Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Pierre Reverdy (1889-1960), 5 Ποιήματα



ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Το παράθυρο
Μια τρύπα ζωντανή όπου χτυπά η αστραπή
Γεμάτη ανυπομονησία
Δεν ξέρουμε πια αν είναι νύχτα
Το σπίτι τρέμει
Η φωνή που τραγουδά θα σωπάσει
Είμαστε πολύ κοντά
Αυτός που ψάχνει
Πιο μεγάλος από αυτό που ψάχνει
Και αυτό είναι όλα
Να είσαι
Κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό
Ραγισμένος
Φωτεινός εκεί όπου η αναπνοή έχει απομείνει
Κρεμασμένη

*

ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΠΟΥ ΞΕΦΥΓΕ

Το αστέρι είναι μες στη λάμπα

Το χέρι
βαστάει τη νύχτα
από μια κλωστή

Ο ουρανός
έχει ξαπλώσει
στ’ αγκάθια
Σταγόνες αίμα
χτυπούν με θόρυβο πάνω στ’ αγκάθια

Και ο βραδινός αέρας
βγαίνει από ένα στήθος


*
ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ

Είμαστε δύο
Ακολουθώντας την ίδια γραμμή
Μέσα στους μαιάνδρους της νύχτας
Δύο στόματα που δε συναντιούνται
Ένας θόρυβος βημάτων
Ένα ελαφρύ κορμί γλιστρά προς το άλλο
Μια πόρτα τρέμει
Ένα χέρι προβάλει
Θα θέλαμε ν’ ανοίξουμε
Η φωτεινή ακτίνα στέκεται όρθια
Εκεί μπροστά μου
Και είναι η φωτιά που μας χωρίζει
Μέσα στη σκιά όπου σαστίζει το προφίλ σου
Ένα λεπτό χωρίς να αναπνεύσεις
Η ανάσα σου περνώντας μ’ έχει κάψει .

*

OYΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

Κάτω απ’την αψίδα των ασυγκράτητων νεφών
Στο θόρυβο των φωνών που εγκαταλείπονται
Πάνω στα άσπρα πεζοδρόμια και οι τροχιές
Ανάμεσα απ’ τα κλαδιά του χρόνου
Κοίταξα να περνά η σκιά σου
Μόνη μέσα από τα σκοτεινά σημεία
Οι γραμμές του κινητού φωτός
Διαφανές στις αντανακλάσεις από ψεύτικες προθήκες
Και πήγαινε και πήγαινε

Ποτέ δεν περπάτησες τόσο γρήγορα
Θυμόμουν τη μορφή σου
Όμως ήταν πολύ μικρή
Κι ύστερα κοίταξα αλλού
Όμως για να σε ξαναβρώ ακόμα
Μέσα στην ηχώ της μέρας που κυλούσε μες
στη μνήμη μου

Κλωστές από αναμνήσεις κρέμονται πάνω στα κλαδιά
Φύλλα μες στο γαλάζιο αέρα πετούν αντίθετα
στο ρεύμα
Ένα ρυάκι με αίμα διαυγές γλιστρά κάτω απ’ την
πέτρα
Τα δάκρυα και η βροχή πάνω στο ίδιο στυπόχαρτο
Ύστερα όλα ανακατεύονται στο χτύπημα πάνω
σε βάτα πιο παχιά
Μέσα στο κουβάρι της τύχης η καρδιά χάνει
το δρόμο της
Πάντα ο ίδιος που σταματά
Πάντα ο ίδιος που ξαναγυρίζει

Ο ήλιος έσβηνε
Κοιτούσα πιο μακριά
Τα ίχνη των βημάτων σου κεντούσαν τη σκόνη
με χρυσάφι
Κι όλα που δεν ήταν πια εκεί
Μέσα στις φλόγες του απογεύματος
Που καταβρόχθιζαν τη γη



ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟΣ

Το βράδυ περπατά ανάμεσα στη βροχή και το νυχτερινό κίνδυνο την ασχημάτιστη σκιά του και όλα αυτά που τον έχουν πικράνει.
Στην πρώτη συνάντηση τρέμει – πού να καταφύγει μπρος στην απελπισία;
Ένα πλήθος πλανιέται μέσα στον άνεμο που βασανίζει τα κλαδιά και ο Κύριος του ουρανού τον παρακολουθεί με ένα μάτι τρομερό.
Μια επιγραφή τρίζει – o φόβος. Μια πόρτα κουνιέται και το παντζούρι από ψηλά χτυπά πάνω στον τοίχο τρέχει και οι φτερούγες που κουβαλούν το μαύρο άγγελο τον εγκαταλείπουν.
Και μετά, μέσα σε διαδρόμους χωρίς τέλος μέσα σε κάμπους έρημους της νύχτας, όπου σκοντάφτει το πνεύμα, απροσδόκητες φωνές διαπερνούν τα χωρίσματα, ιδέες κακοχτισμένες κλονίζονται, οι καμπάνες του αμφίβολου θανάτου χτυπούν.

(επιλογή από το poiein.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου