Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2020

Μενέλαος Λουντέμης: Να μάθεις να φεύγεις



Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.

Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.

Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.

Να φεύγεις !


Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.

Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.

Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.

Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.

Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, 

κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).

Αποδέξου το.


Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.

Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.

Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.

Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.

Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.


Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.

Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.


Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.

Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς

-οι τρίτες για τους γελοίους.


Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει

-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.


Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα

– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.

Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2020

Σεζάρ Βαγιέχο - Ποιήματα






Αυτοκτονικό τρίπτυχο

-Ι-

Του δουλευτή το χέρι εκλεπτύνεται
και σε σταυρό στο κάθε χείλι ιχνογραφείται .
Γιορτή ! Ο ρυθμός του αλετριού πετάει
και το κάθε κουδούνι είναι ένας ψάλτης μπρούντζινος .

Ακονίζεται το άγριο . Μιλάει το δισάκι ...
Στις ιθαγενείς φλέβες σπινθηρίζει
ένα αιμάτινο γιαραβί που λαγαρίζεται
σε νοσταλγίες ήλιου από το μάτι .

Ο λόγος κι ο αντίλογος που στεναγμούς τονίζουν
όπως σε σπάνιες λαϊκές γκραβούρες ,
περνάνε χάντρες-σύμβολα στους γύρους τους .

Λάμπει μετά στο θρόνο του ο άγιος
και μέσα σε κεριά , ψαλμούς , λιβάνια ,
είναι ο σύγχρονος θεός- ήλιος του γεωργού .

-ΙΙ-

Διασκεδάζει ο θλιμμένος Ινδιάνος .
Προς τον ολόφωτο άμβωνα πηγαίνει ο κόσμος
Το μάτι του λυκόφωτου σταμάτησε
να βλέπει πυρπολημένο το χωριό .

Φοράει η τσοπάνισσα μάλλινα ρουχα και σανδάλια ,
με δίπλες ειλικρίνειας στο φουστάνι της
και στην ταπεινότητα της θλιμμένου και ηρωικού
μαλλιού , είναι φιόγκος η άσπρη δυνατή καρδιά της .

Ανάμεσα σε μουσικές , πυροτεχνήματα,
ταΐζει ένα ακορντεόν ! Και ξεφωνίζει
στον αέρα κάποιος μαγαζάτορας : " Το τέλειο! "

Οι σπίθες καθώς πλένε χαριτωμένες
είναι τολμηρό στάρι χρυσό που ο Ινδιάνος
σπέρνει στους ουρανούς και στις νεφέλες .

-ΙΙΙ-
Χαράματα! Η τσίτσα ξεσπάει στο τέλος
σε γρονθοκοπήματα , ασέλγειες και λυγμούς
μυρίζει κάτουρο και πιπεριά ,
καθώς περνάει και τρικλίζει ένας μεθυσμένος.

" Όταν αύριο φύγω... " θρηνεί κάποιος
Ρωμαίος του κάμπου τραγουδώντας .
Ζουμί για τους ξενύχτηδες πουλάνε
κι ακούγεται ένα ορεκτικό χτύπημα πιάτων .

Περνάνε τρεις γυναίκες... σφυρίζει ένα παιδί ... Πέρα
πάει το ποτάμι μεθυσμένο τραγουδώντας
και κλαίγοντας προϊστορίες νερού , παλιούς νεκρούς .

Και παίζοντας ένα ταμπούρλο της Ταγιάνγκα ,
σαν ν' άρχισε ένα γαλανό γουάινο , ξεσκεπάζει 
η Αυγή τα κίτρινά της ποδαράκια .

Οι πέτρες

Σήμερα το πρωί κατέβηκα
στις πέτρες - ω οι πέτρες !
Και προκάλεσα και σφράγισα
μια πυγμαχία από πέτρες .

Μητέρα των θνητών αν στον κόσμο
πονούν τα βήματά μου ,
είναι από τα χτυπήματα φωτιάς
μιας παράλογης αυγής .

Οι πέτρες δεν προσβάλουν , ούτε
φθονούν τίποτα . Ζητάνε μόνο
αγάπη για όλους , και ζητάνε
αγάπη ακόμα κι απ' το Τίποτα .

Κι αν κάποιες απ' αυτές 
είναι θλιμμένες , ή
ντροπιασμένες , είναι
γιατί έχουν κατιτί το ανθρώπινο...

Αλλά δεν απολείπει αυτός που κάποια
πέτρα χτυπάει από καπρίτσιο μόνο.
Τέτοια άσπρη πέτρα είναι το φεγγάρι
που πέταξε στον ουρανό από μια κλωτσιά ...

Μητέρα των θνητών , σήμερα το πρωί
έτρεξα με τις πέτρες ,
βλέποντας το γαλάζιο καραβάνι
από πέτρες, 
πέτρες,
πέτρες...


Τι με ωφελεί που μαστιγώνομαι με τη γραμμή...

Τι με ωφελεί που μαστιγώνομαι με τη γραμμή
και πιστεύω πως με ακολουθεί τριποδιστά η τελεία ;

Τι με ωφελεί που έβαλα
στους ώμους ένα αβγό αντί για μανδύα ;

Τι με ωφελεί που ζω
Τι με ωφελεί που πεθαίνω ;

Τι με ωφελεί που έχω μάτια ;
Τι με ωφελεί που έχω ψυχή ;

Τι με ωφελεί που τελειώνει μέσα μου ο πλησίον μου
κι αρχίζει στο μάγουλο μου ο ρόλος του ανέμου ;

Τι με ωφελεί που μετράω τα δυο μου δάκρυα ,
ολολύζω γη και κρεμάω τον ορίζοντα ;

Tι με ωφελεί που κλαίω , που δεν μπορώ να κλάψω
και γελάω για το λόγο που έχω γελάσει ;

Τι με ωφελεί που ούτε ζω , ούτε πεθαίνω ;

Με τέτοια ζέστη εγώ κρυώνω


Με τέτοια ζέστη εγω κρυώνω
αδελφέ Φθόνε !
Γλείφουν τον ήσκιο μου λιοντάρια
κι ο ποντικός μού τρώει τ' όνομα ,
μάνα ψυχή μου !

Πάω στο χείλος της αβύσσου
κουνιάδα Αχρειότητα !
Η κάμπια παίζει τη φωνή της ,
κι η φωνή παίζει την κάμπια της ,
πατέρα σώμα μου !

Αντίκρυ είν' η αγάπη μου
εγγονή Περιστέρα !
Γονατιστός ο τρόμος μου ,
με το κεφάλι η αγωνία μου
μάνα ψυχή μου!

Ώσπου μια μέρα δίχως δύο ,
σύζυγε Τάφε,
το τελευταίο μου σίδερο σφυρίζει
σαν οχιά που κοιμάται ,
πατέρα σώμα μου!..

Μετάφραση : Ρήγας Καππάτος




Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2020

Τσαρλς Μπουκόφσκι: «Ο μόνος τίμιος αγώνας που υπάρχει».

γελωτοποιός


Παίρνω ως αφορμή τα γενέθλια του, αλλά δεν πρόκειται να γράψω τη βιογραφία του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Μόνο στιγμιότυπα.
Θυμάμαι ότι ήμουν έφηβος όταν πρωτοδιάβασα κάποια συλλογή διηγημάτων. Δυο φίλες μου είχαν πει ότι ο Μπουκόφσκι δεν είναι παρά ένας μεθύστακας που γράφει. Τότε είχα διαφωνήσει, αλλά τώρα πια καταλαβαίνω ότι ο ίδιος θα συμφωνούσε απόλυτα μ’ αυτόν τον ορισμό.

Νομίζω ότι ένας καλομαθημένος νέος που ζει με τους γονείς του δεν μπορεί να καταλάβει τον Μπουκόφσκι. Πρέπει να φας σκατά για να εκτιμήσεις τη δουλειά του. Πρέπει να μείνεις άφραγκος, άνεργος, να δουλέψεις σε όποια μαλακία δουλειά βρεις, να γίνεις λιώμα πολλές νύχτες και να περιφέρεσαι στους δρόμους κοιτώντας κάτω, ψάχνοντας για δέκα σέντς, προκειμένου να συμπληρώσεις το ποσό που χρειάζεσαι για να πάρεις ένα σάντουιτς.

Πρέπει να πονέσεις, να φτάσεις στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, πρέπει να τρελαθείς και να σκέφτεις ότι είσαι σκουπίδι. Κι από ‘κει μέσα, στο βούρκο όπου τσαλαβουτάς, να βρεις το θάρρος να γράψεις τρεις λέξεις.


~~
Είχα ακούσει την είδηση του θανάτου του στις ειδήσεις.

– Τον ξέρεις; με ρώτησε ο πατέρας μου.
– Λιγάκι, είχα πει.

Θα τον μάθαινα καλύτερα με τα χρόνια.


~~
Κι ενώ τον ήξερα ως πεζογράφο, κάποια στιγμή ένας φίλος μου έδωσε να διαβάσω την ποίηση του. Είναι το ίδιο βρώμικη και λυρική, τα γραπτά ενός δαίμονα που σιχαινόταν την εξουσία, είτε θεός λέγεται είτε κράτος είτε αυτό-που-πρέπει-να-κάνεις.

Δαιμονισμένος άγγελος μάλλον, αφού μπορείς να διακρίνεις πίσω απ’ τις βωμολοχίες, τα μεθύσια και τα γαμήσια, έναν ποιητή που αγαπάει τους ανθρώπους -ειδικά του θηλυκού γένους.

Ο Μπουκόφσκι δεν ήταν μισάνθρωπος ούτε κοιτούσε το πλήθος αφ’ υψηλού. Πώς να το κάνει; Αφού πάντα ήταν εκεί κάτω, χαμηλά, με τους κουρασμένους άντρες και τις γελασμένες γυναίκες.

Δεν ζούσε σε φιλντισένιους πύργους, ζούσε σε ξεχαρβαλωμένα επιπλωμένα δωμάτια του Λος Άντζελες, και συνήθως απέφευγε τη σπιτονοικοκυρά, γιατί της χρωστούσε το νοίκι.
Ναι, είναι ο μεθύστακας της διπλανής πόρτας, εκείνος ο κακομούτσουνος και τελειωμένος γείτονας, που ξυπνάει μετά το μεσημέρι και γυρνάει σπίτι μετά τα μεσάνυχτα. Κι όλοι τον κακολογούν.


~~
Είδα τον Μίκυ Ρουρκ στο Barfly. Είδα και τον Ματ Ντίλον στο Factotum.

Η ταινία ξεκινάει με τον Χένρι Τσινάσκι (την περσόνα του Μπουκόφσκι) να σπάει πάγο σ’ ένα ανοιχτό φορτηγό. Ο επιστάτης τον φωνάζει: «Τσινάσκι!»

Κι ο Ματ Ντίλον γυρνάει και κοιτάει τον ουρανό, λες κι είναι ο θεός που τον φωνάζει.

Μ’ εκείνον τον Τσινάσκι πολλές βραδιές έκανα παρέα. Συνήθως μου άδειαζε το ποτήρι κι έπρεπε να παραγγείλω κι άλλο ποτό. Τελικά γυρνούσαμε παρέα στους δρόμους, παραπατώντας, μέχρι το σπίτι, να κοιμηθούμε λίγο πριν σηκωθούμε για δουλειά.

Και κάθε τόσο κοιτούσαμε ψηλά, στον ουρανό, γιατί νομίζαμε ότι μας φωνάζει ο θεός.


~~
Βλέπω το μούτρο του στις φωτογραφίες. Βλογιοκομμένος, αξύριστος και άσχημος. Με τα μάτια πάντα μισόκλειστα, χαραμάδες που αφήνουν λίγο φως να πέσει στους ωκεανούς από μπύρα. Ένας αλήτης, θα ‘λεγες, αν νομίζεις ότι αυτό που κάνει τους αλήτες αλήτες είναι τα μούτρα τους, κι όχι οι τόνοι πρέζας που πουλάνε μέσα απ’ τις επαύλεις τους κι όχι οι νόμοι που υπογράφουν με βρώμικα χέρια.

Ξέρω πολλούς κουστουμαρισμένους και φρεσκοξυρισμένους που δεν αξίζουν μια τρίχα απ’ τα μεγαλειώδη αρχίδια του μεθύστακα εκείνου που λεγόταν Μπουκόφσκι.

Ξέρω και δήθεν προοδευτικούς που τον δολοφονημένο μαύρο τον λένε αφροαμερικάνο, το μουνί το λένε αιδοίο, τους τσιγγάνους τους λένε Ρομά. Πολιτικά ορθοί τύποι, που θα πουλούσαν και το αιδοίο της μάνας τους για να εξασφαλίσουν λίγες ψήφους, λίγη συμπάθεια, πολύ χρήμα κι άλλα τόσα like.

Ο Μπουκόφσκι δεν νοιάζοταν να είναι πολιτικά ορθός. Δεν έγραφε καν «μαύρος». Έγραφε αράπης. Δεν έγραφε «μουνί». Έγραφε τρύπα. Δεν έγραφε «τσιγγάνος». Έγραφε γύφτος.

Δεν ήταν ρατσιστής. Με τους αράπηδες δούλευε παρέα, γαμούσε παρέα.

Δεν ήταν σεξιστής. Λίγοι άντρες αγάπησαν τις γυναίκες όσο αυτός. Χωρίς ψιμύθια και αυταπάτες.


~~
Οι γυναίκες του Μπουκόφσκι. Τα κείμενα του μυρίζουν κρασί και μουνί.

Δεν γράφει για γυναίκες μυστηριακές, αψεγάδιαστες κι ερωτευμένες. Το αντίθετο. Οι γυναίκες του έχουν κυτταρίτιδα και ρυτίδες, είναι μεθυσμένες και τον παρατάνε μόλις καταλαβαίνουν πόσο καμένο χαρτί είναι.

Είναι γυναίκες αληθινές, διόλου χάρτινες, διόλου φανταστικές. Με σάρκα και οστά, και πόνο και απογοήτευση και με το εσώρουχο τους, όταν το πετάνε δίπλα στο κρεβάτι, λίγο λερωμένο.

Είναι γυναίκες που κατουράνε και χέζουν, που ξερνάνε τ’ άντερα τους και ισιώνουν τις σκισμένες κάλτσες τους πριν φύγουν.

Κι όλες τον πονάνε που φεύγουν, αλλά ο Τσινάσκι ξέρει ότι είναι το καλύτερο που θα μπορούσαν να κάνουν. «Ο χαμένος ποτέ δεν κερδίζει το κορίτσι».


~~
Ο Μπουκόφκσι δεν ήταν «καλός άνθρωπος». Ίσως να μην τον άντεχες ούτε λεπτό. Να σου φαινόταν επιφανειακός και βρώμικος. Όμως κουβαλούσε πάνω του όλη τη βρωμιά του κόσμου, σαν ένας άλλος Ναζωραίος. Κι έκανε παρέα με τις πόρνες, τους τζογαδόρους, τους άστεγους, τους μεθύστακες, τους απόκληρους και τους χαμένους.

Ο Μπουκόφκσι δεν είναι καλός συγγραφέας. Δεν έγραψε αριστουργηματικά κείμενα, όπως ο συμπατριώτης του ο Φώκνερ, ούτε όπως τα ινδάλματά του, ο Χέμινγουεϊ και ο Ντοστογιέφσκι. Εκείνων τα βιβλία τα θαυμάζεις, όπως όταν βρίσκεσαι μπρος στον Παρθενώνα.

Τα πεζά και τα ποιήματα του Μπουκόφσκι είναι μικρά κι ασήμαντα σαν το πατρικό σου σπίτι. Δεν νιώθεις δέος, αλλά συγκίνηση. Γιατί εκεί μέσα μεγάλωσες, σ’ εκείνους τους μουχλιασμένους τοίχους, μ’ εκείνες τις μεθυσμένες λέξεις.

Κι ίσως κάποια μέρα ο Παρθενώνας να καταρρεύσει. Ίσως κανείς να μη διαβάζει τις αριστουργηματικές φράσεις του Φώκνερ.

Ο Μπουκόφσκι κι η περσόνα του, ο Χένρι Τσινάσκι, θα μείνουν.

Γιατί ήταν ένας άνθρωπος σαν κι εμάς. Απογοητευμένος και μικρός, τυραννισμένος και αδύναμος.

Αλλά αρκετά δυνατός για να σηκωθεί το επόμενο πρωί, μετά από δέκα χιλιάδες μπύρες κι άλλο τόσο πόνο, να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να πει: «Λοιπόν, σκατόμουτρο, κατάφερες να σηκωθείς και σήμερα».

Όπως να το κάνεις, όσο κι αν πέσεις, όσο κι αν μεθύσεις, όσο κι αν απογοητευτείς, το θέμα όλο να σηκωθείς ξανά. Για να γελάσεις με τα χάλια σου.

Μέχρι που να σε χώσουν σε μια τρύπα και να βάλουν πάνω απ’ το κρέας σου μια ταφόπλακα.



Μέχρι τότε, φίλε Τσινάσκι, προλαβαίνουμε να πιούμε μια μπύρα.
Και να ξημερωθούμε -αν το καταφέρουμε κι αύριο, για να συνεχίσουμε ν’ αγαπάμε αυτά που κάνουμε.
Μέχρι το τέλος. Αυτός είναι ο μόνος τίμιος αγώνας που υπάρχει.

Μέχρι το τέλος.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

Pessoa : Passos da cruz Α Mumia



PASSOS DA CRUZ

Μια βεράντα σωριασμένη

είναι η καρδιά μου

πού βλέπει προς τη θάλασσα

βουλιμικά.

Βλέπω με την ψυχή μου να περνούν

αναρίπιστα πανιά

και το καθένα το νόστο

το δικό του.

Ένα ρίγος σκιές και ψίθυροι

στην ατόφια ερημιά του αέρα

ανακαλεί αστέρια της νύχτας

μακρινού στερεώματος

κιʼ η βεράντα φευγάτη…

Κιʼ ανάμεσα σε φοινικιές

των Αντιλλών

πού καθρεφτίζονται

μέσα από παραπετάσματα

αμέθυστων

τα όνειρα δαχτυλοκρύβονται.

Λειψό το ηδύ

για να γεμίσει το αχανές

ανάμεσα στα τρόπαια

πού στήθηκαν

για ένα θρίαμβο παταγώδη

και διαπεραστικό.



A MUMIA


Ποιανού είναι το βλέμμα

πού βλέπει με τα μάτια μου;

Όταν σκέφτομαι ότι κοιτάω,

ποιος συνεχίζει να βλέπει

ενώ εγώ σκέφτομαι;

Από ποιους δρόμους προχωρούν

όχι τα θλιβερά βήματα μου,

αλλά η πραγματικότητα

βαδίζοντας μαζί μου;

Κάποιες φορές

στο ημίφως του δωματίου μου,

όταν εγώ ο ίδιος

ίσαμε το βάθος της ψυχής μου

μόλις πού υπάρχω,

μέσα μου παίρνει

το Σύμπαν

ένα νόημα άλλο:

είναι μια κηλίδα ξεθωριασμένη

του να έχω ο ίδιος συνείδηση

της ιδέας μου για τα πράγματα.

Αν ανάψουν τα κεριά

και δεν υπάρχει μόνο

το φως το λιγνεμένο έξω –

δεν ξέρω ποια λάμπα

του δρόμου είναι αναμμένη –

θα ʼχω τον σκοτεινό πόθο

Ζωή και Σύμπαν

τίποτα άλλο να μη κατέχουν

παρά τούτη τη ζοφερή στιγμή

πού τώρα είναι η ζωή μου:

Μια ροή ενεστώσα

ενός ποταμού

πού πάντοτε ρέει

αλησμονώντας του.

Χώρος αινιγματικός

ανάμεσα σε έρημους τόπους

πού το νόημα του είναι ουδέν

και χωρίς τίποτα να είναι για τίποτα.

Και έτσι περνάει η ώρα

μεταφυσικά.

(μετάφραση : Στάθης Λειβαδάς)

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2020

Alvaro de Campos (Fernando Pessoa) : Χαιρετισμός στον Ουόλτ Ουίτμαν (αποσπάσματα)

Alvaro de Campos (Fernando Pessoa)
Χαιρετισμός στον Ουόλτ Ουίτμαν (αποσπάσματα)


Η "Θαλασσινή ωδή" και άλλα ποιήματα

Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα
Αθήνα, Εξάντας, 2003.

ιβ
Δηλώστε χρεοκοπία της ζωτικότητάς μας!
Γράφουμε στίχους, τραγουδάμε τα πράγματα-χρεοκοπίες, δεν τα ζούμε.
Πώς μπορούμε να ζούμε όλες τις ζωές κι όλες τις εποχές
κι όλες της μορφές της μορφής
κι όλες τις κινήσεις της κίνησης;
Τι' ναι να γράφεις στίχους αν όχι να ομολογείς πως η ζωή δεν επαρκεί
Τι είναι τέχνη αν όχι να ξεχνάς ότι είναι μόνο αυτό
αντίο, Ουόλτ, αντίο!
Αντίο ως το ακαθόριστο του εκείθεν του Τέλους.
Περίμενέ με αν εκεί μπορεί κανείς να περιμένει,
πότε φεύγει το τελευταίο τρένο;
Πότε φεύγει; (Πότε φεύγουμε)

ιδ
Προσευχή-καλπασμέ μου!

Χαιρετισμέ-ορμή μου!


Ποιος σαν κι εσένα ένιωσε την ατομική ζωή του παντός;
Ποιος σαν κι εσένα εξάντλησε να νιώθει μέσα του --τη ζωή-- που μας νιώθει;
Ποιος σαν κι εσένα παίρνει πάντα το αντίγραφο για πρωτότυπο;
Και ξεχειλίζει απ' τον κανόνα του κανόνα -- μορφή της ζωής;

[κείμενο λείπει]

η ευθυμία μου είναι μια παραφορά,
η ορμή μου σύγκρουση
(Παφ!)
μέσα μου...

Χαιρετώ σε σένα το Δάσκαλο της ασθένειάς μου που λέγεται υγεία,
τον πρώτο τέλειο ασθενή της παγκοσμιίτιδας που έχω
την τυπική περίπτωση της "ασθένειας του Ουίτμαν" που υπάρχει μέσα μου!
Άγιε Ουόλτ των Θορυβωδών Παραληρημάτων και της μάνητας!

ιε
Ανοίχτε μου όλες τις πόρτες!
Σπάστε τα τζάμια των παραθύρων!
Βγάλτε κλειδαριές απ' τη ζωή που κλείνει!
Όπου κλείνω είναι ειμ' ανοιχτός χωρίς κλειδαριές που θυμίζουν,
όπου σταματώ είναι το ανόητο όνομα του συνεχίζω,
όπου το τέλος είναι πάντα ένα πράγμα αφηρημένο και δεμένο
ανάλαφρα μ' όλες τις ώρες που περνούν απ' αυτό!
Θέλω ν' αναπνεύσω!
Γδύστε με απ' το βάρος του κορμιού μου!
Αλλάξτε την ψυχή με φτερούγες αφηρημένες δεμένες στο τίποτα!
Ούτε φτερούγες, αλλά η πελώρια Φτερούγα του Ίπταμαι!
Ούτε Ίπταμαι αλλά ό,τι ταχύ απομένει όταν ίπταμαι είναι παύω
και δεν υπάρχει κορμί που βαραίνει στην ψυχή που φεύγει!

Να' μαι εγώ η θέρμη των ζωντανών πραγμάτων, ο πυρετός
των χυμών, ο ρυθμός των κυμάτων και ο [κείμενο λείπει]
Διάλειμμα στο Είναι για να αφήσει το Είναι να είναι...!
Σύνορα σε τίποτα!
Διαιρέσεις σε τίποτα!
Μονάχα εγώ.

ιζ
Το αληθινό ποίημα είναι η ζωή χωρίς ποιήματα,
είναι το πραγματικό τρένο κι όχι οι στίχοι που το τραγουδούν
είναι το σίδερο των γραμμών, των γραμμών που καίνε, είναι το σίδερο απ' τους τροχούς, είναι η πραγματική περιστροφή τους.
Κι όχι τα ποιήματά μου που μιλάνε για γραμμές και τροχούς χωρίς αυτά.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

Λουίς Σεπούλβεδα - Ο πειρατής του Έλβα



Ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, πέθανε σε ηλικία 70 ετών στην Ισπανία από την Covid-19, ανακοίνωσε  ο εκδοτικός οίκος του χθες.  Είχε εξοριστεί από τη δικτατορία του Αουγκούστο Πινοτσέτ αφού είχε πάρει μέρος στον αγώνα του Χιλιανού λαού σαν ενεργό μέλος του φοιτητικού κινήματος εκεί.

Ο Σεπούλβεδα νοσηλευόταν σε νοσοκομείο του Οβιέδο.

Γεννήθηκε στο Οβάγιε της επαρχίας Λιμαρί, στη βόρεια Χιλή. Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο στο Σαντιάγο σπούδασε θεατρική σκηνοθεσία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Χιλής. Διατέλεσε ηγέτης του φοιτητικού κινήματος τα χρόνια των σπουδών όντας μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χιλής. Καταξιωμένος συγγραφέας (ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός), αλλά ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία. «Πλήρωσε» με βασανιστήρια, φυλακή και αυτοεξορία το γεγονός ότι αγωνίστηκε κατά των τυράννων και εκμεταλλευτών -ξένων και εγχώριων- της πατρίδας του Χιλής και για την ανάδειξη της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Υπήρξε, μάλιστα, μέλος της προσωπικής φρουράς του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Ειχε συμμετοχή στον ένοπλο αγώνα των Σαντινίστας εναντίον της δικτατορίας του Σομόζα στο πλάι της Διεθνούς Ταξιαρχίας Σιμόν Μπολίβαρ.

Από τα Χρονικά του Περιθωρίου


Ο πειρατής του Έλβα

Ένας δρόμος του Αμβούργου φέρει το όνομα του δήμαρχου Σίμον φον Ούτρεχτ, αλλά σχεδόν κανείς Αμβουργιανός δεν ξέρει ούτε ποιος ήταν ο κύριος, ούτε τι έκανε για να αξιωθεί τέτοια τιμή. Το μόνο που ξέρουν γι αυτόν είναι ότι διέταξε την εκτέλεση ενός ανθρώπου που ζει στη μνήμη των ασεβών και σε καμιά εκατοστή τραγούδια και ιστορίες που ακούγονται στα παράλια της Βόρειας Θάλασσας ή στη θαλπωρή των καφέ του Βέντελ ή του Μπλάνκενέσε.


Ο άνθρωπος αυτός (που όλοι τον θυμούνται) λεγόταν Κλάους Στέρτεμπέκερ και ήταν πειρατής- ο Πειρατής του Έλβα.


Το 1390, η Χανσεατική Λίγκα επέβαλε διά πυρός και σιδήρου την εμπορική κυριαρχία της στον Βόρειο Ατλαντικό και τη Βαλτική. Έβαλε εξωφρενικούς φόρους και διατίμησε αυθαίρετα τα αγροτικά προϊόντα και τα χειροτεχνήματα, ενώ, στα χίλια τόσα πλοία της, οι καπετάνιοι της δε δίσταζαν να στείλουν κάποιον στην κρεμάλα για το παραμικρό παράπτωμα.


Ωστόσο, κι όπως συνέβη πάντα στην Ιστορία, κάποιοι ναυτικοί με επικεφαλής τον Κλάους Στέρτεμπέκερ, έναν κοκκινοτρίχη γίγαντα με περήφανο κούτελο, είπαν όχι στην αγχόνη και το βούρδουλα, ξεσηκώθηκαν κι έφυγαν μ’ ένα καράβι που πήρε ν’ αρμενίζει υπό τη σημαία της ελευθερίας.


Το 1392, στη νήσο Γκότλαντ, οι άνδρες του Στέρτεμπέκερ υπαγόρευσαν τη Διακήρυξη των Αρχών τους σ’ έναν ιερωμένο, ο οποίος τη μετέφρασε από τα Λατινικά σε όλες τις γλώσσες που μιλιούνταν τότε στη Βόρεια Ευρώπη. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, οι άνθρωποι επιλέχθηκαν από τον Θεό για να βιώσουν την ευτυχία, και μόνο η ευτυχία παρείχε στον άνθρωπο την αναγκαία ζωτικότητα για ν’ αντέξει κάθε κακουχία. Από τότε άρχισαν να αποκαλούνται Die Vitalienbruder (Οι Ζωτικοί Αδελφοί) και να είναι ο φόβος και ο τρόμος της Λίγκας.


Σάλταραν σε καράβια με γεμάτα αμπάρια, ρωτούσαν τους ναυτικούς για τα τελευταία βασανιστήρια που είχαν υποστεί, και πολλοί καπετάνιοι και αξιωματικοί ένιωσαν στο πετσί τους τις βουρδουλιές του γάτου με τις επτά ουρές ή τον λιγοστό αέρα που επιτρέπει η θηλειά της αγχόνης. Η μισή λεία μοιραζόταν ανάμεσα στα μέλη της αδελφότητας, και η άλλη μισή, στους παραπόταμους ή παράκτιους πληθυσμούς του Έλβα και της Βαλτικής, που περίμεναν σαν ευλογία την άφιξη του Στέρτεμπέκερ και των Ζωτικών Αδελφών.


Όπως ήταν αναμενόμενο, η Λίγκα επικήρυξε το κεφάλι του πειρατή, και δεκάδες Γερμανοί, Σουηδοί και Δανοί καπετάνιοι ξαμολήθηκαν στο κυνήγι του.


Σκούρα τα βρήκαν, γιατί ο Στέρτεμπέκερ γνώριζε όλα τα μυστικά του Έλβα και τους ξέφευγε εύκολα- ως τα μέσα του 1400.


Τότε, ένα ανοιξιάτικο πρωινή αυτής της χρονιάς, όλο το Αμβούργο μαζεύτηκε σ’ ένα μέρος κοντά στο Τόιφελσμπρίκε (Γεφύρι του Διαβόλου) για να παρακολουθήσει την εκτέλεση του πειρατή και καμιάς εκατοστής συντρόφων του.


Ο Σίμον φον Ούτρεχτ, ο δήμαρχος, διάβασε την απόφαση με σταθερή φωνή: θάνατος δι’ αποκεφαλισμού. Ο δήμιος σήκωσε το σπαθί, περιμένοντας το πρώτο θύμα, που έπρεπε να είναι ένας μούτσος, αφού μέρος της ποινής που είχε επιβληθεί στον Στέρτεμπέκερ ήταν να δει να πεθαίνουν ένας- ένας οι άνδρες του.


Ξαφνικά, ακούστηκε η φωνή του κοκκινοτρίχη πειρατή:


“Θέλω να’ μαι πρώτος, κυρ- δήμαρχε, αλλά θέλω να σου προτείνω και κάτι για να γίνει καλύτερο το θέαμα που έχεις οργανώσει”.


“Λέγε!” διέταξε ο Σίμον φον Ούτρεχτ.


“Θέλω να’ μαι πρώτος. Θέλω να’ μαι όρθιος σαν μου κόψει το κεφάλι, και θέλω, για κάθε βήμα που θα κάνω αφού το κεφάλι μου θα ‘χει πέσει χάμω, να χαρίσεις τη ζωή και σ’ ένα σύντροφό μου”.


“Ζήτω ο Πειρατής του Έλβα!” φώναξε ένας απ’ το πλήθος, κι ο δήμαρχος, σίγουρος ότι είχε να κάνει μ’ έναν ακόμη φανφαρονισμό, δέχτηκε.


Η κοφτερή ατσάλινη λεπίδα έσκισε τον πρωινό αέρα, μπήκε από το σβέρκο και βγήκε από το πιγούνι του πειρατή. Το κεφάλι του έπεσε στα μαδέρια της γέφυρας και, μπροστά στα κατάπληκτα βλέμματα όλων, ο αποκεφαλισμένος έκανε δώδεκα βήματα πριν σωριαστεί χάμω.


Αυτό συνέβη ένα ανοιξιάτικο πρωινό του έτους 1400. Γύρω στα εξακόσια χρόνια αργότερα, η αστυνομία του Αμβούργου συνέλαβε διάφορους νεαρούς που προσπαθούσαν για πολλοστή φορά να αλλάξουν το όνομα ενός δρόμου. Κρατούσαν μια μεγάλη γαλάζια πινακίδα με άσπρα γράμματα που έγραφαν: ¨Οδός Κλάους Στέρτεμπέκερ” και σκέπαζαν μ’ αυτήν τη μεταλλική πινακίδα που έφερε το όνομα του ουδόλως διάσημου δήμαρχου Σίμον φον Ούτρεχτ.


Τα παιδιά μου λατρεύουν αυτή την ιστορία, και ελπίζω να μπορέσω να την πω μια μέρα και στα εγγόνια μου, γιατί μπορεί η ζωή να’ ναι σύντομη και εύθραυστη, αλλά η αξιοπρέπεια και το θάρρος της χαρίζουν τη ζωτικότητα που μας βοηθά ν’ αντέξουμε τις δυσκολίες και τα δεινά μας

Τζον Ντον - Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί

Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί,
ακέριος μοναχός του.
 Κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι ηπείρου,
 ένα μέρος στεριάς.

Αν η θάλασσα ξεπλύνει ένα σβόλο χώμα,
η Ευρώπη γίνεται μικρότερη.
Όπως κι αν ξεπλύνει ένα ακρωτήρι
 ή ένα σπίτι φίλων σου ή δικό σου.

 Κάθε ανθρώπου ο θάνατος
λιγοστεύει εμένα τον ίδιο,
γιατί είμαι ένα με την Ανθρωπότητα.
Κι έτσι ποτέ σου μη στέλνεις να ρωτήσεις
για ποιον χτυπά η καμπάνα.
Χτυπάει για σένα

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Νίκος Καρούζος- αντιστασιακός του συστήματος






«Για μάτωμα πιο πέρα κι απ’ το αίμα»



Οχι μόνο με λέξεις, αλλά και με έννοιες και με ιδέες… και με τη ζωή του την ίδια, περιπλανήθηκε στο αυτοσχέδιο όραμά του για τον κόσμο, για τον άνθρωπο, για τη ζωή. Ο Νίκος Καρούζος, εκφραστής της απλότητας και της άκρας λιτότητας στην προσωπική του ζωή, συστηματικά αποφεύγοντας την «υποταγή» στις «μικροανάγκες βολής», αφού η σχέση του με την ύλη περιοριζόταν στα εντελώς απαραίτητα για τη διαβίωση, κατάφερε να παραμείνει αλώβητος, σαν πραγματικός «αντιστασιακός» του συστήματος μέχρι τα στερνά της ύπαρξής του.

Φτωχός σαν ποιητής, πλούσιος σαν ψυχή, περήφανος σαν τη γενιά του, δε λύγισε μπροστά στο οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε και όταν η πολιτεία τον έκρινε ως ποιητή β΄ κατηγορίας δίνοντάς του σύνταξη 55.000, κατά 5.000 μικρότερη από την α΄ κατηγορία, ο αξιοπρεπής ποιητής δεν τη δέχτηκε. Το είχε άλλωστε προβλέψει από τα νεανικά του ποιήματα. «Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα». Και πέρασε από αυτό τον κόσμο μεταποιώντας την οδύνη σε ασυμβίβαστη ποιητική φωνή.


Συνυπάρχουμε συνοδυνόμενοι


Γέννημα, θρέμμα της Εθνικής Αντίστασης και της θυελλώδους μεταπολεμικής εποχής, άφησε πίσω του ένα μεγάλο καινοτόμο ποιητικό έργο και μια σεμνή αγωνιστική συνεισφορά στην υπόθεση της κοινωνικής προόδου.

«Είχα πάντα – είχε πει ο ίδιος, στο “Διαβάζω”- την κοινωνική διάσταση. Πώς θα μπορούσε να γινότανε κι αλλιώς; Είμαστε κοινωνία, είμαστε ιστορία. Συνυπάρχουμε, συνοδυνόμενοι».

Αλλά και η ποίησή του εκφράζει αυτή την κοινωνικότητα: «Κι αν χιονίζει στο πνεύμα/ Κι αν κρυώνουν οι μεγάλες ιδέες/ Ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει»… και ταυτόχρονα «συνθηματογραφούσε» με μια αυθεντική δυναμική: «Οταν παιδέψεις τώρα δα μια πεταλούδα/ δεν το βλέπεις/ αλλά αργότερα κάπου/ θα πονέσει ο πολιτισμός».

Επάγγελμα: η ψυχή μου

Δεκατέσσερα χρόνια από τη μέρα που ο θάνατος (28/9/1990), «βασιλέας των πραγμάτων» τον «ταξιδεύει στον ουρανό», εκείνος επιμένει να «γυρίζει μόνος», με ελάχιστους να τον θυμούνται πολύ περισσότερο να τον τιμούν. Τα «όνειρά» του δεν τον «έσωσαν» και δεν είναι σίγουρο αν με την αγάπη «σήκωσε την απελπισία του». Είχε δίκιο «σα να μην υπήρξαμε ποτέ κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη». Κι όμως, ήπιε και «της μοναξιάς το ηδύποτο», διάβηκε «αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό του», και σίγουρα «δε θα μπορούσε δίχως θάνατο»… Αλλά μέσα από τη σιωπή που επιβάλλει ο θάνατος και περισσότερο η λησμονιά που συνοδεύει το τέλος ενός ανθρώπου, εκείνος «κατέγραψε» την «εκδίκηση» στη λησμονιά και την αδιαφορία, συστηνόμενος: «Επάγγελμα: η ψυχή μου»…

Οπως έλεγε ο Νικηφόρος Βρεττάκος «κατά βάθος η ποίηση, είναι μι’ ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλο τον κόσμο».

Αυτό ήταν και η ποίηση του Νίκου Καρούζου, «μια καρδιά φορτωμένη» τον πόνο και τα όνειρα όλο του κόσμου. Στην περιπλάνησή της τούτη η καρδιά δεν ακίστηκε με τις λέξεις, με ιδέες και έγνοια, με πλήρη επίγνωση του θρυμματισμού των οραμάτων, αναζήτησε την ουσία της ύπαρξης, διακηρύσσοντας ταυτόχρονα την πίστη του ότι «η Ιστορία φυσικά/ δε μας περιμένει/ στη στάση του τρόλεϊ»… και εκτοξεύοντας έτσι βέλη στη στάση αδράνειας, παθητικότητας και βολέματος.

Το οπλοστάσιο του Καρούζου, δεν υπέκυψε στην ευκολία. Η πείνα και η δίψα του για ελευθερία ενδυνάμωνε τις αλήθειες για τη ζωή και την ποίηση. Η διάπυρη ύλη του πάθους, της οργής, της υπαρξιακής έκρηξης μεταβολίζεται σε μια «συνομιλία», που αποκτά νόημα με τον βαθύ ήχο με τον οποίο υπερασπίζεται αυτή τη «συνομιλία».


«Ενθύμια φρίκης»

Μπορεί ο ίδιος να έλεγε «Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το μαθα/ τι είναι τα ποιήματα/ Είναι πληγώματα/ είν’ ομοιώματα/ φενάκη/ φρεναπάτη;/… Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα./ Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης», όμως «συνομιλώντας» μέσα από την ποίησή του αναγνωρίζεις τον ποιητή που μοχθεί να μεταδώσει νοήματα, που πασχίζει, με τη «λεκτική αθανασία», «για μάτωμα πιο πέρα κι απ’ το αίμα».

Βαθιά πάσχων ως πολίτης ο Νίκος Καρούζος, με μοναχή οπλοφορία το «στήθος» του, πάλεψε την «ακαμψία», μίσησε «την ορατή μυθολογία τους παπάδες/ τη λεκτική τους αθανασία/ τους χλοερούς τόπους ψαλτικής αναψύξεως/ τρομακτικά ψέματα/… ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπος με το «θάνατο» στην ποίησή του, με την «εκθαμβωτική ασυνέπεια της ύλης», είκαζε «πως ο θάνατος θα έρθει όπως ο ύπνος,/ ο σκοτεινός θάλαμος όπου τραβά η ζωή, φωτογραφίες απ’ το υποσυνείδητο», για να δώσει την τελευταία του μάχη «με το θάνατο μέσα μου πλέον ορατό/ – σχεδόν αδιανόητο -/ μεράκι που το ‘χω να υπάρξω ακόμη!/ Φτερουγισμένος είμαι σήμερα στα ύψη/ στην πιο βλακώδη αστρογειτονιά μου πέρα./ Η τόση θεωρητική ωμότητα σε πανικού δροσούλα/ γιομάτη σωματικά γεγονότα./ Η ύλη δε με θέλει. Κι αφουγκράζομαι μόνος/ ουσιαστική τίγρη./ Πού πας με τόση ομορφιά;/ Στο βάθος θάνατος». (30/3/1989).

«Αιωρούμαι μονάχος»

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στο Ναύπλιο τον Ιούλη του 1925, από πατέρα δάσκαλο και κόρη παπά. Αρχισε σπουδές νομικών και πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας χωρίς να τις ολοκληρώσει. Ο πατέρας του ενταγμένος στο ΕΑΜ, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και αργότερα υπέστη όλα τα δεινά της περιόδου. Ο ίδιος ΕΠΟΝίτης τον καιρό του αγώνα, γνώρισε από νωρίς τις εξορίες (Ικαρία, Μακρόνησο). Πρώτη παρουσία του στη λογοτεχνία το 1949, όταν δημοσίευσε ένα ποίημα στο περιοδικό «Ο Αιώνας μας». Ο ίδιος σε συνέντευξή του στο «Ρ» είχε πει ότι τα πρώτα του ποιήματα τα είχε στείλει στο περιοδικό της ΕΠΟΝ «Νέα Γενιά», το 1945. Η πρώτη του ποιητική συλλογή ήταν «Η επιστροφή του Χριστού» (1954) και ακολούθησαν «Νέες δοκιμές», «Είκοσι ποιήματα», «Διάλογοι», «Η Ελαφος των άστρων», «Πενθήματα», «Απόγονος της νύχτας», «Αντισεισμικός τάφος», «Ερυθρογράφος» κ.ά.

Για το έργο του «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη», τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο το 1989. Επίσης το 1963 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο των Δώδεκα, ενώ το 1972 μοιράστηκε με τον Μίλτο Σαχτούρη και τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, το Εθνικό Βραβείο ποίησης.

Βέβαια όπως για τους περισσότερους ποιητές, ήταν περιπετειώδης ο τρόπος έκδοσης των βιβλίων του Νίκου Καρούζου. Για πολλά χρόνια, μέχρι τη δεκαετία του ’70, τύπωνε με έξοδα δικά του τα βιβλία του. Στη συνέχεια, συνέβαλαν η Εγνατία, το Πολύπλανο, το Υψιλον, ο Εξάντας, ο Ακμων (μία σημαντική ανθολογία, στα 1981), η Γοργώ, η Εστία, ο Καστανιώτης, ο Μίμνερμος, και η Απόπειρα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι εκδόσεις Ερατώ, προχώρησαν στην έκδοση των Απάντων του ποιητή, σε τόμους ανάλογα με τη δημιουργική του περίοδο. Εκδόθηκαν η Πρώτη Εποχή και η Δεύτερη Εποχή. Μετά το θάνατο του Νίκου Καρούζου, το έργο του εκδίδεται συγκεντρωμένο σε τόμους από τις εκδόσεις Ικαρος. Εχουν κυκλοφορήσει τα Ποιήματα A΄ και τα Ποιήματα B΄.

Ο,τι και να γράψεις για τον Νίκο Καρούζο, δύσκολο να κατακτήσεις με λέξεις τη φυσιογνωμία του ποιητή που μπήκε με σώμα και πνεύμα στις αγωνίες και τις ελπίδες των καιρών, τη φυσιογνωμία του Νίκου Καρούζου που με την ποίησή του – όπως έγραψε και ο Μ. Μουντές, «ενίσχυσε την αμυντική λειτουργία των ψυχών μας απέναντι στα καταιγιστικά συμπτώματα της καθημερινής κατακρήμνισης ονείρων και αξιών».

Το σίγουρο είναι πως ο Νίκος Καρούζος υπάρχει μαζί μας, γιατί εκείθε, πέρα από την ολόφωτη σιωπή της αιωνιότητας, μας θυμίζει ότι «σε μια κραυγή της νύχτας όλοι συνυπάρχουμε κι ανασαίνουμε τρόμο».



Ριζοσπάστης/ Σοφία Αδαμίδου

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

Φωτιά - Γιώργος Σαρρής



Φωτιά

Που πήγε η ζωή σου,  το χρυσάφι σου,
ποιος το κλεψε απ’ του χρόνου τ’ορυχείο;

Τώρα μια χούφτα λάσπη μες στα χέρια σου
στο βλέμμα άγριο βουητό βομβαρδισμού,
στη μύτη βρώμικη ανάσα δουλεμπόρου
κορμιά χυμένα πάνω στο νερό
φριχτά ουρλιαχτά, σειρήνα σωστικού
συρματοπλέγματα, στολές, καταστολή,
σπρωξιές και κέντρο υποδοχής μεταναστών.

Πίσω φωτιά, μπροστά φωτιά,
κι ανάμεσα η ζωή σου,
μωρό παιδί κλωτσάει 
μια κουρελόμπαλα
ελπίδα
στ’ άθλια αντίσκηνα πλατεία Βικτωρίας
μες στον υπόγειο με βροχή

Που πήγε η ζωή σου,
το χρυσάφι σου,
ποιος το άρπαξε απ’ του χρόνου τ’ορυχείο;


Που πήγε η ζωή σου,  το χρυσάφι σου,

ποιος το κλεψε απ’ του χρόνου τ’ορυχείο;

Γιώργος Σαρρής

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

"Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του" - Ουαρσάν Σάιρ (ποιήτρια από την Κένυα)















Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός κι αν η πατρίδα του έγινε το στόμα ενός καρχαρία…
Τρέχεις προς τα σύνορα και βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη …
Οι γείτονες τρέχουν πιο γρήγορα από σένα κι ο φίλος σου
- που σε φιλούσε πίσω απ’ το παλιό εργοστάσιο -
τώρα κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του…
Φωτιά κάτω απ’ τα πόδια σου, ζεστό αίμα στην κοιλιά σου.
Δεν φαντάστηκες ποτέ ότι θα το ‘κανες,
μέχρι που η λεπίδα χάραξε απειλητικά το λαιμό σου…
Και τότε σκίζεις το διαβατήριό σου κλαίγοντας,
γιατί το ξέρεις ότι δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγυρίσεις
και φεύγεις μακριά.


Κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα,
εκτός κι αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά…
Κανένας δεν καίει τις παλάμες του κάτω από τρένα …
Κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες
στο στομάχι ενός φορτηγού - τρώγοντας εφημερίδες -
Κανένας δε σέρνεται κάτω από φράχτες …
Καμιά δεν αντέχει τον πλήρη σωματικό έλεγχο
σε σημεία του κορμιού της που πονούν ακόμη.
Κανένας δε θέλει να τον δέρνουν, να τον λυπούνται.
Κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα ή τη φυλακή,
αν η φυλακή, δεν είναι ασφαλέστερη από την πόλη του.

Κανένας δε αντέχει τα: «Γυρίστε στην πατρίδα σας
βρομομετανάστες, ζητιάνοι ασύλου με τα χέρια απλωμένα,
μαύροι πρόσφυγες, που ρουφάτε τη χώρα μας,
αράπηδες που μυρίζετε περίεργα,
απολίτιστοι, που κάνατε λίμπα τη χώρα σας
και τώρα θέλετε να κάνετε και τη δική μας.
Πώς δε δίνουμε σημασία στα λόγια, στα άγρια βλέμματα;
Ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ενός ποδιού …
Ή επειδή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες ανάμεσα στα πόδια σου.
Ή επειδή τις προσβολές είναι πιο εύκολο να τις καταπιείς,
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα, αλλά η πατρίδα
είναι το στόμα ενός καρχαρία, η κάνη ενός όπλου.
Και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα,
αν η πατρίδα δεν τον κυνηγούσε μέχρι τις ακτές,
αν η πατρίδα δεν του ‘λεγε «άσε πίσω τα ρούχα σου,
για να συρθείς στην έρημο, να κολυμπήσεις ωκεανούς,
να πεινάσεις, να εκλιπαρήσεις, να ξεχάσεις την περηφάνια.
Τρέξε πιο γρήγορα για να σωθείς…
Επειδή η επιβίωση είναι πιο σημαντική.

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα, εκτός αν η πατρίδα
είναι μια ιδρωμένη φωνή στο αυτί σου που λέει φύγε,
τρέξε μακριά μου, δεν ξέρω τι έχει γίνει, αλλά ξέρω
ότι οπουδήποτε αλλού θα είσαι πιο ασφαλής

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Δημήτρης Λέντζος- 5 ποιήματα



Δ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ



Βγήκε από το πορνείο

κρατώντας στα χέρια της

ένα μικρό κρινάκι

ήταν ντυμένη με άσπρο φουστάνι

και κόκκινο κραγιόν

περπάτησε με ίσιο το κορμί

στην οδό Πατησίων

ήταν θλιβό το σούρουπο

η Αθήνα τέτοιαν ώρα

είναι γλυκιά σαν λεχώνα

με σταθερό βήμα

μπήκε στην εκκλησία του Αγίου Λουκά

προσκύνησε και κάθισε εκεί

στο πρώτο στασίδι

με τις άλλες γυναίκες

στο τέλος των χαιρετισμών

πήγε δεξιά στην Ωραία Πύλη

έσκυψε και φίλησε στα χείλη

τον Αγιάννη τον Πρόδρομο.




O Θίασος

Ρόλοι κι αισθήματα σ’ αρχαία διανομή
γέρος ο χρόνος σαν μουγκός υποβολέας
μπουλούκια οι έρωτες σε άγονη γραμμή
να σε τυφλώνει ο καπνός κι ο προβολέας

Ξεφτίλα χρώματα κι η πρόβα στα σκαλιά
και στις κουίντες ο καιρός ο θεατρώνης
πόσο μ΄αγάπησες με ψεύτικα φιλιά
και με το ρόλο με πουλάς της Αντιγόνης

Οι μάσκες πρόσωπα με μάτια ανοιχτά
μπήγουν τα νύχια τους βαθιά στο μέτωπό μου
δυο μεροκάματα το μήνα αρπαχτά
δέκα τσιγάρα το πολύ το μερτικό μου

Τα καμαρίνια με δυο μέτρα κουρελού
πούδρες και μάσκαρα και κόκκινα κραγιόνια
στα Παναθήναια η δόξα του φαλλού
στίβα πηγαίναμε στα βρώμικα βαγόνια

Μητέρα νύχτα μου λεχώνα μου σιωπή
στην Τρίτη Πράξη και ο ρόλος του θανάτου
αυλαία γύφτιασσα στο τέλος ποιος θα πει
σ’ ένα μπορντέλο στην παλιά Ακομινάτου

Άδεια τραγούδια με σαράντα πυρετό
όταν πεθάνω να με θάψετε στη Θήβα
σαν τον Οιδίποδα τυφλός να περπατώ
η μοίρα είναι του θιάσου μας η ντίβα

Αυτός ο θίασος απόψε θα καεί
και στον εξώστη θα λεγάει η γαλαρία
μονάχοι μού πες πως πεθαίνουν κι οι θεοί
και των ανθρώπων πως τελειώνει η ιστορία



ΦΕΓΓΑΡΙ ΔΙΚΟΠΟ

Ένα φεγγάρι δίκοπο
στου ουρανού το χέρι
με λάβωσε κατάστηθα
και τριγυρνώ τις νύχτες
στον μύλο και στον ποταμό
κι αλέθω τη χαρά μου
και την σκορπίζω στα νερά
να πίνουν οι ψυχούλες
που ήρθαν απόψε μια φορά
πάλι στον πάνω κόσμο
να δούνε την αγάπη τους
και τ’ άσπρα τα σκουτιά τους.



SILVER ALERT

Φορούσε μαύρο πουκάμισο
και τζιν παντελόνι
και φθηνά δερμάτινα πέδιλα
στο ένα του χέρι κρατούσε το τσιγάρο του
στο άλλο κρατούσε
μια φέτα φεγγάρι
είναι είκοσι δύο χρονών
απολυτήριο στρατού δεν πήρε
και η αστυνομική του ταυτότητα
δεν γράφει όνομα και ύψος
ούτε ηλεκτρονικό εισιτήριο
για το Μετρό και τα λεωφορεία
η ζωή του κινδυνεύει
άλλοι λένε πως ήταν άγαλμα
στον περιφερειακό
στα Πετράλωνα
στις εργατικές πολυκατοικίες
τον αναζητεί
μονάχα η μάνα του.



Ο νόμος περί ανθέων

Ο νέος νόμος ήταν σαφής
«όποιος συλλαμβάνεται
με άνθη πάνω του
θα εκτελείται πάραυτα
στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
του Απριλίου»
κι εγώ χρόνια μελλοθάνατος γυρνώ
κι ένα στο πέτο μου φορώ
μικρό τριανταφυλλάκι.