Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΡΟΥΝΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΡΟΥΝΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Πάμπλο Νερούντα - 5 ποιήματα

Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ


'Ολη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
'Ησουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

'Ισως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,
στα ψηλά ή στα βαθιά,
στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος,
στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.

'Ισως το όνειρό σου
χωρίστηκε από το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με έψαχνε
όπως πρώτα
όταν δεν υπήρχες ακόμα,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλάι σου,
και τα μάτια σου έψαχναν
αυτό που τώρα
- ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό -
σου δίνω με γεμάτα χέρια,
γιατί εσύ είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα, ενώ
η σκοτεινή γη γυρίζει
με ζωντανούς και νεκρούς,
και σαν ξύπνησα ξάφνου
καταμεσής στη σκιά
το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου
και ξύπνησα με το στόμα σου
βγαλμένο από τον ύπνο
να μου δίνει τη γεύση από τη γη,
από τη θάλασσα, από τα φύκια,
από το βάθος της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σαν να έφθανε
από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.



ΣΚΥΒΩ ΤΑ ΒΡΑΔΥΑ


Σκύβω στα βράδυα τραβώ τα περίλυπα δίχτυα μου
στους ωκεανούς των ματιών σου.

Εκεί ξαπλώνει και καίγεται στην πιο ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που κουνάει τα μπράτσα σαν ναυαγός.

Κάνω κόκκινα σινιάλα στα απόντα μάτια σου
που κυματίζουν σαν τη θάλασσα στην όχθη ενός φάρου.

Φύλαγες μόνο σκότη, μακρινή και δική μου γυναίκα,
από το βλέμμα σου αναδύεται κάποτε η παραλία του τρόμου.

Σκύβω στα βράδυα ρίχνω τα περίλυπα δίχτυα μου
σε κείνη τη θάλασσα που πάλλει τους ωκεανούς των ματιών σου.

Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που σπινθηρίζουν σαν την ψυχή μου όταν σε αγαπώ.

Καλπάζει η νύχτα στη μαύρη φοράδα της
σκορπίζοντας γαλάζια στάχυα στο λιβάδι.





ΠΡΙΝ ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΩ



Πριν σε αγαπήσω, τίποτα δεν ήταν
δικό μου: όλο βωλόδερνα στους δρόμους:
τίποτα αξία κι όνομα δεν είχε:
έλπιζε ο κόσμος μόνο στον αέρα.

Είχα γνωρίσει σταχτερά σαλόνια,
τούνελ κατοικημένα απ' το φεγγάρι,
στέγαστρα άπονα που αποχαιρετιόνταν,
ερωτήσεις που επέμεναν στην άμμο.

Βουβά ήταν όλα, πεθαμένα κι άδεια,
πεσμένα, ξεπεσμένα κι αφημένα,
ήαταν αναλλοτρίωτα όλα ξένα,

όλα ήταν κανενός κι όλα των άλλων,
ώσπου η φτώχεια σου κι η ομορφιά σου
γέμισαν το φθινόπωρο με δώρα.


ΣΟΝΑΤΕΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

Μ' αρέσει μες στη νύχτα να σε νιώθω

Μ' αρέσει μες στη νύχτα να σε νιώθω κοντά μου,
αθώρητη στον ύπνο σου, σοβαρή κι ερεβένια,
ενώ εγώ τις σκοτούρες μου ξεμπλέκω
σαν να 'ταν τάχα δίχτυα μπερδεμένα.

Απούσα, μέσα στα όνειρα ταξιδεύει η καρδιά σου,
μα το εγκαταλειμμένο κορμί σου ανασαλεύει
στα τυφλά αναζητώντας με, τον ύπνο αξαινοντάς μου,
σαν το φυντάνι που διπλό γίνεται μες στον ίσκιο.

Όρθή, θα 'σαι άλλη που αύριο θα ζήσει,
όμως από τα χαμένα μέτωπα μες στη νύχτα,
από το ζω και δεν ζω που βρισκόμαστε, κάτι

μένει που μες στης ζωής το φως μας πλησιάζει
λες και έχει με φωτιά η σφραγίδα του ίσκιου
τα κρυφά πλάσματα του σημαδέψει.


ΕΙΜΑΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ

Είμαι πεινασμένος για το στόμα σου,τη φωνή σου, την κόμη σου
και μες στους δρόμους διαβαίνω νηστικός, σιωπηλός,
δε με βαστάει το ψωμί, η αυγή μ' ανατρέπει,
αναζητάω τον ρευστό ήχο των ποδιών σου την ημέρα.

Είμαι πεινασμένος για το γέλιο σου που γλιστράει,
για τα χέρια που έχουν χρώμα ορμητικού σιτοβολώνα,
είμαι πεινασμένος για τη χλωμή πέτρα των νυχιών σου,
θέλω να τραγανίσω το δέρμα σου σαν ένα άθικτο αμύγδαλο.

Θέλω να φάω τον καμένο κεραυνό μες στην ομορφιά σου,
την περήφανη μύτη του αλαζονικού προσώπου,
θέλω να φάω τη φευγαλέα σκιά των βλεφάρων σου.

Και πεινώντας έρχομαι και πάω μυρίζοντας το σούρουπο,
αναζητώντας σε, αναζητώντας τη ζεστή καρδιά σου
αν ένα λιοντάρι στη μοναξιά του Κιτρατούε.

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Pablo Neruda - Ο λαός



Το μπλογκ Lenin Reloaded αφιέρωσε χθες αυτό το καταπληκτικό ποίημα του Π.Νερούντα στη μνήμη του άνεργου ναυτεργάτη Ξ.Λούγαρη που πέθανε χθές στο πεζοδρόμιο της Λ.Αμαλίας την ώρα της πορείας.


Pablo Neruda

Ο λαός

(Μετάφραση, αρχική δημοσίευση: Radical Desire)

Τον θυμάμαι καλά αυτόν τον άνθρωπο, κι έχουν περάσει τουλάχιστο δυο αιώνες
από τότε που τον είδα τελευταία φορά·
δεν ταξίδευε ούτε με άλογο ούτε με άμαξα
πάντα με τα πόδια
αναιρούσε
τις αποστάσεις,
δεν κουβαλούσε ούτε σπαθί ούτε όπλο
αλλά δίχτυα στους ώμους,
τσεκούρι ή σφυρί ή τσάπα·
δεν πολέμησε ποτέ με άλλον της δικής του φάρας --
ο αγώνας του ήταν με το νερό ή με τη γη,
με το σιτάρι, για να γίνει ψωμί,
με το ψηλό δέντρο, για να προσφέρει ξύλο,
με τους τοίχους, για να ανοίξουν πόρτες μέσα τους,
με την άμμο, για να φτιαχτούν τοίχοι,
και με τη θάλασσα, για να δώσει καρπό.

Τον ήξερα και με στοιχειώνει πάντα.


Οι άμαξες έγιναν κομμάτια
ο πόλεμος κατέστρεψε πόρτες και τοίχους,
η πόλη ήταν μια χούφτα στάχτες,
και όλα τα φορέματα γινήκαν σκόνη
και για μένα επιμένει,
επιβιώνει στην άμμο,
όταν πριν τα πάντα έμοιαζαν
να αντέχουν εκτός απ΄αυτόν.

Στο πήγαινε και το έλα οικογενειών,
μερικές φορές ήταν ο πατέρας μου, ή συγγενής μου,
ή σχεδόν ήταν, ή αν όχι, ίσως
ήταν ο άλλος που δεν επέστρεφε ποτέ στο σπίτι
γιατί τον κατάπινε το νερό ή η γη,
τον σκότωνε μια μηχανή ή ένα δέντρο
ή ήταν ο μαραγκός στην κηδεία
που περπάταγε πίσω απ' το φέρετρο, με μάτια στεγνά,
κάποιος που ποτέ δεν είχε όνομα,
εξόν όπως έχουν το ξύλο και το μέταλο ονόματα,
και τον οποίο οι άλλοι κοίταγαν από ψηλά,
χωρίς να βλέπουν το μυρμήγκι,
μόνο τη μυρμηγκοφωλιά·
έτσι ώστε όταν τα πόδια του σταμάταγαν να κινούνται,
γιατί, φτωχός και κουρασμένος, είχε πεθάνει,
δεν έβλεπαν ποτέ αυτό που δεν συνήθισαν να βλέπουν--
ήδη άλλα πόδια περπάταγαν στο κατόπι του.

Τα άλλα πόδια ήταν πάλι αυτός,
και τα άλλα χέρια το ίδιο.
Ο άνθρωπος επέμενε.
Όταν έμοιαζε πως είχε εξαντληθεί,
ήταν πάλι ο ίδιος άνθρωπος·
να τον πάλι, να σκάβει το χώμα,
να κόβει ύφασμα, αλλά χωρίς πουκάμισο ο ίδιος,
ήταν εκεί και δεν ήταν, όπως πριν,
είχε φύγει και είχε αντικαταστήσει τον εαυτό του·
και επειδή ποτέ του δεν είχε νεκροταφείο
ή τάφο, ή το όνομά του χαραγμένο
στην πέτρα που ίδρωσε να κόψει,
κανείς δεν ήξερε ποτέ ότι ήρθε
και κανείς δεν ήξερε όταν πέθαινε
κι έτσι μόνο όταν μπορούσε ο φτωχός
επέστρεφε στη ζωή απαρατήρητος.

Ήταν ο άνθρωπος, στα σίγουρα, χωρίς κληρονομιά,
χωρίς γελάδια, χωρίς θυρεό,
και δεν ξεχώριζε απ' τους άλλους,
τους άλλους που ήταν αυτός,
από ψηλά ήταν γκρίζος, σαν τον πηλό,
ήταν θαμπός, σαν το πετσί,
ήταν κίτρινο θερισμένο σιτάρι,
ήταν μαύρος στα ανθρακωρυχεία
ήταν στο χρώμα της πέτρας στα κάστρα,
ήταν στο χρώμα του τόνου στην ψαρόβαρκα,
ήταν στο χρώμα του αλόγου στις πεδιάδες--
πώς να τον ξεχωρίσεις
όταν ήταν αδιαχώριστος απ' το στοιχείο του,
γη, κάρβουνο, θάλασσα μ' ανθρώπινη μορφή;

Όπου ζούσε, ό,τι
άγγιζε ο άνθρωπος μεγάλωνε--
οι εχθρικές πέτρες
που σπάγαν
στα χέρια του
παίρνανε σχήμα και γραμμή
και μία-μία
έπαιρναν τις καθαρές μορφές κτηρίων·
έφτιαχνε ψωμί με τα χέρια,
έβαζε τα τραίνα στη γραμμή·
οι αποστάσεις γέμιζαν με πόλεις,
μεγάλωναν άλλοι ανθρώποι,
ερχόντουσαν οι μέλισσες,
και μέσα από τη δημιουργία και τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπου,
περιπλανιόταν η άνοιξη στην αγορά
ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια.

Ο πατέρας των καρβελιών ξεχάστηκε,
αυτός που έκοβε και περπάταγε φορτωμένος, που καθάριζε
και άνοιγε τα μονοπάτια, που μετακινούσε την άμμο·
όταν δημιουργήθηκαν όλα, αυτός έπαψε να υπάρχει.

Την χάρισε την ύπαρξή του, κι αυτό ήταν όλο.
Πήγε κάπου αλλού να δουλέψει και στο τέλος
πήγε προς τον θάνατο, κατρακυλώντας
σαν πέτρα στο ποτάμι·
ο θάνατος τον κουβάλησε προς τις εκβολές.

Εγώ, που τον ήξερα, τον είδα να βυθίζεται
μέχρι που υπήρχε μόνο σε ό,τι άφηνε--
δρόμους που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει,
σπίτια όπου δεν θα 'μενε ποτέ.

Και επιστρέφω να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω.

Τον βλέπω στο φέρετρό του και τον βλέπω αναστημένο.

Τον ξεχωρίζω από όλους
τους άλλους που είναι ίσοι του
και μού φαίνεται ότι αυτό δεν γίνεται,
ότι αυτός ο δρόμος δεν μάς πάει πουθενά,
ότι το να συνεχίζεις έτσι δεν έχει δόξα καμιά.

Πιστεύω ότι ο ουρανός πρέπει να αγκαλιάσει
αυτόν τον άνθρωπο, σωστά ποδημένο και εστεμμένο.

Νομίζω ότι αυτοί που έφτιαξαν τόσα πολλά
θα πρεπε να είναι όλων οι ιδιοκτήτες.
Ότι αυτοί που φτιάχνουν ψωμί πρέπει να τρώνε.

Ότι αυτοί που είναι στις στοές των ορυχείων πρέπει να έχουν φως.

Αρκετά τώρα με τους γκρίζους αλυσσοδεμένους!

Αρκετά με τις χλωμές ψυχές που εξαφανίστηκαν!

Κανείς να μην περαστεί για οτιδήποτε άλλο από ηγεμόνας.

Καμιά γυναίκα χωρίς διάδημα.

Γάντια χρυσά για κάθε χέρι.

Καρποί του ήλιου για όλους τους σκοτεινιασμένους!

Τον ήξερα αυτόν τον άνθρωπο, και όταν μπορούσα,
όταν ακόμα είχα μάτια στο κεφάλι μου,
όταν ακόμα είχα φωνή στο λαρύγγι μου,
τον αναζητούσα μέσα στους τάφους και τού έλεγα
κρατώντας του το χέρι, που δεν είχε γίνει ακόμα σκόνη:

"Όλα θα περάσουν, και θα ζεις ακόμα.

Βάζεις στη ζωή φωτιά.

Έφτιαξες αυτό που είναι δικό σου."

Έτσι, να μην αναστατωθεί κανείς όταν
μοιάζω μόνος αλλά δεν είμαι μόνος·
δε μού λείπει η παρέα και μιλάω για όλους.

Κάποιος με ακούει δίχως να το ξέρει,
αλλά αυτοί που τραγουδώ, αυτοί που ξέρουν,
συνεχίζουν να γεννιούνται και θα πλημμυρίσουν τον κόσμο.

Σχόλιο aπό "Κ.Π".: Μια μετάφραση είναι επίσης ένα καινούργιο ποίημα. Η συγκίνηση που βγαίνει από τη μετάφραση-ποίημα  λοιπόν έχει να κάνει με την εξαιρετική δουλειά που έκανε ο Α.Μπαλασόπουλος(Radical Desire. Lenin Reloaded)

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Αργοπεθαίνει- Πάμπλο Νερούντα

Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.
Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Muere lentamente
Muere lentamente
quien se transforma en esclavo del hábito,
repitiendo todos los días los mismos trayectos,
quien no cambia de marca,
no arriesga vestir un color nuevo y no le habla a quien no conoce.
Muere lentamente quien hace de la televisión su gurú.
Muere lentamente quien evita una pasión,
quien prefiere el negro sobre blanco y los puntos sobre las “íes”
a un remolino de emociones,
justamente las que rescatan el brillo de los ojos,
sonrisas de los bostezos,
corazones a los tropiezos y sentimientos.
Muere lentamente quien no voltea la mesa cuando está infeliz en el trabajo,
quien no arriesga lo cierto por lo incierto para ir detrás de un sueño,
quien no se permite por lo menos una vez en la vida, huir de los consejos sensatos.
Muere lentamente quien no viaja,
quien no lee,
quien no oye música,
quien no encuentra gracia en sí mismo.
Muere lentamente quien destruye su amor propio,
quien no se deja ayudar.
Muere lentamente,
quien pasa los días quejándose de su mala suerte
o de la lluvia incesante.
Muere lentamente,
quien abandona un proyecto antes de iniciarlo,
no preguntando de un asunto que desconoce
o no respondiendo cuando le indagan sobre algo que sabe.
Evitemos la muerte en suaves cuotas,
recordando siempre que estar vivo exige un esfuerzo mucho mayor
que el simple hecho de respirar.
Solamente la ardiente paciencia
hará que conquistemos una espléndida felicidad.

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Πάμπλο Νερούντα(12 Ιουλίου1904-23 Σεπτεμβρίου 1973)


giorgossarris

Με αφορμή την ημέρα γενεθλίων του Πάμπλο Νερουντα.

Προσωπικά "γνώρισα" τον Νερούντα πολύ αργότερα από τον θάνατό του ,όντας τότε 17 χρονώ και ερωτευμένος. Και παρότι λόγω του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη,η Ελλάδα μάθαινε τον Νερούντα από το υπέροχο Canto General,εγώ τον έμαθα από τα "100 ερωτικά σονέτα" τον "Ενθουσιασμένο τοξότη",τα "20 ερωτικά ποιήματα κι ένα θλιμμένο τραγούδι" και το "Εσπερινό"
Και μάλιστα σε μια εποχή που η μεταδικτατορική Ελλάδα δονούνταν από ένα ολοζώντανο λαϊκό κίνημα απ΄ακρη σ΄ακρη και η πολιτική ατμόσφαιρα με μάγευε όσο τίποτα.
Όμως τα βράδια με τη λάμπα χαμηλά , για να μή με παίρνει είδηση κανείς μες στο σπίτι, ζούσα πάνω από το κόκκινο βιβλίο με τις τυρκουάζ σελίδες των εκδόσεων Τολίδη, όλον τον έρωτα του κόσμου,  συνειδητοποιώντας πόσο μαγικά πλάταινε τον ορίζοντα της ζωής μου η ποίηση!

Εδώ αγαπώ
Μέσα στα πεύκα ξετυλίγεται ο άνεμος
φωσφορίζει το φεγγάρι πάνω στα φευγαλέα νερά...
...σε ξετυλίγει η ομίχλη μέσα σε ορχηστρικές μορφές
εδώ σ'αγαπώ και μάταια σε κρύβει ο ορίζοντας...

και στο "Π Ρ Ω Ι" απο τα 100 ερωτικά σονέτα

''Σ' αγαπάω χωρίς να ξέρω πως, ούτε πότε ,ούτε από που
σ'αγαπάω έτσι ίσια χωρίς προβλήματα ούτε αλαζονεία
ετσι σ'αγαπάω γιατί δεν ξέρω ν'άγαπάω αλλιώς
Ετσι μονάχα μ'αυτό τον τροπο οπου ούτε είμαι ούτε είσαι,
τόσο κοντά που το χέρι σου πάνω το στήθος μου γίνονται ένα
τόσο κοντά που κλείνονται τα μάτια σου με τον ύπνο μου."

Και έτσι χυμούσε το κόκκινο φεγγάρι του Νερούντα στο δωμάτιο   κι έπεφτε στο πάτωμα και γινόταν χίλια κομματάκια που έλαμπαν σα ρουμπίνια στο μυαλό μου. Και πλημμύριζαν τα ποτάμια της Χιλής την Αμφιάλη και το Κερατσίνι, κι εγώ ένιωθα να μεγαλώνω και να γίνομαι άνθρωπος στα "χέρια" του ποιητή.

"...και δεν είναι όνειρο τ'όνειρό μου
αλλά χώμα..
κοιμάμαι περιτριγυρισμένος από άπλετη άργιλο..."

"..Τραγούδι του αρσενικού και του θυληκού
καρπός των αιώνων
που ζουλάει το χυμό του
μέσα στις φλέβες μου...
...με δέχεσαι όπως ο άνεμος το ιστίο
σε δέχομαι όπως το αυλάκι τη σπορά
...Ξέσκισέ με σαν ένα σπαθί
η άγγιξέ με σαν μια κεραία!

Αγιάτρευτος ρομαντικός ο Νερούντα -όπως όλοι οι ποιητές- πέρασε αμέτρητα χρόνια μακριά από την πατρίδα του, αφου έμεινε σαν κομμουνιστής στην εξορία για πολύ μεγάλες περιόδους της ζωής του. Αμέτρητα βράδια μακρια απο αγαπημένα μέρη και πιο πολύ από αγαπημένα πρόσωπα. Μόνος όμως δεν ένιωσε. Δεν τον άφησε η ποίηση να νιώσει έτσι, είτε στην ερωτική είτε στην κοινωνική της μορφή.

....Δεν γράφω για να με δηλητηριάσουν άλλα βιβλία.
Γράφω για το λαό μ'όλο που ξέρω
πώς δεν μπορεί να διαβάσει την ποίησή μου
με τα χωριάτικα μάτια του
Θάρθει στιγμή όπου ένας στίχος
ο αέρας που αναστατώνει τη ζωή μου
θα φτάσει ως τ'αυτιά του...
Και θα πουν ίσως :"Ηταν ένας σύντροφος"
Φτάνει αυτό-αυτό ειναι το στεφάνι που λαχταράω.

Το 1971 -άρρωστος τότε από καρκίνο-κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δυο χρόνια αργότερα ζώντας για λίγο το σοσιαλιστικό όνειρο με τον φίλο του  πρόεδρο της Χιλής Σαλβατόρ Αλιέντε,
ο Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο -κατα κόσμον Πάμπλο Νερούντα πέθανε, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλιέντε απο τον φασίστα Πινοσέτ. Πέρασε για πάντα στη χώρα των αγγέλων και της παγκόσμιας συλλογικής μνήμης για να μην ξεχαστεί ίσως ποτέ. Όσο τουλάχιστον υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμβιβάζονται με το λίγο. Άνθρωποι που τολμούν ν'ανοίγουν φτερά για τις γειτονιές του ανέφικτου και των μεγάλων ονείρων. Όσο υπάρχουν άνθρωποι , που γυρίζουν το πρόσωπο για να το χτυπήσει το βοριαδάκι της αληθινής Τέχνης, σε μιά εποχή που η περιπέτεια της σκέψης βασανίζεται άγρια στα τηλεοπτικά ξερονήσια του παγκοσμιοποιημένου χωριού μας.

Y.Γ.Στη φωτο ο Πάμπλο Νερούντα με τον Σαλβατόρ Αλιέντε