Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΤΡΟ και 3 ακόμη ποιήματα-Μίλτος Σαχτούρης


ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΤΡΟ
Στον Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα



Όταν η νύχτα έμπαινε στην κάμαρά σου
άναβε το μαύρο άστρο
άναβε
ο ήλιος
πέφτανε
τα λέπια του όλα
λαμπερά
κι άναβε
η ρόδα η μαύρη
είχε δυο πικραμένα μαύρα χείλια
όλη τη νύχτα άναβε ο ήλιος
όλη τη νύχτα έκαιγε το μαύρο άστρο έκαιγε
και σε φιλούσε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
κι έκλαιγε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
και σε φιλούσεη μαύρη ρόδα γύριζε
η μαύρη ρόδα έτριζε
γύριζε γύρω γύρω τ’ άστρο το παλιό
το μαύρο τ’ άστρο το απελπισμένο


ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ


Από δω θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου

τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα



Δεν είμαι δέντρο…


ΔΕΝ είμαι δέντρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στο αίμα μου
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στα κόκαλά μου
κάποτε μέσα στο όνειρο έσφαξα μια κοπέλα
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα πανί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι

Είχα έρωτες
είχα μάχες
και παραφύλαξα στις γωνιές
τα νύχια μου μεγάλωσαν
τα χείλια μου πρήστηκαν
το πρόσωπο μου μαύρισε
δεν είμαι δέντρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο


Τ’ αδέρφια μου 

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα στον ουρανό

και να ο μεγαλύτερος
με μια ανοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
που χάθηκε μέσα σε σπηλιές θεόστραβες
καθώς κυλούσε παίζοντας
πάνω σε ανεμώνες κόκκινες
γλίστρησε
μεσ’ του θηρίου τ’ άγριου το ματωμένο στόμα

ύστερα ο άλλος μου αδερφός που κάηκε
πουλούσε κίτρινα βεγγαλικά
πουλούσε κι άναβε κίτρινα βεγγαλικά
– Όταν ανάβουμε – έλεγε – φωτιά
θα διώξουμε από τους κήπους τα φαντάσματα
θα πάψουν να μολύνουν τους κήπους τα φαντάσματα
– Όταν ανάβουμε – έλεγε – κίτρινα βεγγαλικά
μια μέρα θ’ ανάψει ο ουρανός γαλάζιος

κι ύστερα ο τρίτος ο πιο μικρός
που έλεγε πως είναι νυχτερίδα
γι’ αυτό αγαπούσε τα φεγγάρια
και τα φεγγάρια μια νύχτα τον εζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έπνιξαν
τον έλιωσαν γύρω-γύρω τα φεγγάρια

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα στον ουρανό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου