Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Fernando Pessoa- Poemas de Alberto Caeiro



Poemas de Alberto Caeiro

I

Ευτυχείς αυτοί πού δε συλλογιούνται,

γιατί η ζωή είναι γενιά τους

και απλόχερο καταφύγιο!

Ευτυχείς αυτοί πού πράττουν

όπως το ζώο πού έχουν μέσα τους!

Καλύτερα, από παιδιά,

να έχεις απλά πίστη,

πού σημαίνει

να μη ξέρεις ποιος είσαι

ή τι θέλεις.

Ευτυχείς αυτοί

πού δεν σκέφτονται,

γιατί είναι όντα,

και όντα σημαίνει να πιάνεις

ένα χώρο

και την συνείδηση να ακουμπάς

σε ένα μοιράδι.

`

ΙΙ

Τα έσπασα με τον ήλιο και τα’ αστέρια.

Αφήνω τον κόσμο να φύγει.

Πήγα μακριά και πλέρια με ένα γυλιό

πράματα πού ξέρω.

Έκανα το ταξίδι, ψώνισα τα άχρηστα,

βρήκα το ακαθόριστο,

κι η καρδιά μου είναι ίδια αυτό πού ήταν:

ουρανός και έρημος.

Απότυχα σ’ αυτό πού ήμουν,

σ’ αυτό πού ήθελα,

σ’ αυτό πού ανακάλυψα.

Ψυχή δεν μού απόμεινε

για ν’ αψηλώσει το φώς

ή το σκοτάδι να πυκνώσει.

Δεν είμαι τίποτα παρά μια ναυτία, μια οπτασία,

τίποτα παρά μια πεθυμιά.

Είμαι κάτι πολύ μακρυσμένο,

και συνεχίζω να φεύγω

ίσα γιατί το εγώ μου

νοιώθει τόσο οικεία και τόσο γήϊνα,

κολλημένο σαν ρόχαλο

σ’ ένα αρμό του κόσμου.



`

ΙΙΙ

Διάβασα κανά-δυό λέξεις

του βιβλίου

ποιητή μυστικιστή

και γέλασα σαν κάποιον

πού έχει κλάψει πολύ.

Οι μυστικιστές ποιητές

είναι φιλόσοφοι αρρωστημένοι

και οι φιλόσοφοι άνθρωποι σαλεμένοι.

Γιατί οι μυστικιστές ποιητές λένε

ότι τα λουλούδια αισθάνονται

κι’ ότι οι πέτρες έχουν ψυχή

κι’ ότι τα ποτάμια εκστασιάζονται

κάτω απ’ το φεγγάρι.

Αλλά αν αισθάνονταν

τα λουλούδια δε θα ‘ταν λουλούδια

θα ήταν πρόσωπα˙

Κι’ αν οι πέτρες είχαν ψυχή,

θα ήταν πράγματα ζωντανά,

δεν θά ’ταν πέτρες˙

Κι’ αν τα ποτάμια εκστασιάζονταν κάτω

από το φεγγάρι

τα ποτάμια θα ήταν

κάποιοι κρονόληροι.

Σίγουρα να μη ξέρεις πρέπει

τι είναι τα λουλούδια

και οι πέτρες και τα ποτάμια

μιλώντας για τα αισθήματα σου.

Το να μιλάς για την ψυχή της πέτρας

του λουλουδιού και του ποταμιού

είναι το να μιλάς

για σένα τον ίδιο

και τούς σφαλερούς συλλογισμούς σου.

Δόξα τον Θεό πού οι πέτρες

είναι μόνο πέτρες

και τα ποτάμια δεν είναι παρά ποτάμια

και τα λουλούδια μόλις λουλούδια.

Όσο για μένα γράφω τα κείμενα

των στίχων μου

και είμαι ευχαριστημένος

γιατί ξέρω και καταλαβαίνω

την φυσικότητα από τα έξω˙

και δεν τη ξέρω από τα μέσα

γιατί η φυσικότητα εσωτερικό δεν έχει˙

αλλιώς δεν θα ’τανε φυσικότητα.

`

ΙV

Αν θέλουνε να πιάνομαι με τον μυστικισμό,

εντάξει: τον έχω

Είμαι μυστικιστής αλλά μόνο με το σώμα.

Η ψυχή μου είναι απλή και δε σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου είναι

το να μη θέλω να γνωρίζω.

Να ζω και να μην τον σκέφτομαι.

Δε ξέρω τι είναι η φυσικότητα: Την τραγουδάω.

Ζω στη κορυφή ενός γήλοφου

σε ένα μοναχικό ασβεστωμένο σπίτι

και αυτός είναι ο ορισμός μου.

`

V

Υπάρχει αρκετή μεταφυσική

στο τίποτα να μη σκέφτεσαι.

Τι σκέφτομαι για τον κόσμο;

Να ήξερα τι σκέφτομαι για τον κόσμο!

Αν δεν ήμουνα στα καλά μου

θα τόνε σκεφτόμουνα.

Τι ιδέα έχω για τα πράγματα;

Τι γνώμη έχω για αιτίες και αποτελέσματα;

Τι διαλογίστηκα για Θεό και ψυχή

και την δημιουργία του κόσμου;

Δεν ξέρω. Για μένα οι σκέψεις γι’ αυτά

είναι να κλείνω τα μάτια και να μη σκέφτομαι.

Είναι να τραβώ τις κουρτίνες

του παραθύρου μου (αν και δεν έχει κουρτίνες).

Το μυστήριο των πραγμάτων;

Να ήξερα τι είναι μυστήριο!

Το μόνο μυστήριο είναι

ότι υπάρχει κάποιος

πού σκέφτεται το μυστήριο.

Αυτός πού στέκεται στον ήλιο

και κλείνει τα μάτια

αρχίζει να μην καταλαβαίνει

το φώς τι είναι

και να σκέφτεται πράγματα

στην πλησμονή της κάψας.

Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τον ήλιο

και να σκεφτεί πλέον

τίποτα δεν μπορεί

γιατί το φώς του ήλιου

αξίζει πιότερο από τις σκέψεις

όλων των φιλόσοφων

και όλων των ποιητών.

Το φώς του ήλιου

δεν ξέρει αυτό πού κάνει

και γι’ αυτό δε σφάλλει

όντας ωραίο και απλό.

Μεταφυσική;

Τι μεταφυσική έχουν εκείνα τα δέντρα;

Αυτή του να είναι πράσινα και θαλερά

του να έχουνε κλαδιά

και να δίνουνε φρούτα στην εποχή τους

πού δεν μας κάνει να σκεφτόμαστε

ότι δεν ξέρουμε να τα ανταποδώσουμε.

Ωστόσο ποια καλύτερη μεταφυσική

από τη δική τους

πού είναι το να μη ξέρουν

γιατί ζουν

ούτε το να ξέρουν

ότι δεν το ξέρουν;

«Εσωτερική συγκρότηση των πραγμάτων»…

«Εσωτερικό νόημα του σύμπαντος»…

Όλα σφαλερά πού τίποτα

δε θέλουνε να πουν.

Απίστευτο πού μπορεί

να σκέφτεσαι για τέτοια πράγματα.

Είναι σα να σκέφτεσαι

για αιτίες και σκοπούς

όταν χαράζει η αυγή

και μέσα από τα φυλλώματα

ένα ’χλιό χρυσαφί

διαλύει το σκοτάδι.

Το να σκέφτεσαι

το εσωτερικό νόημα των πραγμάτων

είναι παραπανίσιο,

όπως το να σκέφτεσαι την υγεία

ή το να πίνεις με ένα ποτήρι

από το νερό μιας πηγής.

Το μόνο εσωτερικό νόημα των πραγμάτων

είναι ότι δεν έχουνε κανένα

εσωτερικό νόημα.

Δεν πιστεύω σε Θεό

γιατί ποτές δεν τον είδα.

Αν ήθελε να τόνε πιστεύω

θα ερχότανε το δίχως άλλο

να μού μιλήσει

και θα ‘μπαινε μέσα από τη πόρτα μου

λέγοντας μου: Είμαι εδώ!

(Ίσως είναι γελοίο στ’ αυτιά εκείνου

πού μη ξέροντας τι είναι να κοιτάς

ίσια τα πράγματα

δεν καταλαβαίνει αυτόν

πού μιλάει γι’ αυτά

με τον τρόπο της έκφρασης

πού η όψη τους παραπέμπει).

Όμως αν ο Θεός, είναι τα λουλούδια

και τα δέντρα και τα βουνά

κι’ ο ήλιος και το φεγγάρι,

τότε τόνε πιστεύω,

τότε τόνε πιστεύω

για κάθε λεπτό

κι’ όλη μου η ζωή

είναι προσευχή και λειτουργία

και ευχαριστία με τα μάτια

και από τα αυτιά.

Αλλά αν ο Θεός είναι

τα λουλούδια

και τα δέντρα και τα βουνά

κι’ ο ήλιος και το φεγγάρι,

γιατί τον λέμε Θεό;

Τον λέω

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι˙

Γιατί αν ήτανε καμωμένος

για να τον έβλεπα

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι,

αν μού εμφανιζότανε

λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιος και φεγγάρι,

είναι γιατί θα ήθελε

να τόνε ξέρω

για λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι.

Γι’ αυτό και τον υπακούω

(Τι περισσότερο ξέρω εγώ για τον Θεό

απ’ ότι ο Θεός για τον εαυτό του;)

τον υπακούω ζώντας, αυθόρμητα,

σαν κάποιος πού ανοίγει τα μάτια

και βλέπει,

και τόνε λέω λουλούδια

και δέντρα και βουνά

και ήλιο και φεγγάρι

και τον αγαπάω

χωρίς να τον σκέφτομαι

και τόνε σκέφτομαι

βλέποντας και ακούγοντας

και βαδίζω πάντοτε

δίπλα του.

`

VI

Μπαίνω μέσα και κλείνω το παράθυρο.

Μού φέρνουν το κηροπήγιο

και μού λένε καληνύχτα.

Και η φωνή μου αναγαλλιάζει στην καληνύχτα.

Μακάρι η ζωή μου

να ήταν πάντα τούτο:

η μέρα γεμάτη ήλιο,

ή μιας απαλής βροχής,

ή κατακλυσμική

σαν να τελεύει ο κόσμος,

το βράδυ γλυκό

και τα ασκέρια πού περνούν

να κοιτάνε με περιέργεια

το παράθυρο,

η τελευταία μειλίχια ματιά

στη γαλήνη των δέντρων

και μετά,

με κλεισμένο το παράθυρο

και το κερί σβηστό,

χωρίς τίποτα να διαβάζω

χωρίς τίποτα να σκεφτώ,

χωρίς ύπνο,

να νοιώθω τη ζωή

να κυλάει μέσα μου

όπως ένα ποτάμι στην κοίτη του,

και εκεί έξω

μια μεγάλη σιωπή

σαν ένας θεός πού κοιμάται.

`

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου