Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Χοσέ Εμίλιο Πασέκο

Γεννήθηκε στην πόλη του Μεξικού το 1939. Ποιητής, μεταφραστής δοκιμιογράφος.
Υπήρξε αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ.Μεταφράστηκε στα  Αγγλικά ,γαλλικά και ιταλικά. (Εθνικό βραβείο ποίησης 1969)


Τελευταία φράση

Η ιστορία είναι μεταδοτική
σκέφτεται τη Νινευί
αναλογίζεται τους Πέρσες,
μην ξεχνας
όσα ειδες στη Ρώμη.
Καμιά αυτοκρατορία δε μπορεί
να ζήσει χίλια χρόνια
ούτε θα υπάρξουν νικημένοι 
να την αντέξουν

Επιγραφές
1
Πέτρες που ανώφελα λειαίνει ο χρόνος.
Τοίχος υψωμένος ανάμεσα σε δυό αποστάσεις
που δεν κρύβει τίποτα γιατι τον κρύβουν
ο αφανισμός, τα χορτάρια, συχνά ο άνεμος.
Σφαλιστή πόρτα ενός τοίχου που ποτέ
δεν υπήρξε ή που είναι θαμμένη ανάμεσα στα ίδια του τα ερείπια.
Τοίχος της σκόνης:αιώνες που σηκώνονται
ενάντια στο βήμα κανενός
πίσω απ' το χρόνο.

2
Όλη η νύχτα πλημμύρισε στο νερό.
Το σύμπαν βρέχει.
Πανω στον τοίχο της μέρας.

3
Μια φορα, ξάφνου, τα μεσάνυχτα
ξύπνησε η  μουσική
Παιάνιζε όπως θά' πρεπε να παιανίζει πριν ο κόσμος
μάθαινε πως ήταν μουσική ο θρήνος
των χαμένων ωρών 
και του ανθρώπου
εκείνου που ξοδεύει τη στιγμή
στην κάθε στιγμή.

4
Σ' ένα διάστημα δευτερολέπτων
ο χρόνος
αφήνει να πέσει το φώς
πάνω στα πράγματα.
Πρόστυχη πεδιάδα αντικειμένων
που με βλέπουν
 βουβά
-αλλά με κάτι μέσα τους 
που είναι μια φωνή
αιώνια.

5
Η τίγρη μισοφαγωμένη
απ' το απομεσημερο
μετράει τα στίγματά της
τ'άγρια στίγματά της,
αέναη λεγεώνα της εικόνας της,
κισσός,
ξερόφυλλα,
κάτεργο
που την κάνει τίγρη

6
Άνοιξε τα μάτια, θάλασσα
Κάνε το βλέμμα σου
να στραφεί κατά τη νύχτα
βαθιά και μεγάλη
-σα μια άλλη θάλασσα από αφρούς
και πέτρες.

ανάγνωση των μεξικανικων ασμάτων

Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι,
οι άνδρες με την πολεμική εξάρτηση
πήγαν να κλείσουν τις εξόδους,
τις εισόδους, τα περασματα.
Προπορεύονταν τα σκυλιά τους

Τότες ακούστηκαν οι εκπυρσοκροτήσεις,
υψώθηκαν οι κραυγές.

Οι άνδρες ψάχναν για τις γυναίκες τους
.Κουβαλούσαν στην αγκαλιά τα μικρά παιδιά τους.
Τους σκότωσαν με δόλο.
Πέθαναν δίχως να το καταλάβουν.

Κι η οσμή του αίματος κηλίδωνε τον αέρα.

Κι οι πατεράδες κι οι μανάδες ύψωναν το θρήνο.
Τους έκλαψαν.
Έκλαψαν τους νεκρούς.
Οι Μεξικάνοι ήταν πολύ φοβισμένοι
Φοβος και ντροπή τους κυβερνούσαν.

Κι όλα αυτά συνέβηκαν σε μας.
Μ' αυτή την αξιθρήνητη και θλιμμένη τύχη
τυρρανιστήκαμε.

Σπασμένα βέλη ειναι πεσμένα μες στους δρόμους.
Τα σπίτια μένουν δίχως στέγες
Οι τοίχοι είναι κόκκινοι.
Σκουλήκια βράζουν στους δρόμους και στις πλατείες.
Βροντάμε τους τοίχους της κρεββατοκάμαρας
κι είναι η κληρονομιά μας
ένα διάτρητο δίχτυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου