, για μια τάξη προορισμένη ν'αλλάξει τον κόσμο, δεν είναι να κ ά ν ε ι
μ α γ ε ί α, αλλά να δ ι α φ ω τ ί ζ ε ι και να δ ι ε γ ε ί ρ ε ι σ ε δ ρ ά σ η, άλλο τόσο είναι αληθινό πως δεν μπορεί να εξαλειφθεί κάποιο υπόλειμμα μαγείας στην τέχνη, γιατί χωρίς αυτό το ελάχιστο υπόλειμμα της αρχικής της φύσης η τέχνη παύει να είναι τέχνη.
Σε όλες τις μορφές της εξέλιξής της, στο σοβαρό και το αστείο, στην πειθώ και την υπερβολή, στο συνετό και στο παράλογο, στη φαντασία και την πραγματικότητα, η τέχνη πάντα έχει κάτι από τη μαγεία.
Η τέχνη είναι απαραίτητη για να γίνεται ο άνθρωπος ικανός να γνωρίζει και ν'αλλάζει τον κόσμο. Αλλά η τέχνη είναι απαραίτητη και δυνάμει της σύμφυτής της μαγείας.


Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Ντύλαν Τόμας - Κι ο θάνατος δεν θα 'χει εξουσία (και 4 ακόμη ποιήματα)


Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέραςֹ
πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ’ τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λεπτή, καχεκτική,
σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κ’ εσύ πατέρα, απ’ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,
Δώσ’ μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Μείνε ακίνητος γαλήνιος κοιμήσου

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Με την πληγή τυρανισμένος
Στο λαρύγγι να φλογίζεται ν’ ανοίγει.
Όλη νύχτα στο νερό
Της σιωπηλής θαλάσσης συνακούσαμε τον ήχο
Που βγήκε απ’ την πληγή την γραπωμένη
Στο σάβανο του αλατιού.

Τρεμάμενοι ακούσαμε κατ’ απ’ τ’ απόμακρο φεγγάρι
Τον ήχο της θαλάσσης να κυλά σαν αίμα
Απ’ την πληγή την βροντερή
Κι όταν το σάβανο του αλατιού τσάκισε
Σε μια θύελλα τραγουδιών
Οι φωνές των πνιγμένων κολύμπησαν στον άνεμο.

Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσ’ απ’ τ’ αργό θλιμμένο πανί,
Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
Του χαμένου καραβιού
Το ταξίδι μου ν’ αρχίσω για το τέλος της πληγής μου.
Τραγούδι ακούσαμε τον ήχο της θαλάσσης,
Το σάβανο είδαμε λόγο του αλατιού.

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Κρύψε στο λάρρυγγα το στόμα
Αλλιώς θα υποταχθούμε και θα ιππεύσουμε μαζί σου
Μέσα στους πνιγμένους.


Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο πορεύει το λουλούδι


Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.

Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.

Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.

Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.

Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.