Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Νίκος Γκάτσος - Αμοργός








Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα

Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια

Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα

Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια

Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν

Μόνο ν’ ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη

Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια

Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα

Και τότε θα ‘ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι

Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες

Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων

Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων



Γι’ αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας

Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια

Να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους

Όπως περνάει η όχεντρα μες απ’ τα περιβόλια των κριθαριών

Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα

Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.



Και μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι

Μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια

Μη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON

Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι

Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου

Ούτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου

Ούτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.

Είναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους

Είναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου

Είναι φωτιά σ’ ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα

Είναι των Τούρκων συμπεθεριό των Αυστραλών πανηγύρι

Είναι λημέρι των Ούγγρων

Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται

Βλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους

Και τόνε κλαίνε κι αυτές

Καίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας

Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες

Με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα

Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές

Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ’ άλλο κελάρι

Να μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Τράπεζες

Κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου

Οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε

Κι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν

Με ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα

Με φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια

Με της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα

Τρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών

Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ’ Άη-Γιαννιού και τα φλουριά του Αράπη

Περιγελάνε τις μάγισσες

Κόβουν τα γένια ενός παπά με του Κολοκοτρώνη το γιαταγάνι

Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού

Κι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν

Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.



Έτσι σ’ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο

Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή

Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μία τρυφερή μου αγάπη

Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι

Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της

Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά σιγά σαν τον κλέφτη

Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

..........

Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα

Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα

Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων

Η όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.



Μόνο τα βόδια των Αχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας

Βόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει

Τρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ’ αυλάκια

Μυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ’ τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.



Πετάτε τους νεκρούς είπ’ ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλομιάζει

Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται

Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα

Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ’ τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;

Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του

Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του

Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει

Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις

Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει

Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου

Άνθη πουλιά ελάφια

Να βρεις μίαν άλλη θάλασσα μίαν άλλη απαλοσύνη

Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ’ άλογα

Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις

Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.

Γιατί κι εσύ θα χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα χει γεράσει.

Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει

Παρ το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο

Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου

Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη

Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου

Δεν ωφελεί το παράπονο

Ίδια παντού θα ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων

Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων

Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας

Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη

Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ένα χαρούμενο χέρι

Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο

Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...

..............

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει

Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα

Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές

Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.



Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα

Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα

Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά

Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.



Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει

Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει

Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης

Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.



Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο

Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.



Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο

Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι

Μόνο καρτέρει μία στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος

N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.



Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη

Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.


..................



Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Το ξέρω είσαι μία φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μία σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν’ ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μία μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ’ ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι.

Υπάρχει μία πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ’ όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ’ αηδόνια. Είναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Ντέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ’ αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους.

Γιατί τότε κανείς δε θ’ αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ’ όλα τα σταυροδρόμια θ’ ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Τότε θα ‘ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο.

Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μία χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Ευρώτα. Καληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μία καλύτερη μέρα. Οι ταξιδιώτες των Ινδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ’ τους Βυζαντινούς χρονογράφους.

............................



O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του

Κατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του

Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων του λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων

Εν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.


......................

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.



Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει

Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα

Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει

Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες

Μπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη

Μπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε

Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων

Μαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε

Και μία καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι

Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ’ αστέρια

Τόσους αιώνες φευγάτο

Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτιμόρης

Κι απ’ τη χαμένη Αγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.

Μα πάνω στ’ αψηλὰ βουνά ποιοί να ναι αυτοί που κοιτάνε

Με την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;

Ποιάς πυρκαγιάς να ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;

Μήνα ο Καλύβας πολεμάει μήνα ο Λεβεντογιάννης;

Μήπως αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες;

Ουδ’ Καλύβας πολεμάει κι ουδ’ ο Λεβεντογιάννης

Ούτε κι αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες.

Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα

Κορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε μία πεθαμένη ανεμώνη

Τσοπαναρέοι ατάραχοι μ’ ένα καλάμι φλαμουριάς λένε το πρωινό τους τραγούδι

Ένας ανόητος κυνηγός ρίχνει μία ντουφεκιά στα τρυγόνια

Κι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ’ όλους

Με μία βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του

Και κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα

Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει μία καλησπέρα της Γκόλφως.



Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου

Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα

Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς

Μίαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.


.................


Ο Ιππότης κι ο θάνατος (1513)





Καθώς σε βλέπω ακίνητο
Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι του Αη-Γιωργιού να ταξιδεύεις στα χρόνια
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Σ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές πού θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβηστείς κι εσύ παντοτεινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Μια νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους
Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου
Με τον Aντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα
Με το Ποτάμι τ’ Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο
Και με τ’ Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει –
Μπορώ να βάλω λιβάδια
Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας
Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω
Μ’ ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο
Με του Πλαπούτα τ’ άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.
Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά
Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου
Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν
Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού
Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου

Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλληκαριάς
Θα βάλω τώρα κοντά σου

Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού
Και τα κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.

Αυτός ο μαύρος τόπος
Θα πρασινίσει κάποτε.
Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ’αναποδογυρίσει τ’ αμάξια
Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη
Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες
Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο
Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά
Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.


Μα εσύ θα μένεις ακίνητος
Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι ου Αη – Γιωργιού θα ταξιδεύεις στα χρόνια
Ένας ανήσυχος κυνηγός απ’ τη γενιά των ηρώων
Μ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβυστείς κι εσύ παντοτινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε
Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν’ αντηχήσουν

Βαριά σφυριά της υπομονής
Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά
Αλλά για κλαδευτήρια και αλέτρια.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Χόρχε Λούις Μπόρχες: Ποιητική τέχνη



Ποιητική τέχνη

Ένα ποτάμι ν’ ατενίζεις από χρόνο και νερό
και να θυμάσαι πως ο χρόνος είν’ άλλο ποτάμι,
να ξέρεις πως χανόμαστ’ όπως το ποτάμι
κι ότ’ οι μορφές περνούνε καθώς το νερό.

Να νοιώθεις πως η αγρύπνια είν’ άλλος ύπνος
που νείρεται πως δε νείρεται, κι ο θάνατος
που η σάρκα μας φοβάται – νάν’ ο θάνατος
της κάθε νύχτας π’ ονομάζετ’ ύπνος.

Να βλέπεις στην ημέραν ή στο χρόνον ένα σύμβολο
των ημερών του ανθρώπου και των χρόνων,
να μεταλλάζεις τη συντέλεια των χρόνων
σε μουσική, σε μύθο και σε σύμβολο.

Να βλέπεις μες στο θάνατο τον ύπνο και στη δύση
ένα χρυσό θλιμένο, τέτοια είναι κ’ η ποίηση
που είναι φτωχή κι αθάνατη. Ναι, κ’ η ποίηση
καθώς η αυγή επιστρέφει, κι ως η δύση.

Κάποτε προς τις βραδυνές ώρες κάποια μορφή
από το βάθος μας κοιτάζει ενός καθρέφτη,
Ωσάν αυτόν η τέχνη πρέπει νάναι τον καθρέφτη
που μας αποκαλύπτει την ίδια μας μορφή.

Λένε πως ο Οδυσσέας, κορεσμένος απ’ τα θαύματα,
από έρωτα έκλαψε ξεκρίνοντας την Ιθάκη
πράσινη, ταπεινή. Κι’ η τέχνη ’ναι κι αυτή μια Ιθάκη
από πράσινη αιωνιότητα κι όχι θαύματα.

Είν’ ακριβώς καθώς τ’ ατέρμονο ποτάμι
που μένει και περνά, κάτοπτρον απ’ τον ίδιο
άστατο εκείνο Ηράκλειτο, που και ίδιο
κι άλλον τον ξέρουμε, καθώς τ’ ατέρμονο ποτάμι.

Μετάφραση : Άγγελος Παρθένης


Ηράκλειτος Το δεύτερο μισοσκόταδο. Η νύχτα που βαθαίνει μες στον ύπνο Η κάθαρση κι η λησμονιά. Το πρώτο μισοσκόταδο. Το πρωινό που ήταν αυγή. Η μέρα που ήταν πρωί. Η πλούσια μέρα που θα καταλήξει σε μια χαμένη βραδιά. Το δεύτερο μισοσκόταδο. Η νύχτα – τούτο το άλλο ένδυμα του χρόνου. Η κάθαρση κι η λησμονιά. Το πρώτο μισοσκόταδο… Το φευγαλέο ξημέρωμα και, καθώς ξημερώνει, η αγωνία του Έλληνα. Τι υφάδι είναι τούτο του είναι του θα ‘ναι και του ήταν; Και ποιο είναι τούτο το ποτάμι που μέσα του κυλάει ο Γάγγης; Τι είναι τούτο το ποτάμι που την πηγή του δεν αντέχεις καν να φανταστείς; Τι είναι τούτο το ποτάμι που παρασέρνει ξίφη και μυθολογίες; Είναι ανώφελο να κοιμηθώ. Κυλάει μες στον ύπνο, στην έρημο, στα υπόγεια. Με παρασέρνει το ποτάμι και το ποτάμι τούτο είμαι εγώ. Είμαι από μια ύλη από αινιγματικό χρόνο που συνεχώς μεταβάλλεται. Ίσως η πηγή να βρίσκεται μέσα μου Ίσως απ’ τη σκιά μου να αναβλύζουν οι μέρες: ανελέητες και φανταστικές. [Πηγή: www.doctv.gr]

Ηράκλειτος Το δεύτερο μισοσκόταδο. Η νύχτα που βαθαίνει μες στον ύπνο Η κάθαρση κι η λησμονιά. Το πρώτο μισοσκόταδο. Το πρωινό που ήταν αυγή. Η μέρα που ήταν πρωί. Η πλούσια μέρα που θα καταλήξει σε μια χαμένη βραδιά. Το δεύτερο μισοσκόταδο. Η νύχτα – τούτο το άλλο ένδυμα του χρόνου. Η κάθαρση κι η λησμονιά. Το πρώτο μισοσκόταδο… Το φευγαλέο ξημέρωμα και, καθώς ξημερώνει, η αγωνία του Έλληνα. Τι υφάδι είναι τούτο του είναι του θα ‘ναι και του ήταν; Και ποιο είναι τούτο το ποτάμι που μέσα του κυλάει ο Γάγγης; Τι είναι τούτο το ποτάμι που την πηγή του δεν αντέχεις καν να φανταστείς; Τι είναι τούτο το ποτάμι που παρασέρνει ξίφη και μυθολογίες; Είναι ανώφελο να κοιμηθώ. Κυλάει μες στον ύπνο, στην έρημο, στα υπόγεια. Με παρασέρνει το ποτάμι και το ποτάμι τούτο είμαι εγώ. Είμαι από μια ύλη από αινιγματικό χρόνο που συνεχώς μεταβάλλεται. Ίσως η πηγή να βρίσκεται μέσα μου Ίσως απ’ τη σκιά μου να αναβλύζουν οι μέρες: ανελέητες και φανταστικές. [Πηγή: www.doctv.gr]

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

Νικήτας Ράντος -Σπαράγματα

Να φύγει!
Αλλού να διεκδικήσει της πολύ φιλίας τα πρωτεία.
 Να φύγει; να αγωνισθεί; 
— Παίζεται η φήμη του. 
Είναι άντρας, δε φοβάται τη μάχη.
 Μα η φήμη της ομορφιάς πώς σώζεται;

.....

Ό ταν αποτυχία συνθλίβει αισθήματά μας
 κι οι άλλες xt οι προάλλες είν' πολλές 
για να οδεύει άνετα η σάρκα μέσα από τόσες αναποδιές 
δεν αρκούν οι επιθυμίες της να πάψουν να εξεικονίζονται
 πρέπει κι εμείς να φύγουμε, να βρούμε το θάρρος κάποιας φυγής.

΄΄΄΄΄΄

Κήπον κλεισμένον εκάρπωσα 
νυχτάνθεμα και κυνανθοί 
ευωδία αβύσσων, 
κήπος γραμμάτων με περιβάλλει, 
πολύχρωμος ερμητικός
 χρωματόσωμον ο λόγος.
 Βασανίζω εικόνες
 με λέξεις που τις καθυστερούν 
αναγνωρίζω διαφορές 
αλλιώς δεν επέρχεται το ποίημα 
κι επανέρχονται τοπωνυμίες κι ανέκδοτα.
 Καθυστερημένα όνειρα βρωμούν σαν μπακαλιάρος 
Γιαννιώτικα Πολίτικα, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα
 βρωμούν σαν παλαμίδα.
 Στιγμές σκορπισμένες στα βράχια 
πεύκα πεπονόφλουδες κάπότές καπότες
στιγμές βουλιαγμένες στα χρόνια. 
Το φύσημα πνοής ανάμεσα στα φύλλα και τα φύλα. 
Δαφνί και δάφνη ο κόσμος εντόσθια εντός μου. 
Τώρα ζητώ την μανίαν ν' αμβλύνει το χαρτί.

.....

Οι πίνακες κρέμονται στα μουσεία μέχρι να γίνουν αριστουργήματα. Οι αλήτες μένουν κλειδωμένοι στα κελιά τους μέχρι να γίνουν εγκληματίες.
....

Γιατί να προσεύχεσαι ενώ μπορείς να ανησυχείς; (από τους Αφορισμούς)
....

Αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι μεγάλοι δάσκαλοι που σπάνια βρίσκονται στα πανεπιστήμια, γιατί ο ρόλος των δασκάλων δεν είναι να εξηγούν αλλά να επι-κοινωνούν ανακαλύψεις. Οι μεγάλοι δάσκαλοι μπορούν μόνο να εμπνεύσουν, γι’ αυτό δεν γίνονται καθηγητές αλλά ηγέτες. (Αποσπάσματα από Πανεπιστημιακές διαλέξεις και κείμενα)
.....

«Άναψες φωτιά μεσ’ στην καρδιά μας
Μη σβύσει προτού κάψει πύργους και παλάτια» (αφιέρωμα «Μ»).
.....

«Οι δειλοί φοβούνται τ’ αποτελέσματα, είναι τύποι αντιποιητικοί. Μα η τέχνη είναι πυριτιδαποθήκη, απόδειξη ο Παρθενών!».
.....

Συχώρεσέ με, δάσκαλε, για την ασέβειά μου
συχώρεσέ με αν ευχηθώ
να ’ναι λίγα τα ψωμιά σου.
.......


« Ελευθερώστε τους προφήτες
Σκεπάστε τον ουρανό με ποιήματα
Τρομοκρατήστε τον κόσμο!»(«Τραγούδι της λησμονιάς»)

Νικήτας Ράντος: Αναχώρηση δίχως αστέρια - Κοντά στον άξονά τους-Σκάκι -Υπενθύμισα στον εαυτό μου


Μένει το μέλλον πίσω μας. Ίσως
να προφτάσομε να χαράξουμε το
ήρθεν η στιγμή.



  Αναχώρηση δίχως αστέρια


Καθώς ή ανάμνηση τό νερό κάτω από τό καράβι καί ή ώρα
των πιό μεγάλων μυστικών
Τό όνομά σου είναι μπλε ένα μπλέ της φωτιάς καί της έλπίδας
Θά ’θελα νά τό αφανίσω
Νά κηλιδώσω τό ζεστό σου αίμα καί νά πνίξω την τόλμη μου
Τό αίμα χάθηκε στά μοιρολόγια
Έχασα τό κλειδί των όνειροπολήσεών σου
Σέ έχασα σά μιά πεντάρα ανάμεσα σέ εκατομμύρια άλλες
Ζήλευα τόν ίδιο μου τόν εαυτό
Καί την απεραντοσύνη των θαλασσών


’Αλλά είναι εσένα πού λυπάμαι
Τά ταξίδια σου χωρίς όνειρα
Τίς άγονές σου νύχτες
Τά μαλλιά σου πού παίζουν μόνα τους
Τά όνειρά σου χωρίς καθρέφτες παγωμένα όπως ή έπιθυμία ένός άλλου
Ίχνη αίματος καταυγάζουν τό πρόσωπο



Είμαι άπείρως περισσότερος από τό πλούσιο καί ηδυπαθές χρώμα
ένός εγκλήματος
Πέρα από ένας καθρέφτης γιά τά μάτια σου
Πέρα από τήν αναχώρησή σου
Πέρα από ένα αβέβαιο μέλλον
Περπατάω χωρίς ηχώ
Ή επιστροφή σου δέ θά προσέθετε τίποτα
Μαζί είμαστε πάρα πολλοί γιά μάς τούς ίδιους
Πάρα πολλοί σάν ένας στρατός σέ άτακτη υποχώρηση ή μιά κακή σοδειά
“Ολα μυρίζουν προδοσία ένα όνειρο πού διακόπτεται μιά σκέψη
πού ξεφεύγει απ’ τόν αέρα
Ή αναμονή έκ γενετής τυφλή
Πριν σέ γνωρίσω ή φωτιά ήτανε ιερή
Τώρα είναι ή γη πού καταρρέει
Θά επινοήσουμε κάτι άλλο
Μιά καρδιά πού νά λειτουργεί σά δαιμόνια μηχανή
Μιά ήμιτονοειδή ή έναν καινούργιο χαρταετό
‘Έναν καινούργιο χώρο ένα καινούργιο επίχρισμα γιά την αύγή
Δεν τά ’κλεψαν δλα ούτε τά καταβρόχθισαν
Ό ουρανός είναι απέραντος καί πέφτοντας τό πιό μικρό αστέρι
θά τρόμαζε τά μάτια σου



(Παρίσι 1939)



Κοντὰ στὸν ἄξονά τους…

Κοντὰ στὸν ἄξονά τους – μιὰ νύχτα, μιὰ νύχτα γιομάτη – ἀνοίξαμε,
κάτου ἀπὸ τὴ σκιὰ διπλωμένων πανιῶν, τὰ μαῦρα πέπλα τῆς χαρᾶς μας.
Κι ἀντὶς ἀπὸ γέλοια κι ἀντὶς ἀπὸ δάκρυα – δὲν εἴχαμε καιρὸ γιὰ τέτοιες ἐκδηλώσεις –
κλείσαμε τὰ ὁλάνοιχτα μάτια μας, ἀνοίξαμε τὰ σφραγισμένα μας χείλια.
Διπλασιάστηκε ἡ νύχτα καὶ μᾶς κατάπιε.
Ποτισμένη ἀπὸ μαῦρα φιλιά, φάνηκε ἄσπρη.
Σφιχτοδεμένοι, τὸν κόσμον ὅλο εἴδαμε ἀλλιῶς
– καὶ στὸ ἄγγιγμα τῶν δοντιῶν δυὸ στομάτων ἔτριξε ἡδονικὰ ὁ σκελετὸς τὴν ἀπόκρισή του.



Σκάκι

Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σʼ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.

*
Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει
ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο χάρος
απʼ τη ζωή και την Ελένη σου
να σʼ αποσύρει τάχθηκε.

Σε ξαναείδε η μέρα.
Ρίξε πίσω σου το φως που μας προσδοκά
ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.
Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.
Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων
το σεληνόφως της Ελένης
της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη
διακόπτουν το χάος.

*
Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα
απόψε θα χύσουμε αίμα, οδός Μαυρομιχάλη
θα ποδοπατήσουμε αισθήματα κι αισθήσεις.
Τυραννοκτόνοι! Δεν είναι για σένα
η σωφροσύνη της Κυράς Λίμνης
χανούμισσα εσύ χαμένων χαδιών
πορταΐτισσα της Μανίας, λέαινα
της Ακρόπολής μου. Απόψε τα χαλάσματα!

*

Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου
αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.

Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.

Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.



Υπενθύμισα στον εαυτό μου

περιπέτεια φόβου και τόλμης.
Το Σαράντα ξεκίνησα από την Λισσαβώνα.
Μα τι συμβαίνει στην Λισσαβώνα;
Ραγίζονται τοίχοι, συσσωρεύονται λέξεις
πλουτίζεται η ρητορική
στο ταξίδι των σελίδων χορεύει η σκέψη
αστράφτει η τύχη και βροντοφωνεί
mare tenebrosa! Η ιστορία δαμάζει
τον ωκεανό με τριήρεις και πετρελαιοφόρα
θησαυροί Κνωσού και Ινδιών
τόλμη θαλασσοπόρων
κύματα του πληθυσμού
ποιητική σύλληψη και κατάληψη της εξουσίας
όνειρα κι αγώνες, αγωνία και ελπίδες.

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Γ.Σεφέρης: Γ' Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης» - Φως





«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου

τὶς ὦρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες

σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω-

δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...»




Ἄκουσα τὴ φωνὴ

καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω
ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια-
τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» ἕνα μικρὸ ναυάγιο- τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη.

Κι ἄλλες φωνὲς σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους
ἀκολούθησαν- ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι
ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό-
θἄ ῾λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα-
ἤτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.

Κι ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα
πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας
ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη:

«Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ τὸ φαρμάκι, εὐχαριστῶ-
τὸ δίκιο σας θἆ ῾ναι τὸ δίκιο μου ποῦ νὰ πηγαίνω
γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι.

Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ-
ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ θεὸς τὸ ξέρει».

Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο.
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν
ἄνθρωπο.


Τὸ φῶς

Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια

πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν-

καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες

φωνές,

βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια-

ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν,

τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς

ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.

Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά,

ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου

ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου

τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι-

ὁ δωρικὸς χιτώνας

ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά,

εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ

σκοτάδι.

Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν

δοξάρια

καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο

κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα

ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι

καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια-

τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.

Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια

πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη,

σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς

μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη,

καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες

πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια-

ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ

πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ

οἱ ἄσπρες λήκυθοι.




Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,

γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,

δακρυσμένο γέλιο,

σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης

πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες

καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του

ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.

Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-

ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο

βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.

Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...

δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη

στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,

σκοτεινὴ κοπέλα-

ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,

ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,

κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες

τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης

ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,

στὸ φῶς-

καὶ εἶσαι

σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ

τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ

νὰ κοιτάξεις πρῶτα,

γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ

καὶ τὸ τιτιβισμα των πουλιῶν

θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ

καὶ νότο

θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας

πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.





Πόρος, «Γαλήνη», 31 τοῦ Ὀχτώβρη 1946

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Καρυωτάκης: «Επέσαμε θύματα εξιλαστήρια του "περιβάλλοντος" και της "εποχής"»

Ο Καρυωτάκης και η εποχή του...
Προσωπογραφία του ποιητή από τον Γιώργη Βαρλάμο

Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 89 χρόνια από το θάνατο του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη ο οποίος, αυτοκτονώντας στα 32 του χρόνια, άφησε πίσω του, εκτός από τρεις ποιητικές συλλογές, πλήθος ερωτήματα που προβληματίζουν, ακόμη και σήμερα, την κριτική και τους αναγνώστες του. Το φάντασμα του ποιητή δεν «στοίχειωσε» μόνο την πόλη της Πρέβεζας, αλλά και τη νεότερη ελληνική ποίηση. Τι ήταν τελικά ο Καρυωτάκης; Ηταν ο εγωπαθής μισάνθρωπος, ο περιθωριακός, ο παρακμιακός, ο ψυχικά άρρωστος; `Η ήταν ο μαχητικός συνδικαλιστής και ο άτεγκτος και αυστηρός κριτής της εποχής του; Ερωτήματα πιθανόν αναπάντητα, χαρακτηρισμοί, κάποιες φορές, ανακριβείς, και κατηγοριοποιήσεις ενίοτε παραπλανητικές, δεν βοηθούν την κριτική έρευνα του έργου του. Η υπερβολική ενασχόληση με την προσωπική ιδιορρυθμία του και κυρίως με την αυτοκτονία του συσκότισε το έργο του και παραμόρφωσε την ποιητική του φυσιογνωμία.



Αυτό που κυρίως πρέπει να έχουμε στο νου μας, είναι ότι ο Καρυωτάκης υπήρξε ο κατεξοχήν αντιπροσωπευτικός ποιητής της γενιάς του, όπως επισημαίνει ο Τέλλος Αγρας, ο σημαντικότερος κριτικός της καρυωτακικής ποίησης. Ως τέτοιος, λοιπόν, θα πρέπει να κριθεί, ενώ λυδία λίθος της ποιητικής του αξίας είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδιαλέγεται ως ποιητής με την ταραγμένη εποχή που ζει.

Η ιστορική πραγματικότητα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα σηματοδοτεί το «αστέρι» με το οποίο ο Καρυωτάκης και η γενιά του ήρθαν στη ζωή. Αν, προσεγγίζοντας την καρυωτακική ποίηση, αγνοήσουμε αυτήν την πραγματικότητα, αδικούμε, νομίζω, και τον ποιητή και το έργο του. Πρόκειται για μια εποχή γεμάτη συγκρούσεις και αντιθέσεις. Από τη μια ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, η Οκτωβριανή Επανάσταση, η παγκόσμια οικονομική ύφεση, και από την άλλη, στην Ελλάδα, η οικονομική κρίση, η πολιτική αστάθεια, η ιδεολογική σύγχυση. Ταυτόχρονα, το νεοϊδρυμένο Κομμουνιστικό Κόμμα δεν έχει ακόμα ωριμάσει και το εργατικό κίνημα αναπτύσσεται κάτω από τη βαριά σκιά της κρατικής τρομοκρατίας και καταστολής. Οι τραγικές συνέπειες της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η ήττα, ο θάνατος, η προσφυγιά, κλονίζουν τις αρχές και τα ιδανικά της αστικής τάξης και, παράλληλα, τις βεβαιότητες μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα της μικροαστικής. Μπροστά σ' αυτήν την τραγική πραγματικότητα, ο Καρυωτάκης δεν μένει αδιάφορος. Αντίθετα, την αποτυπώνει στην ποίησή του με ειλικρίνεια και ρεαλισμό και αναδεικνύεται δίκαια ως ο αντιπροσωπευτικός ποιητής της γενιάς του. Με ποιον τρόπο συνέβη αυτό; «Ολοι οι δρόμοι οδηγούνε στη Ρώμη», γράφει ο Αγρας, «Ολοι οι δρόμοι ωδήγησαν τον Καρυωτάκη στη Σάτιρα».


Με τη σάτιρα, λοιπόν, και μάλιστα με την πολιτική σάτιρα, ο ποιητής εξελίσσεται σε έναν από τους πρωτοπόρους του ποιητικού ρεαλισμού στον τόπο μας. «Η σάτιρα», παρατηρεί ο Αγρας, «είναι η σφαίρα, όπου, ολιγώτερον από κάθε άλλη, η ποίησις μένει άπρακτη και αδιάφορη από τον έξω κόσμον. Κι ο έξω κόσμος είναι ο ρεαλισμός, η κοινωνία - η πολιτική. Στο Αγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον Κόσμο, ο Μιχαλιός, Ωδή εις Ανδρέαν Κάλβον, Η Πεδιάς και το Νεκροταφείον - ιδού τέσσερα ποιήματα του Καρυωτάκη εμπνευσμένα από την πολιτική, χωρίς όμως να ξεφεύγουν καθόλου από τα σύνορα της τέχνης».



Με την πολιτική σάτιρα ο ποιητής εγκαταλείπει τα ιδιωτικά θέματα και παραμερίζοντας την εσωστρέφειά του συναντά το «περιβάλλον» και την «εποχή». Η συνάντηση αυτή, προσωπική και βιωματική αρχικά, μετουσιώνει την ποίησή του, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς τη μορφή της. Χωρίς να προσπαθεί πια να δραπετεύσει από την πραγματικότητα, ζει από κοντά το δράμα της προσφυγιάς ως προϊστάμενος του Γραφείου Εγκαταστάσεως Προσφύγων, θέση στην οποία τοποθετήθηκε στις 18 Δεκέμβρη 1923. Ταυτόχρονα, όμως, έρχεται αντιμέτωπος με τις καταχρήσεις και τις αυθαιρεσίες πολλών απ' αυτούς που εμπλέκονται στην υπόθεση της αποκατάστασης των προσφύγων. Το ελληνικό κράτος είναι υποχρεωμένο να λύσει ένα οξύ κοινωνικό πρόβλημα: Από τη μια έπρεπε να αποκαταστήσει 1.500.000 πρόσφυγες, ενώ από την άλλη είχε να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις των «γηγενών», αντιδράσεις που έφταναν μέχρι την αυτοδικία, για τις υποχρεωτικές απαλλοτριώσεις.

Ετσι, λοιπόν, η τραγωδία των προσφύγων από τη μια και η δυσοσμία των δημοσίων σκανδάλων από την άλλη λειτουργούν σαν ωστικό κύμα που ρίχνει τον Καρυωτάκη στον έξω κόσμο, στην πραγματικότητα της εποχής του: Εκλέγεται στις 13 Γενάρη του 1928 γενικός γραμματέας της Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών και ως συνδικαλιστής δρα με πάθος και μαχητικότητα. Συγκρούεται με την εξουσία, αποκαλύπτει σκάνδαλα και μετατίθεται δυσμενώς στην Πρέβεζα, «στη θλιβερώτερη επαρχία του θλιβερώτερου τόπου του κόσμου», όπως τη χαρακτήρισε κάποιος κριτικός.


Ο τρόπος με τον οποίο ο Καρυωτάκης ανταποκρίνεται - τόσο με τις πράξεις του όσο και με την ποίησή του - στη Μικρασιατική Εκστρατεία και στην τραγωδία που επακολούθησε, φανερώνει τη σχέση του με την κοινωνία της εποχής του. Η σάτιρα Εις Ανδρέαν Κάλβον, ένα από τα σημαντικότερα ίσως πολιτικά ποιήματα της νεότερης ελληνικής ποίησης, αποτυπώνει έξοχα τη σχέση αυτή. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η ανελέητη επίθεση στις αξίες των αστών συγκροτούν τον θεματικό πυρήνα του ποιήματος. Μορφολογικά το ποίημα παρουσιάζει ενδιαφέρον, γιατί συνθέτει την παρωδία με τη σάτιρα. Από τη μια, οι δεκαπέντε πεντάστιχες στροφές του μιμούνται το λεξιλόγιο, τη σύνταξη και τη στιχουργική των κάλβειων ωδών, ενώ από την άλλη η ανάπτυξη του θέματος, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις εξωκειμενικές σημάνσεις, παραπέμπει στις δραματικές συνέπειες της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Θα λέγαμε ότι η παρωδία υποστηρίζει τη σάτιρα και η σάτιρα προϋποθέτει την παρωδία. Διαλεγόμενος, λοιπόν, ο Καρυωτάκης με τον Ανδρέα Κάλβο και τις Ωδές του, γίνεται άτεγκτος κριτής της πολιτικής, κοινωνικής και ηθικής παρακμής της εποχής του.



Ο Κάλβος έγινε μεγάλος ποιητής υμνώντας τους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης και τα ιδανικά τους. Από την αρετή τους άντλησε την ποιητική μεγαλοσύνη του. Σε μια εποχή παρακμής όμως, μας λέει ο Καρυωτάκης, ένας ποιητής σαν τον Κάλβο είναι καταδικασμένος στη σιωπή. Πώς θα μπορούσε να εμπνευστεί από τις πολιτικές φιλοδοξίες, τις ίντριγκες και τα ψεύτικα οράματα που εξέθρεψαν τη Μεγάλη Ιδέα και οδήγησαν τον Αύγουστο του 1921 τον ελληνικό στρατό στον Σαγγάριο, τον μοιραίο ποταμό, όπου, παρά τη νίκη των Ελλήνων, κρίθηκε η τύχη της Μικρασιατικής Εκστρατείας; Ο Κάλβος έγραψε τις Ωδές του σε μια εποχή που η αστική τάξη βρισκόταν στην ακμή της. Ο Καρυωτάκης, από την άλλη, βίωσε με τον πιο τραγικό τρόπο την παρακμή της αστικής τάξης, η οποία, και με το ξεθώριασμα της Μεγάλης Ιδέας, δεν μπορούσε πια να εμπνεύσει κανένα ιδανικό στην ελληνική κοινωνία. Συνομιλώντας με τον Κάλβο, ο Καρυωτάκης καταγγέλλει:

Ιππους δεν επιβαίνουσι, / αμή την εξουσίαν / και του λαού τον τράχηλον / ιδού, μάχονται οι ήρωες / μέσα στα ντάνσιγκ. / Τις δάφνες του Σαγγαρίου / η Ελευθερία φορέσασα / γοργά από μίαν χείρα / σ' άλλην περνά και σύρεται / δούλη στρατώνος.

Αναρωτιέμαι πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε αυτό το ποίημα, παρά ως την ενσυνείδητη αντίθεση του ποιητή στη στάση και τη συμπεριφορά της αστικής τάξης της εποχής του.


Ωστόσο, ο Καρυωτάκης συνειδητοποιεί ταυτόχρονα την προσωπική του αδυναμία, καθώς και την αδυναμία των ποιητών της γενιάς του να δράσουν, να συγκρουστούν δυναμικά με το κατεστημένο και, με την ανατροπή του, να αλλάξουν τελικά τον κόσμο. Με ειρωνεία που φτάνει τον σαρκασμό, γράφει στο ποίημα Ολοι μαζί:



Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς, / κι αν ξενυχτούμε κάτω απ' τα γεφύρια, / επέσαμε θύματα εξιλαστήρια / του «περιβάλλοντος» και της «εποχής».

Οπως φαίνεται, ο ποιητής δεν έχει αυταπάτες για την έλλειψη εσωτερικής δύναμης, που τον οδήγησε πρώτα στην αδράνεια, έπειτα στο προσωπικό αδιέξοδο και τέλος στην αυτοκτονία.

Ο Καρυωτάκης δεν πρόλαβε να γράψει πολλά ποιήματα - εξάλλου σύντομη ήταν η ζωή του, σύντομο και το έργο του. Κατήγγειλε, όμως, με πάθος και παρρησία τις «δημόσιες αμαρτίες» της εποχής του. Τις κατήγγειλε ως ποιητής μείζων και, ως τέτοιον, πρέπει να τον θυμόμαστε: «[...] μη τον ξεχνάτε, και ακόμη, να τον αγαπάτε», μας προτρέπει ο Ανδρέας Εμπειρίκος. «Ητο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις - είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης».

Μαρία ΠΕΣΚΕΤΖΗ
Διδάκτωρ Φιλολογίας



Κωστας Καρυωτάκης - Εις Ανδρέαν Κάλβον και 3 ακομη ποιηματα



Ω μεγάλε Ζακύνθιε,
των ωδών σου τα μέτρα,
υψηλά, σοβαρά,
τους αγώνες εκάλυπτον
εκτεταμένους.

Της δουλείας τα βάρβαρα
σκοτάδια κατεξέσχισεν,
όταν εγράφη πύρινος,
η αστραπή των όπλων 
(και η αρετή σου).

Ως ήλιος, αναβάν
τον Όλυμπον, εστάθη
πάνω εις γυμνά χωράφια,
εις ανθισμένα ερείπια, 
γνώριμον κλέος.

Αλλά το θείον έναυσμα
η φωνή σου δεν είναι
τώρα πλέον. Μας έρχεται
μακρινός και παράταιρος 
ήχος τυμπάνου.

Ολόκληρος αιών,
χείμαρρος, την Ελλάδα,
ταραγμένος, εσάρωσεν
από τα ιδανικά σου, 
την οικουμένην.

Κράτει λοιπόν, ω γέροντα,
την επιτύμβιον πλάκα.
Το πεπαλαιωμένον σου
τραγούδι κράτει. Φύγε,
παραίτησόν μας.

Ή, αν προτιμάς, εξύμνησοναν
τίς γεγυμνωμένων
ξιφών, όσα μαστίγια
προς θρίαμβον επισείονται
 των καφενείων.

Ίππους δεν επιβαίνουσι,
αμή την εξουσίαν
και του λαού τον τράχηλον,
ιδού, μάχονται οι ήρωες
 μέσα εις τα ντάνσιγκ.

Τις δάφνες του Σαγγάριου
η Ελευθερία φορέσασα,
γοργά από μίαν χείρα
σ’ άλλην περνά και σύρεται,
δούλη στρατώνος.

Καθώς, όταν την εύκολον
λείαν αποκομίσει,φεύγει,
 διστάζει, κι έπειτασε 
μια γραμμήν ελίσσεται
πλήθος μυρμήγκων,

μεγάλα προπορεύονται
έντομα, μέγα φέροντα
βάρος, ακολουθούσι,
με φορτίο ελαφρότερο,
μικρότερα άλλα,

και δε βλέπουν στο πλάγι τους
το παιδάκι που στέκει
να γελά τον αγώνα των,
και δεν βλέπουν ότι ύψωσε
τώρα το πέλμα —

ούτω την χώρα νέμεται
η στρατιά της ήττης,
του λαού την απόφασιν,
άτεγκτον, φοβεράν
περιφρονούσα.

Αλλά τί λέγω; Θρήνησε,
θρήνησε την πατρίδα,
νεκράν όπου σκυλεύουν
αλλοφρονούντα τέκνα της,
ω Ανδρέα Κάλβε.

Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχήν έχουν αι μάζαι,
ιδιοτελή καρδίαν,
και παρειάν αναίσθητον
εις τους κολάφους.


Στο άγαλμα της Ελευθερίας
που φωτίζει τον κόσμο



Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου.
 Το φως σου,χωρίς να καίει, 
τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
5λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.

Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.


[Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες…]


Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,

στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.

Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,

στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,

μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.

Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις

είναι το καταφύγιο που φθονούμε.




Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ


Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!
Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιωνία πληγή.

5Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο και χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τί να ’χουμε, τί να ’χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!