Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Eκτωρ Κακναβάτος

Γεγονός έσχατο η εκατόχρονη οργή σου

Πρώτο που αυτοί αποφασίζουνε πως κινδυνεύομε και πως θέλομε δε θέλομε θα μας “εσώσουν”. Δεύτερο που απ’ τις αξίες προτιμούν τα αξιώματα, τι να τις κάνουνε τις παλιατζούρες. Τρίτο γεγονός το ανάστημά σου που τους καταργεί. Τέταρτο που οι εύπιστοι, που να τους πάρει ο διάολος, χειροκροτούν το φίμωτρο για τις “φωνασκίες των πληβείων” κι ούτε που θέλουνε να δούνε πως κόψε από δω κόψε απ’ εκεί σε τεμαχίσανε σε οικόπεδα και μυρμηγκότρυπες οι άψωλοι. // Γεγονός προχωρημένο που στους δρόμους σου […] οι μειοδότες περιφέρανε τ’ ατίμητά σου, το αίμα σου αιώνων στα διεθνή χρηματιστήρια σ’ αγοραστές βορά της φτήνιας και που πιάσανε τα υψώματά σου οι φαύλοι κι οι αχρείοι […] Γεγονός έσχατο η εκατόχρονη οργή σου.

Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο

Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ

Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τελείωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.

Ρήγμα στον κρόταφο

Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.

Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απ’ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.


Λέγοντας πέτρες

Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
… χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…

Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο•
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα. 


Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
και ύστερα καλή μ΄ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μεσ΄ στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ΄ τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου