Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Τίτος Πατρίκιος: Μέρες, Δυο άνθρωποι, Ρόδα αειθαλή

ΜΕΡΕΣ

Μέρες του στρατιωτικού μου βίου
το σκουριασμένο συρματόπλεγμά σας
τρυπάει τα λόγια μου μ' εναλλασσόμενες λεπτομέρειες
χαώδη οικήματα, βαγόνια με φαντάρους
φανταστικές τοποθεσίες σπιτιών και συναντήσεων
θάλασσα κοντινή κι απρόσιτη, άμμο καυτή μέσα στα 
νύχια...
Μέρες βασανισμένες από πρόσωπα κι ιδέες
μέρες κυνηγημένες από μεγάφωνα και προσταγές
μέρες ομαδικών κι ατομικών στερήσεων
έπειτα μόνο ατομικών, σκόπιμων και μελετημένων,
κι έπειτα μέρες με την πικρή απόλαυση στερήσεων
που μόνος μου επέβαλα κι ανοίγαν μια περιοχή 
ελευθερίας...
Μέρες που ήθελα να κλάψω και δεν έπρεπε
μέρες που θά 'πρεπε και δεν μπορούσα
μέρες προσταγμένες μια-μια σε πειθαρχεία
σε προθαλάμους νοσοκομείων, κάτω από αντίσκηνα
 πάνω στη λάσπη, μέρες της απειλής και της νύχτας,
ανέκκλητες, χωρίς αύριο, διεκδικώντας το τέλος μου,
χωρίς τέλος...
Γυμνές μέρες της Κόρινθος
μέρες της Τρίπολης με τρελές ελπίδες
εικοσιτετράωρο της Αθήνας βουβό χωρίς απόκριση
μέρα του Λαυρίου οριστική, μέρες της Μακρόνησος
πολλαπλασιασμένες στο άπειρο, καρκίνοι της πέτρας,
που έπρεπε να σας ζω χίλιες φορές και τα μεσάνυχτα
να σας ξεκολλάω από το κορμί μου μ' ένα κομμάτι
σάρκας...
Μέρες δικές μου τελικά που επανέρχεστε αντίδρομα στο 
χρόνο
και τώρα με βλέπετε αλλιώτικο
με το σιδερωμένο μου πουκάμισο, με τη γραβάτα μου,
μη μ' αντικρίζετε ψυχρά, μη νομίζετε πως άλλαξα,
μα δεν μπορώ ούτε σε σας όλα να τα εξηγήσω.
Αγκαλιάστε με και φιλήστε με ακόμα κι έτσι-
τα τραχιά, σκαμμένα μάγουλά σας
πρέπει να καταλάβουν. 
Μάρτης 1956

Δυο άνθρωποι

Αν είδες ποτέ στη μέση του δρόμου
δυο ανθρώπους να τους πηγαίνουν με χειροπέδες
δεν αποκλείεται ο ένας να είμουν εγώ
που με ξαναστέλναν εξορία.

Και κείνο το πρωί είχα και σένα
τόσα όνειρα
για τη δουλειά που θα ‘βρισκα,
για έναν περίπατο στα φώτα και την άσφαλτο,
για λίγο ήλιο...
Και κείνος
που ξαφνικά τα σίδερα τον δέσαν στο κορμί μου
είχε και κείνος χαραγμένα τα όνειρά του
στο αυστηρό του πρόσωπο.
(Τον πήρανε χαράματα στις έξη από τη γυναίκα του).

'Οταν βλέπεις στο δρόμο δυο ανθρώπους
με χειροπέδες
μη νομίσεις τίποτα περισσότερο
μη νομίσεις τίποτα λιγότερο.

Δυο άνθρωποι.
Σαν και σένα.


ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου