Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

ΕΡΝΣΤ ΦΙΣΕΡ, Η αναγκαιότητα της τέχνης




Απ'το εξώφυλλο του βιβλίου: πίνακας του Fernand Léger


"Η ΠΟΙΗΣΗ είναι απαραίτητη -μόνο ας ήξερα για τι". Με αυτό το χαριτωμένο παραδοξολόγο επίγραμμα συνόψισε ο Ζαν Κοκτώ την αναγκαιότητα της τέχνης καθώς και το συζητήσιμο ρόλο της στον όψιμο αστικό κόσμο (...)
Η τέχνη ως "υποκατάστατο της ζωής", η τέχνη ως μέσο που φέρνει τον άνθρωπο σε μια κατάσταση ισορροπίας με τον γύρο κόσμο -η ιδέα αυτή περιέχει μια μερική αναγνώριση της φύσης της τέχνης και της αναγκαιότητάς της. Και, αφού δεν μπορούμε να αναμένουμε πως θα υπάρχει μόνιμη ισορροπία μεταξύ του ανθρώπου και του γύρω κόσμου, ακόμα και στην ανώτατα εξελιγμένη κοινωνία, η ιδέα αυτή υποδηλοί επίσης πως η τέχνη δεν ήταν αναγκαία μόνο στο παρελθόν, αλλά θα παραμένει πάντοτε μια ανάγκη.
Όμως, πραγματικά, η τέχνη δεν είναι παρά υποκατάστατο; Δεν εκφράζει και μια βαθύτερη σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου; Μπορούμε πράγματι, να συνοψίσουμε την τέχνη σε μια μοναδική φόρμουλα; Δεν έχει αποστολή της η τέχνη να ικανοποιεί πολλές και ποικίλες ανάγκες; Και αν, καθώς στοχαζόμαστε πάνω στην καταγωγή της τέχνης, κατανοήσουμε την αρχική της λειτουργία, μήπως πάλι και αυτή η λειτουργία δεν έχει αλλάξει με την αλλαγή της κοινωνίας και μήπως γεννήθηκαν νέες λειτουργίες;
(...) Ως πρώτο βήμα πρέπει να κατανοήσουμε πως παραέχουμε την τάση να δεχόμαστε για αυτονόητο ένα καταπληκτικό φαινόμενο. Και είναι βέβαια καταπληκτικό: αμέτρητα εκατομμύρια διαβάζουνε βιβλία, ακούνε μουσική, βλέπουν θέατρο, πάνε στον κινηματογράφο. Γιατί; Όταν λέμε πως γυρεύουν ψυχαγωγία, ξεκούραση, διασκέδαση, μεταθέτουμε το ερώτημα. Γιατί είναι ψυχαγωγικό, ξεκουραστικό, διασκεδαστικό να βυθίζεσαι στη ζωή και τα προβλήματα κάποιου άλλου, να ταυτίζεις τον εαυτό σου με έναν πίνακα ζωγραφικής, μ'ένα μουσικό κομμάτι, ή με τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος, ενός δράματος ή ενός κινηματογραφικού έργου; Γιατί αποκρινόμαστε στη "μη πραγματικότητα" σα να ήταν πραγματικότητα εντονότερη; Τι παράξενη, μυστηριώδης ψυχαγώγηση είναι αυτή; Κι αν μας απαντήσει κανείς πως θέλουμε να ξεφύγουμε από μια ανεπαρκή ζωή προς μια πλουσιότερη, ν'αποκτήσουμε πείρα χωρίς να ριψοκινδυνέψουμε, τότε γεννάται το άλλο ερώτημα: γιατί δεν αρκεί η δική μας ζωή; Γιατί αυτός ο πόθος να συμπληρώσουμε την ανεκπλήρωτη ζωή μας μέσω άλλων προσώπων, άλλων μορφών, να κοιτάμε από το σκοτεινό ακροατήριο μια φωτισμένη σκηνή, όπου κάθε τι που είναι μονάχα παράσταση, καταφέρνει να μας απορροφά τόσο ολοκληρωτικά;
Είναι πρόδηλο πως ο άνθρωπος επιθυμεί να είναι κάτι παραπάνω από τον ίδιο του τον εαυτό μονάχα. Θέλει να είναι ο λ ό κ λ η ρ ο ς άνθρωπος. Δεν ικανοποιείται όντας ξεχωριστό άτομο. Πασχίζει να βγει από τη μερικότητα της ατομικής του ζωής και τείνει προς μια "πληρότητα" που τη νιώθει και την αποζητά, προς μια πληρότητα ζωής την οποία του αποστερεί η ατομικότητα με όλους τους περιορισμούς της, προς έναν κόσμο πιο κατανοήσιμο, έναν πιο δίκαιο κόσμο, έναν κόσμο που δ ί ν ε ι ν ό η μ α.
(...) Για να είναι κανείς καλλιτέχνης πρέπει να συλλαμβάνει, να συγκρατεί και να μεταμορφώνει την εμπειρία σε μνήμη, τη μνήμη σε έκφραση, την ύλη σε μορφή. Η συγκίνηση δεν είναι το παν για τον καλλιτέχνη. Πρέπει επίσης να ξέρει τη δουλειά του και να τη χαίρεται, να καταλαβαίνει όλους τους κανόνες, τις δεξιοτεχνίες, τις μορφές και τις συμβατικότητες με τις οποίες μπορεί να δαμάσει τη φύση -τη στρίγγλα- και να την υποτάξει στη σύμβαση της τέχνης. Το πάθος που φθείρει τον ερασιτέχνη ε ξ υ π η ρ ε τ ε ί τον αληθινό καλλιτέχνη: τον καλλιτέχνη δεν τον χτυπά το κτήνος, εκείνος το δαμάζει.
(...) Η τέχνη όχι μόνο πρέπει να προέρχεται από μια έντονη πείρα της πραγματικότητας, πρέπει και να κ α τ α σ κ ε υ α σ τ ε ί, να αποκτήσει μορφή με αντικειμενικότητα. Το ελεύθερο παιχνίδι της τέχνης είναι αποτέλεσμα μαστοριάς.
(...) Όσο είναι αλήθεια πως η ουσιώδης λειτουργία της τέχνης, για μια τάξη προορισμένη ν'αλλάξει τον κόσμο, δεν είναι να κ ά ν ε ι
μ α γ ε ί α, αλλά να δ ι α φ ω τ ί ζ ε ι και να δ ι ε γ ε ί ρ ε ι σ ε δ ρ ά σ η, άλλο τόσο είναι αληθινό πως δεν μπορεί να εξαλειφθεί κάποιο υπόλειμμα μαγείας στην τέχνη, γιατί χωρίς αυτό το ελάχιστο υπόλειμμα της αρχικής της φύσης η τέχνη παύει να είναι τέχνη.
Σε όλες τις μορφές της εξέλιξής της, στο σοβαρό και το αστείο, στην πειθώ και την υπερβολή, στο συνετό και στο παράλογο, στη φαντασία και την πραγματικότητα, η τέχνη πάντα έχει κάτι από τη μαγεία.
Η τέχνη είναι απαραίτητη για να γίνεται ο άνθρωπος ικανός να γνωρίζει και ν'αλλάζει τον κόσμο. Αλλά η τέχνη είναι απαραίτητη και δυνάμει της σύμφυτής της μαγείας.


Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Ντύλαν Τόμας - Κι ο θάνατος δεν θα 'χει εξουσία (και 4 ακόμη ποιήματα)


Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέραςֹ
πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ’ τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λεπτή, καχεκτική,
σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κ’ εσύ πατέρα, απ’ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,
Δώσ’ μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Μείνε ακίνητος γαλήνιος κοιμήσου

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Με την πληγή τυρανισμένος
Στο λαρύγγι να φλογίζεται ν’ ανοίγει.
Όλη νύχτα στο νερό
Της σιωπηλής θαλάσσης συνακούσαμε τον ήχο
Που βγήκε απ’ την πληγή την γραπωμένη
Στο σάβανο του αλατιού.

Τρεμάμενοι ακούσαμε κατ’ απ’ τ’ απόμακρο φεγγάρι
Τον ήχο της θαλάσσης να κυλά σαν αίμα
Απ’ την πληγή την βροντερή
Κι όταν το σάβανο του αλατιού τσάκισε
Σε μια θύελλα τραγουδιών
Οι φωνές των πνιγμένων κολύμπησαν στον άνεμο.

Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσ’ απ’ τ’ αργό θλιμμένο πανί,
Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
Του χαμένου καραβιού
Το ταξίδι μου ν’ αρχίσω για το τέλος της πληγής μου.
Τραγούδι ακούσαμε τον ήχο της θαλάσσης,
Το σάβανο είδαμε λόγο του αλατιού.

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Κρύψε στο λάρρυγγα το στόμα
Αλλιώς θα υποταχθούμε και θα ιππεύσουμε μαζί σου
Μέσα στους πνιγμένους.


Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο πορεύει το λουλούδι


Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.

Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.

Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.

Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.

Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Αντρέ Μπρετόν - Ελεύθερη Ένωση







Η γυναίκα μου με μαλλιά φωτιάς από ξύλα
Η γυναίκα μου με σκέψεις αστραπών της ζέστης
Με μέση κλεψύδρας
Η γυναίκα μου με μέση σβίδρας ανάμεσα στα δόντια της τίγρης
Η γυναίκα μου με στόμα κονκάρδας και ανθοδέσμης άστρων μικρότερου μεγέθους
Με δόντια αποτυπώματα άσπρου ποντικιού πάνω στην άσπρη γη
Με γλώσσα κεχριμπαριού και γυαλιού τριμμένου
Με γλώσσα μαχαιρωμένου αντίδωρου
Με γλώσσα κούκλας που ανοιγοκλείνει τα μάτια της
Με γλώσσα πέτρας απίστευτης
Η γυναίκα μου με ματόκλαδα όρθιες γραμμούλες παιδικής γραφής
Με φρύδια περίγυρου φωλιάς χελιδονιού
Η γυναίκα μου με κροτάφους σχιστόλιθου στέγης θερμοκηπίου
Κι άχνας στα παράθυρα 
 Η γυναίκα μου με ώμους σαμπάνιας
Και κρήνης με κεφάλια δελφινιών κάτω από τον πάγο
Η γυναίκα μου με καρπούς χεριών από σπίρτα
Η γυναίκα μου με δάχτυλα τύχης και καρδιάς άσσου κούπα
Με δάχτυλα θερισμένου σταχυού
Η γυναίκα μου με μασχάλες τριχώματος του κουναβιού καικαρπών οξιάς
Της νύχτας του Αϊ-Γιαννιού
Της αγριομυρτιάς και φωλιάς σκαλαριών
Με μπράτσα του αφρού της θάλασσας και του υδροφράγματος
Και μίγματος σταριού και μύλου
Η γυναίκα μου με γάμπες βεγγαλικού
Με κινήσεις ωρολογιακές κι απελπισίας
Η γυναίκα μου με γάμπες από μεδούλι της ακτέας
Η γυναίκα μου με πόδια αρχικά ονομάτων
Με πόδια εσμού κλειδιών με πόδια καλφάδων που πίνουν
 Η γυναίκα μου με λαιμό μαργαριταριού αλεσμένου κριθαριού
Η γυναίκα μου με λαιμό χρυσής κοιλάδας
Και συναντήσεων μέσα στην ίδια την κοίτη του χειμάρρου
Με στήθια της νύχτας
Η γυναίκα μου με στήθια θαλασσινής φωλιάς του τυφλοπόντικα
Η γυναίκα μου με στήθια χοάνης για ρουμπίνια
Με στήθια φάσματος του ρόδου κάτω απ’ τη δροσιά
Η γυναίκα μου με κοιλιά βεντάλιας των ημερών όταν ξεδιπλώνεται
Με κοιλιά γιγάντιο νύχι γαμψό
Η γυναίκα μου με ράχη πουλιού που φεύγει κατακόρυφα
Με πλάτη υδραργύρου
Με πλάτη φωτός
Με σβέρκο πέτρας στρογγυλεμένης και κιμωλίας βρεμένης
Και πεσίματος του ποτηριού που μόλις ήπιαμε 
 Η γυναίκα μου με γοφούς μικρού πλοίου
Η γυναίκα μου με γοφούς πολυελαίου και με φτερά σαΐτας
Και με μίσχους φτερών άσπρου παγωνιού
Και ζυγαριάς ανευαίσθητης
Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόπετρα και αμίαντο
Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης του κύκνου
Η γυναίκα μου με γλουτούς της άνοιξης
Με αιδοίο γλαδιόλας
Η γυναίκα μου με αιδοίο φλέβας χρυσού κι ορνιθόρυγχου
Η γυναίκα μου με αιδοίο φύκια και καραμέλες του παλιού καιρού
Η γυναίκα μου με αιδοίο καθρέφτη
Η γυναίκα μου με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα
Με μάτια μενεξεδιάς πανοπλίας και μαγνητισμένης βελόνας
Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
Η γυναίκα μου με μάτια νερού για να πίνεις στη φυλακή
Η γυναίκα μου με μάτια του ξύλου πάντα κάτω από τον πέλεκυ
Με μάτια στο ύψος του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς

 (Μετάφραση : Νάνος Βαλαωρίτης)

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Λένα Παππά - Σκοτεινός Θάλαμος και 5 ακομη ποιήματα

H Λένα Παππά είναι μια σπουδαία ποιήτρια, που αν ρίξει κανείς μια ματιά στο διαδύκτιο, μπορεί να δει   ότι δεν έχει το χώρο που της αναλογεί. Αφιερώνουμε λοιπόν κάποια λίγα ποιήματα ακόμη σε όσους εκτιμούν την ποιήσή της.

Πάει καιρός

Φίλησα την καρδιά σου
τα χαμόγελά σου
στολίστηκα,
μεθυσμένα βήματα έσυρα
στου έρωτα τα μονοπάτια.

Υστερα έφυγες,
γίνηκες
μια βαθιά μαχαιριά στο κορμί μου,
γεύση θανάτου,
καμπάνα της ερημιάς.

Ύστερα έφυγες - πάει καιρός.

Δε σε αναζητω,
δε σε περιμένω.
Ανασαίνω, μα δε χαμογελώ πια.
Περπατώ,
μα πουθενά δεν πηγαίνω,
πάει καιρός που πεθαίνω.

(καθ' οδόν 1973)

Επιδιώξεις

Το λίγο στο φύλλο που τρέμει αεράκι,
το χαμηλό χαμομηλάκι,
με τη σαν παιδικού φιλιού ευωδιά
και το τιτίβισμα του ήλιου
μέσα στις χούφτες τ'ουρανού, μου αρκεί,
δε θα γυρέψω άλλο.

Στο μακρινό και στο πολύ
δεν είναι πάντοτε η χαρά,
η ελευθερία στο ύψος.
Σε ασύδοτες επιθυμίες να σπαταληθώ
γιατί;
Όλα είν' ωραία όταν τ' αγαπήσεις.

Το λίγο στα φύλλα που τρέμει αεράκι,
το χαμηλό χαμομηλάκι
και το τιτίβισμα χρυσό του ήλιου - μου αρκεί.
Δε θα γυρέψω άλλο.

(καθ' οδόν 1973)

Φανταστικό

Ζωγράφισα ένα λουλούδι
που δεν υπάρχει.
Θα του δώσω
ένα όνομα που δεν υπάρχει
θα το αγαπήσω
 με μιαν αγάπη που δεν υπάρχει.
Θα 'ρθει να το βρει και να παίξει μαζί του
ο μικρός ρόδινος άνεμος
που δεν υπάρχει
μέσα σε μια άνοιξη που δεν υπάρχει,
τα πουλιά γι αυτό θα πουν 
ένα τραγούδι που δεν υπάρχει.
Είμαι ο κηπουρός του,
ο άνεμός του
η μέλισσα κι η πεταλούδα του.
Το καλλιεργώ
 σ'εναν κήπο μυστικό, που δεν υπάρχει.

Είναι ένα λουλούδι ολότελα δικό μου
κανείς
δεν θα μπορέσει να μου το κλέψει,
να το μολέψει,
δεν αγοράζεται, δεν πουλιέται,
δεν σπαταλιέται
σε νεκρά βάζα
και κηπους φθινοπωρινούς.

Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει,
να το χαρίσω μια μέρα
μαζί με την καρδιά μου,
στον αγαπημένο ενός έρωτα
που δεν υπάρχει.

(καθ' οδόν 1973)

Η φλόγα

Το ζήτημα δεν είναι μόνο να καείς.
Είναι να υψώσεις μέσα στο σκοτάδι
όσο μπορείς να υψώσεις
τη φλόγα σου.
Υπάρχουν που γινήκαν στάχτη
στάχτη που γέμισαν τον κόσμο δίχως
μια τόση δα μικρή κι ωραία σπίθα
γύρω τους να λάμψει.

(Σκοτεινός θάλαμος)

Διαρκώς

Με το σκουλήκι της μοναξιάς
μες το πιο κόκκινο μήλο μου,
δεν υπάρχει
δεν υπάρχει δικαιοσύνη
σε αυτό τον κόσμο.

Ποτέ
να καταλάβω να πω δεν τόλμησα
ποιος κλαίει τις νύχτες στο αίμα μου
ποιος
μέσα απ' τα χέρια μου ποιος σφεντονάει την πέτρα
θρυμματίζοντας
γυάλινο των θεών τον ουρανό.

Τις λάμψεις και τα μυστικά φυσήματα
ακολούθησα του ανέμου
στα βαθιά των κήπων
δεν έπαψα στιγμή να κυνηγιέμαι και να κυνηγώ,
δεν υπάρχει
δεν υπάρχει γαλήνη σ' αυτόν τον κόσμο.

Απ' το φρυγμένο στόμα ποιος
μου κλέβει το νερό
που στάλα-στάλα μάζεψα
ξοδεύοντας τα βηματά μου σε γκρεμούς και δάση;
Το μέλι του ύπνου ποιος μου φαρμακώνει
μ' ενύπνια πικρά
το δέντρο που 'χα τη φωλιά μου
ποιος μου ξεριζώνει;
Μ' όλα τα δίχτυα μου δεν έπιασα
παρά ίσκιους και σιγή,
σιγή που σαν πληγή
σκοτώνει την ψυχή μου.

Να θέλεις όμορφα να υπάρχεις
τόλμη μεγάλη είναι φαίνεται εδώ πέρα.

(Σκοτεινός θάλαμος)

Σκοτεινός θάλαμος

Όλες οι πράξεις μας καθώς
τ' αρνητικά φωτογραφίας φυλάνε
μια ξένη άγνωστη όψη.
Μες στις σκιές κρυμμένη
με την κατάλληλη επεξεργασία κάποτε
την άλλη μας πραγματικότητα φέρνουν στο φως.

Θάλαμος σκοτεινός χρόνος, μέσα του
της λήψης η στιγμή επικίνδυνη
κρίνει την ύπαρξη μας.
Μάταια τα τρυκ κι οι πόζες και τα φλας
κι η φωτογένεια περιττή, αν ίσως πάρει φως
μοναδικό
και πάει χαμένο της ζωής το φιλμ.

(Σκοτεινός θάλαμος)

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Λένα Παππά - 3 ποιηματα

Ἡ μνήμη σου

Ἡ μνήμη σου
διάττοντας φλογερός
ἄγριος κομήτης
αὐλακώνει τόν οὐρανό μου
πυροπολεῖ τίς νύχτες μου

Ἡ μνήμη σου
ξυπόλητο ζητιανάκι
κλαίει μπροστά
στήν κλειδωμένη μου πόρτα

Ἀγκάθι κάτω ἀπό τό πέλμα μου
λεμονανθός στά μαλλιά μου
δροσερό νερό στό ποτήρι μου
ἡ μνήμη σου

Θάνατος πού μέ ζεῖ
ζωή πού μέ πεθαίνει.


Ἐρωτικό

Εἶδα ὄνειρο ἤμουν μαζί σου πλάϊ στήν θάλασσα
ἡ ἥλιος ἔλιωνε τόν κόσμο
κι ἐσύ γελοῦσες φέγγοντας τίς φλέβες μου
ἅπλωνα τό χέρι ἐτσιδά καί σ’ἄγγιζα
ἠλεκτρισμένη
λάβα και μύρο χυνόμουν ὅλη κι ἔρρεα
πρός ἐσένα.

Μέ κοίταζες κι οἱ θάνατοί μου ὅλοι πέθαιναν
κι ὅλα τά πράγματα πού δέν μέ ξέραν
τραγουδοῦσαν τ’ ὄνομά μου
ριγοῦσα ἀπό τήν ἡδονή τῆς πεταλούδας πού φτερώνει
καί σκίζει τό κουκούλι της βγαίνοντας στῶν ἀνθῶν τό φῶς.

Κι ὅπως τά ὄνειρα δέν ἔχουν λογική
σέ πῆρα σάν μωρό στήν ἀγκαλιά καί σέ κανάκεψα
τόσο γλυκά πού κουλουριάστηκες στά σωθικά μου
κι ἔγινα ἡ εὐτυχισμένη σου μητέρα.

Τώρα πατώ στά νύχια μήν ξυπνήσω
τήν ἀπουσία σου
πουθενά δέν κοιτάζω μήν τυχόν καί φύγει
ὁ μαγεμένος ὕπνος ἀπ’ τά βλέφαρά μου
καί δῶ ἀδειανή, θανατωμένη τήν ζωή μου
καί παραλοΐσω.

Παραμόνεψα

Παραμόνεψα τόν εαὐτό μου καί τόν βρῆκα
νά ἐκπυρσοκροτεῖ- ὅπλο φονικό-
μέ στόχο την καρδιά μου
μέ τρομερά σαγόνια να καταβροχθίζει τόν καιρό
νά σέρνεται μέσα στῆς προσευχῆς τή θλίψη
μέ ὑψωμένη τήν γροθιά νά φοβερίζει ἄγνωστους θεούς
μέ ἀπεγνωσμένη λύσσα καί νά κλαίει
γιά τόν χαμό μιᾶς πεταλούδας.

Κάποιες φορές φορώντας διάδημα ἀπ’ ἀστέρια
φτερά ν’ἀνοίγει σέ οὐρανούς ἀνείδωτα γλαυκούς
νά ὑπνοβατεῖ πάνω σέ ρόδα καί μαχαίρια ἀκονισμένα
στούς τάφους τῶν ἐρώτων του νά ὀλολύζει
καί νά χορεύει μές τά καταγώγια τῶν πόθων, τόν χορό
τῆς ἄνομης Σαλώμης

γεμάτος γύρη καί μοσκοβολιές νά γέρνει
σέ ἀνθισμένους κήπους τοῦ Μαΐου
καί μέ τό γυάλινο κλειδί τῆς μνήμης
νά προσπαθεῖ νά ξεκλειδώσει τό σεντούκι τῶν παραμυθιῶν.

Παραμόνεψα τον ἑαυτό μου καί τόν εἶδα
πίσω ἀπό τά τυφλά ὀνόματα, τίς μαῦρες λάμψεις
πίσω ἀπό τους πικρούς καθρέφτες τῆς ζωῆς
Ἄγνωστο, Φοβερό
νά μέ παραμονεύει.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Στην Ευρώπη - Γ.Σουρής





Απόστασε το χέρι μου από το να μουντζώνω

και σάλιο δεν μου έμεινε από το φτύσε φτύσε,

αλλ’ έως τώρα τίποτε μ’ αυτά δεν κατορθώνω,

και συ, Ευρώπη, μας γελάς και πάντα ίδια είσαι.

Και απορώ, μα το σταυρό, πώς ως αυτή την ώρα

και άλλα δεν μας έστειλες εδώ θωρακοφόρα.



Προθύμως σας εκάμαμεν εκείνο που ζητείτε

και αν δεν μας πιστεύετε, κοπιάσετε να δήτε

ποία ειρήνη κατ’ αυτάς στο κράτος βασιλεύει

και πώς καθένας ήσυχα γλεντά και χουζουρεύει.

Ήλθε το άντε στάτους κβο με τόσας αναπαύσεις

και άρχισαν να γίνονται διορισμοί και παύσεις.



Λοιπόν, τι άλλο από μας, Ευρώπη, απαιτείς

κι ακόμη από το λαιμό πιασμένους μας κρατείς;

Θέλεις λοιπόν να ζήσωμε χωρίς πολιτικήν

και ως στρατόν να έχωμε την χωροφυλακήν

κι ουδέ ο ρήτωρ Κωνσταντής ν’ ακούγεται παρλάρων

διά το πραξικόπημα εκείνο των Βουλγάρων;

 

Εσύ, βρε καγκελλάριε των σαχλο – Γερμανών,

συ εναντίον μας κινείς και γην και ουρανόν,

εσύ, διαόλου αλεπού, που ψόφος δεν σε πιάνει,

εσύ κρατάς κατάκλειστο το κάθε μας λιμάνι,

και όλα τα καράβια σου εις τα νερά μας στέλλεις,

διότι έτσι αγαπάς, διότι έτσι θέλεις.



Εσύ, βρε καγκελλάριε, εσύ, βρε Μαμελούκε,

εσύ, πανευγενέστατε της Δύσεως Τραμπούκε,

παίζεις και πάλι πρόστυχο και βρώμικο παιχνίδι

και του κυρίου Γλάδστωνος του πάει ριπιπίδι

κι αισθάνεται το βάρος σου ο σβέρκος κάθε ράχης…

αλλ’ έστι δίκης οφθαλμός, που κακό ψόφο νάχεις.



(Το σατυρικό αυτό ποίημα γράφτηκε με αφορμή τον ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας-άλλον ένα-, από τους και τότε "συμμάχους" Άγγλία, Ιταλία, Αυστροουγγαρία και Γερμανία τον Απρίλιο του 1886. Στις τελευταίες στροφές αναφέρεται στον Όττο φον Μπίσμαρκ. 
Βέβαια οι αιχμές είναι και τότε προσωπικές, ενώ και τότε βλέπουν μισελληνισμό χωρίς φυσικά να μπορούν να δουν τις βαθύτερες αιτίες σύγκρουσης μεγάλων συμφερόντων εκτός και εντός Ελλάδας.
Παρ' όλα αυτά το ποίημα δεν χάνει την αξία του, αλλά και τις αναλογίες με πιο σύγχρονες εποχές)

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Fernando Pessoa- Poemas de Alberto Caeiro



Poemas de Alberto Caeiro

I

Ευτυχείς αυτοί πού δε συλλογιούνται,

γιατί η ζωή είναι γενιά τους

και απλόχερο καταφύγιο!

Ευτυχείς αυτοί πού πράττουν

όπως το ζώο πού έχουν μέσα τους!

Καλύτερα, από παιδιά,

να έχεις απλά πίστη,

πού σημαίνει

να μη ξέρεις ποιος είσαι

ή τι θέλεις.

Ευτυχείς αυτοί

πού δεν σκέφτονται,

γιατί είναι όντα,

και όντα σημαίνει να πιάνεις

ένα χώρο

και την συνείδηση να ακουμπάς

σε ένα μοιράδι.

`

ΙΙ

Τα έσπασα με τον ήλιο και τα’ αστέρια.

Αφήνω τον κόσμο να φύγει.

Πήγα μακριά και πλέρια με ένα γυλιό

πράματα πού ξέρω.

Έκανα το ταξίδι, ψώνισα τα άχρηστα,

βρήκα το ακαθόριστο,

κι η καρδιά μου είναι ίδια αυτό πού ήταν:

ουρανός και έρημος.

Απότυχα σ’ αυτό πού ήμουν,

σ’ αυτό πού ήθελα,

σ’ αυτό πού ανακάλυψα.

Ψυχή δεν μού απόμεινε

για ν’ αψηλώσει το φώς

ή το σκοτάδι να πυκνώσει.

Δεν είμαι τίποτα παρά μια ναυτία, μια οπτασία,

τίποτα παρά μια πεθυμιά.

Είμαι κάτι πολύ μακρυσμένο,

και συνεχίζω να φεύγω

ίσα γιατί το εγώ μου

νοιώθει τόσο οικεία και τόσο γήϊνα,

κολλημένο σαν ρόχαλο

σ’ ένα αρμό του κόσμου.



`

ΙΙΙ

Διάβασα κανά-δυό λέξεις

του βιβλίου

ποιητή μυστικιστή

και γέλασα σαν κάποιον

πού έχει κλάψει πολύ.

Οι μυστικιστές ποιητές

είναι φιλόσοφοι αρρωστημένοι

και οι φιλόσοφοι άνθρωποι σαλεμένοι.

Γιατί οι μυστικιστές ποιητές λένε

ότι τα λουλούδια αισθάνονται

κι’ ότι οι πέτρες έχουν ψυχή

κι’ ότι τα ποτάμια εκστασιάζονται

κάτω απ’ το φεγγάρι.

Αλλά αν αισθάνονταν

τα λουλούδια δε θα ‘ταν λουλούδια

θα ήταν πρόσωπα˙

Κι’ αν οι πέτρες είχαν ψυχή,

θα ήταν πράγματα ζωντανά,

δεν θά ’ταν πέτρες˙

Κι’ αν τα ποτάμια εκστασιάζονταν κάτω

από το φεγγάρι

τα ποτάμια θα ήταν

κάποιοι κρονόληροι.

Σίγουρα να μη ξέρεις πρέπει

τι είναι τα λουλούδια

και οι πέτρες και τα ποτάμια

μιλώντας για τα αισθήματα σου.

Το να μιλάς για την ψυχή της πέτρας

του λουλουδιού και του ποταμιού

είναι το να μιλάς

για σένα τον ίδιο

και τούς σφαλερούς συλλογισμούς σου.

Δόξα τον Θεό πού οι πέτρες

είναι μόνο πέτρες

και τα ποτάμια δεν είναι παρά ποτάμια

και τα λουλούδια μόλις λουλούδια.

Όσο για μένα γράφω τα κείμενα

των στίχων μου

και είμαι ευχαριστημένος

γιατί ξέρω και καταλαβαίνω

την φυσικότητα από τα έξω˙

και δεν τη ξέρω από τα μέσα

γιατί η φυσικότητα εσωτερικό δεν έχει˙

αλλιώς δεν θα ’τανε φυσικότητα.

`

ΙV

Αν θέλουνε να πιάνομαι με τον μυστικισμό,

εντάξει: τον έχω

Είμαι μυστικιστής αλλά μόνο με το σώμα.

Η ψυχή μου είναι απλή και δε σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου είναι

το να μη θέλω να γνωρίζω.

Να ζω και να μην τον σκέφτομαι.

Δε ξέρω τι είναι η φυσικότητα: Την τραγουδάω.

Ζω στη κορυφή ενός γήλοφου

σε ένα μοναχικό ασβεστωμένο σπίτι

και αυτός είναι ο ορισμός μου.

`

V

Υπάρχει αρκετή μεταφυσική

στο τίποτα να μη σκέφτεσαι.

Τι σκέφτομαι για τον κόσμο;

Να ήξερα τι σκέφτομαι για τον κόσμο!

Αν δεν ήμουνα στα καλά μου

θα τόνε σκεφτόμουνα.

Τι ιδέα έχω για τα πράγματα;

Τι γνώμη έχω για αιτίες και αποτελέσματα;

Τι διαλογίστηκα για Θεό και ψυχή

και την δημιουργία του κόσμου;

Δεν ξέρω. Για μένα οι σκέψεις γι’ αυτά

είναι να κλείνω τα μάτια και να μη σκέφτομαι.

Είναι να τραβώ τις κουρτίνες

του παραθύρου μου (αν και δεν έχει κουρτίνες).

Το μυστήριο των πραγμάτων;

Να ήξερα τι είναι μυστήριο!

Το μόνο μυστήριο είναι

ότι υπάρχει κάποιος

πού σκέφτεται το μυστήριο.

Αυτός πού στέκεται στον ήλιο

και κλείνει τα μάτια

αρχίζει να μην καταλαβαίνει

το φώς τι είναι

και να σκέφτεται πράγματα

στην πλησμονή της κάψας.

Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τον ήλιο

και να σκεφτεί πλέον

τίποτα δεν μπορεί

γιατί το φώς του ήλιου

αξίζει πιότερο από τις σκέψεις

όλων των φιλόσοφων

και όλων των ποιητών.

Το φώς του ήλιου

δεν ξέρει αυτό πού κάνει

και γι’ αυτό δε σφάλλει

όντας ωραίο και απλό.

Μεταφυσική;

Τι μεταφυσική έχουν εκείνα τα δέντρα;

Αυτή του να είναι πράσινα και θαλερά

του να έχουνε κλαδιά

και να δίνουνε φρούτα στην εποχή τους

πού δεν μας κάνει να σκεφτόμαστε

ότι δεν ξέρουμε να τα ανταποδώσουμε.

Ωστόσο ποια καλύτερη μεταφυσική

από τη δική τους

πού είναι το να μη ξέρουν

γιατί ζουν

ούτε το να ξέρουν

ότι δεν το ξέρουν;

«Εσωτερική συγκρότηση των πραγμάτων»…

«Εσωτερικό νόημα του σύμπαντος»…

Όλα σφαλερά πού τίποτα

δε θέλουνε να πουν.

Απίστευτο πού μπορεί

να σκέφτεσαι για τέτοια πράγματα.

Είναι σα να σκέφτεσαι

για αιτίες και σκοπούς

όταν χαράζει η αυγή

και μέσα από τα φυλλώματα

ένα ’χλιό χρυσαφί

διαλύει το σκοτάδι.

Το να σκέφτεσαι

το εσωτερικό νόημα των πραγμάτων

είναι παραπανίσιο,

όπως το να σκέφτεσαι την υγεία

ή το να πίνεις με ένα ποτήρι

από το νερό μιας πηγής.

Το μόνο εσωτερικό νόημα των πραγμάτων

είναι ότι δεν έχουνε κανένα

εσωτερικό νόημα.

Δεν πιστεύω σε Θεό

γιατί ποτές δεν τον είδα.

Αν ήθελε να τόνε πιστεύω

θα ερχότανε το δίχως άλλο

να μού μιλήσει

και θα ‘μπαινε μέσα από τη πόρτα μου

λέγοντας μου: Είμαι εδώ!

(Ίσως είναι γελοίο στ’ αυτιά εκείνου

πού μη ξέροντας τι είναι να κοιτάς

ίσια τα πράγματα

δεν καταλαβαίνει αυτόν

πού μιλάει γι’ αυτά

με τον τρόπο της έκφρασης

πού η όψη τους παραπέμπει).

Όμως αν ο Θεός, είναι τα λουλούδια

και τα δέντρα και τα βουνά

κι’ ο ήλιος και το φεγγάρι,

τότε τόνε πιστεύω,

τότε τόνε πιστεύω

για κάθε λεπτό

κι’ όλη μου η ζωή

είναι προσευχή και λειτουργία

και ευχαριστία με τα μάτια

και από τα αυτιά.

Αλλά αν ο Θεός είναι

τα λουλούδια

και τα δέντρα και τα βουνά

κι’ ο ήλιος και το φεγγάρι,

γιατί τον λέμε Θεό;

Τον λέω

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι˙

Γιατί αν ήτανε καμωμένος

για να τον έβλεπα

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι,

αν μού εμφανιζότανε

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιος και φεγγάρι,

είναι γιατί θα ήθελε

να τόνε ξέρω

για λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι.

Γι’ αυτό και τον υπακούω

(Τι περισσότερο ξέρω εγώ για τον Θεό

απ’ ότι ο Θεός για τον εαυτό του;)

τον υπακούω ζώντας, αυθόρμητα,

σαν κάποιος πού ανοίγει τα μάτια

και βλέπει,

και τόνε λέω λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι

και τον αγαπάω

χωρίς να τον σκέφτομαι

και τόνε σκέφτομαι

βλέποντας και ακούγοντας

και βαδίζω πάντοτε

δίπλα του.

`

VI

Μπαίνω μέσα και κλείνω το παράθυρο.

Μού φέρνουν το κηροπήγιο

και μού λένε καληνύχτα.

Και η φωνή μου αναγαλλιάζει στην καληνύχτα.

Μακάρι η ζωή μου

να ήταν πάντα τούτο:

η μέρα γεμάτη ήλιο,

ή μιας απαλής βροχής,

ή κατακλυσμική

σαν να τελεύει ο κόσμος,

το βράδυ γλυκό

και τα ασκέρια πού περνούν

να κοιτάνε με περιέργεια

το παράθυρο,

η τελευταία μειλίχια ματιά

στη γαλήνη των δέντρων

και μετά,

με κλεισμένο το παράθυρο

και το κερί σβηστό,

χωρίς τίποτα να διαβάζω

χωρίς τίποτα να σκεφτώ,

χωρίς ύπνο,

να νοιώθω τη ζωή

να κυλάει μέσα μου

όπως ένα ποτάμι στην κοίτη του,

και εκεί έξω

μια μεγάλη σιωπή

σαν ένας θεός πού κοιμάται.

`