Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Θα επιμένεις - Άρης Αλεξάνδρου -"Προχτές", "Σήμερα", "Ολόκληρη Νύχτα"


Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση

ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται περήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
των πετρωμάτων
σάμπως να σουν σίγουρος πως θα 'ρθει μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κι οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.

Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θα 'χουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν' αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.


Προχτές

– Ποιος θα βρεθεί λοιπόν να κλάψει;
– Ποιος θ' απλώσει τα χέρια
ζητώντας ένα τόσο δα μικρό αστέρι
όσο χαμογελάει το χείλι σου αντικρίζοντας μια χαραμάδα στο συγνεφιασμένο πρωινό;
Όπου κι αν ψάξεις στη μελλοντική σου μνήμη
δεν είναι στήριγμα ν' ακουμπήσεις το βλέμμα.
Θυμάσαι;
Σαν και τότε που καθόμασταν στο πρόδωμα της θλίψης
– ένα μακρινό άρωμα θάλασσας και τα λόγια να ψιθυρίζουν τη σκιά του δειλινού.
Πόσα καΐκια φύγανε φορτωμένα σταφύλια και φως.
Πόσα καΐκια φύγανε
και μας αφήσαν ν' αγναντεύουμε στο μουράγιο.
Τώρα θα κάτσουμε και πάλι στο καφενεδάκι του λιμανιού
ίσως κιόλας να παίξουμε ένα τάβλι με τον κουτσό μαγαζάτορα
και τα πούλια θα χτυπάν σαν τους χτύπους της καρδιάς μας.
Το βράδυ, δίπλα στη λάμπα που ρίχνει την πίκρα της σ' ένα βιβλίο με ιστορίες χαμένων ταξιδιών,
όταν ο δρόμος θα σέρνεται έρημος κάτω απ' τα κλειστά παράθυρα
–αλήθεια τι πολλά ενοικιαστήρια στη γειτονιά μας–
τότε
μια τελευταία αχτίδα
μια μοναδική σκουριασμένη πεντάρα στην άσφαλτο
το ταξίδι στον εαυτό του.

(Ακόμα τούτη η άνοιξη)


Σήμερα

Είναι κιόλας δυο μέρες που δεν πρόσθεσες λέξη στο ημερολόγιο της συγνεφιάς
είναι δυο μέρες που φύσηξε ζεστός ένας κατακόκκινος άνεμος απ' τη μεριά της θάλασσας
φύσηξε κ' έφερε μαζί του τις φωνές των μακρινών συντρόφων
φύσηξε και βάφτηκε απ' το γέλιο των αδελφών μας
φύσηξε πάνω απ' τις χώρες της λευτεριάς.
Έλα ν' ανοίξουμε διάπλατα τα ρουθούνια μας και να ρουφήξουμε την καλοσύνη του σαν ένα ποτήρι φως.
Στ' αυτιά μας μας φτάνει η μουσική του καλοκαιριού και το ποδοβολητό της καβαλάρισσας πρωτοχρονιάς.
Ένα μικρό τζιτζίκι μπλέχτηκε στα μαλλιά μας κ' έχουμε τις τσέπες μας γεμάτες τριαντάφυλλα στο σχήμα του πεντάγωνου άστρου.
Μένεις πίσω εαυτέ μας στο λαχανιασμένο τούτο ανέβασμα.
Πώς να προφτάσεις;
Πού να καταλάβεις;
Και μεις σε βγάζουμε σαν ένα βρεγμένο πανωφόρι και σε κρεμάμε ν' αχνίζεις στον κρύο διάδρομο της λησμονιάς μας.
Κ' έτσι αλαφροί
με τη βουή του καλόκαρδου άνεμου στα στήθια
με το βλέμμα να ταξιδεύει πάνω από θάλασσες και σύνορα
προχωρούμε μ' ολόρθη την καρδιά μας
εμείς οι σκληροί κι ατσαλένιοι
και λέμε και πάλι
πως δεν μπορεί
δε γίνεται –
η νίκη θα 'ναι δική μας.

(Ακόμα τούτη η άνοιξη)


Ολόκληρη νύχτα

Όπου να 'ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ' τη μαρκίζα
γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.

Πίσω απ' τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ' οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ' τη γωνιά της χαραυγής.
Απίθωσα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.

Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

Συλλογή Άγονος Γραμμή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου