Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tίτος Πατρίκιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tίτος Πατρίκιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Τίτος Πατρίκιος :Τελική νίκη -Ησυχασμένες απαντήσεις -Απονομή δικαιοσύνης




Ησυχασμένες απαντήσεις 


Οι έτοιμες, ησυχασμένες απαντήσεις
δε γίνεται πια να με χορτάσουν
όπως δεν επαρκούνε σε μια πόρνη
οι ταχτικοί, αξιοπρεπέστατοι πελάτες της.


Τελική νίκη 

Έφερε βιαστικά το χέρι του στο πρόσωπο
μα μόλις τα δάχτυλά του άγγιξαν τη φτυσιά
σταμάτησε. Δε θέλησε να τη σκουπίσει.
Την έσπρωξε πιο βαθιά, ώσπου να φάει τις σάρκες, τη γλώσσα.

Από την τρύπα που άνοιξε, ανάσανε
μ’ έναν καινούργιο τρόπο.
Κι υψώνοντας λιγάκι το κορμί του συνέχισε το δρόμο του.

Απονομή δικαιοσύνης 

Όταν οι άνθρωποι δεν αμφιβάλλουν για το δίκιο τους
πόσο μπορούνε ν’ αδικούνε…
Όπως τυφλοί
τυφλούς.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Τίτος Πατρίκιος: Μέρες, Δυο άνθρωποι, Ρόδα αειθαλή

ΜΕΡΕΣ

Μέρες του στρατιωτικού μου βίου
το σκουριασμένο συρματόπλεγμά σας
τρυπάει τα λόγια μου μ' εναλλασσόμενες λεπτομέρειες
χαώδη οικήματα, βαγόνια με φαντάρους
φανταστικές τοποθεσίες σπιτιών και συναντήσεων
θάλασσα κοντινή κι απρόσιτη, άμμο καυτή μέσα στα 
νύχια...
Μέρες βασανισμένες από πρόσωπα κι ιδέες
μέρες κυνηγημένες από μεγάφωνα και προσταγές
μέρες ομαδικών κι ατομικών στερήσεων
έπειτα μόνο ατομικών, σκόπιμων και μελετημένων,
κι έπειτα μέρες με την πικρή απόλαυση στερήσεων
που μόνος μου επέβαλα κι ανοίγαν μια περιοχή 
ελευθερίας...
Μέρες που ήθελα να κλάψω και δεν έπρεπε
μέρες που θά 'πρεπε και δεν μπορούσα
μέρες προσταγμένες μια-μια σε πειθαρχεία
σε προθαλάμους νοσοκομείων, κάτω από αντίσκηνα
 πάνω στη λάσπη, μέρες της απειλής και της νύχτας,
ανέκκλητες, χωρίς αύριο, διεκδικώντας το τέλος μου,
χωρίς τέλος...
Γυμνές μέρες της Κόρινθος
μέρες της Τρίπολης με τρελές ελπίδες
εικοσιτετράωρο της Αθήνας βουβό χωρίς απόκριση
μέρα του Λαυρίου οριστική, μέρες της Μακρόνησος
πολλαπλασιασμένες στο άπειρο, καρκίνοι της πέτρας,
που έπρεπε να σας ζω χίλιες φορές και τα μεσάνυχτα
να σας ξεκολλάω από το κορμί μου μ' ένα κομμάτι
σάρκας...
Μέρες δικές μου τελικά που επανέρχεστε αντίδρομα στο 
χρόνο
και τώρα με βλέπετε αλλιώτικο
με το σιδερωμένο μου πουκάμισο, με τη γραβάτα μου,
μη μ' αντικρίζετε ψυχρά, μη νομίζετε πως άλλαξα,
μα δεν μπορώ ούτε σε σας όλα να τα εξηγήσω.
Αγκαλιάστε με και φιλήστε με ακόμα κι έτσι-
τα τραχιά, σκαμμένα μάγουλά σας
πρέπει να καταλάβουν. 
Μάρτης 1956

Δυο άνθρωποι

Αν είδες ποτέ στη μέση του δρόμου
δυο ανθρώπους να τους πηγαίνουν με χειροπέδες
δεν αποκλείεται ο ένας να είμουν εγώ
που με ξαναστέλναν εξορία.

Και κείνο το πρωί είχα και σένα
τόσα όνειρα
για τη δουλειά που θα ‘βρισκα,
για έναν περίπατο στα φώτα και την άσφαλτο,
για λίγο ήλιο...
Και κείνος
που ξαφνικά τα σίδερα τον δέσαν στο κορμί μου
είχε και κείνος χαραγμένα τα όνειρά του
στο αυστηρό του πρόσωπο.
(Τον πήρανε χαράματα στις έξη από τη γυναίκα του).

'Οταν βλέπεις στο δρόμο δυο ανθρώπους
με χειροπέδες
μη νομίσεις τίποτα περισσότερο
μη νομίσεις τίποτα λιγότερο.

Δυο άνθρωποι.
Σαν και σένα.


ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Τ.Πατρίκιος: Προσχέδια για τη Μακρόνησο, Βορεινή πύλη, Τα κοιτάσματα του χρόνου, Ίσως ένα ποτάμι


 Τα κοιτάσματα του χρόνου

VI
Ακόμα και αυτά που παρασιωπούμε
δε θα τα εγκαταλείψουμε
όσα και να περάσουν χρόνια,
τα πράγματα που δε χάθηκαν
ξαναζούνε μέσα μας
ανοίγουν καινούριους κύκλους μέρας
μπαίνει ανεξέλεγκτος ο ήλιος  
δε συμβιβάζεται με τους πεθαμένους
δε χαρίζεται στους ζωντανούς.

Πρέπει να βρούμε ξανά το γέλιο μας
να βρούμε την αποξεχασμένη πράξη μας
να βρούμε τις λέξεις που τις μνημονεύουν
να βρούμε τη φωνή μας
γιατί η αλήθεια θέλει την πράξη μας για να υπάρξει
θέλει τη λέξη μας για να μη σβηστεί
θέλει τη φωνή μας για ν' ακουστεί ως πέρα.

Ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του χρόνο
έχει το βάδισμα, έχει τη δική του στάση
φυλάει καθένας σ' ένα συρτάρι σιωπής
ένα απολίθωμα απ' το χρόνο του 
κάποιοι γεμίζουν ολόκληρες βιτρίνες
για μια γιορτή που καθυστερεί
μερικοί φτιάχνουν την προτομή τους
πιστεύοντας πως θα κρατήσει.
Καθένας μας κρατάει ένα σβόλο χρόνου
που τρίβεται συνεχώς, σκορπίζει σαν αμμόλιθος.
Ακουμπάω το χέρι μου στη γη
και νιώθω στα κατάβαθα
τ' ανεξάντλητα κοιτάσματα του χρόνου.



Βορεινή πύλη

'Ισως από την πρώτη μέρα να μην το 'ξερες
πως η θητεία τούτη δε θα τέλειωνε ποτέ.
Το δέχτηκες, όταν στα μαύρα χρόνια απάνω,
φάνηκε καθαρά πως άλλα, πιο μαύρα, θα σωριάζονταν.
Αυτό το ελάχιστο φλούδι της ζωής σου που συνεχώς μεταβαλόταν
ανάμεσα σ' εξωτερικές πιέσεις κι αντίδραση προσωπική,
είχε αποχτήσει πια κάποια συνείδηση, και διάλεγε.
'Ετσι κι αν άλλαζες τοποθεσίες, περιβολή και ιδιότητες,
κι αν γύρναγε ασταμάτητα ο τροχός προσώπων που βουλιάζαν
σε σκιές, σκιών που λευτερώνονταν σε πρόσωπα,
πάντα σε κάποια πύλη βορεινή ξαγρύπναγες σκοπός
ενάντια στο θάνατο με τ' όρθιο τρίχωμα που ορμούσε απ' έξω
στον άθλιο θάνατο που ξεπετιόταν από μέσα μας
στο θάνατο τον πιο πικρό που λούφαζε στις καρδιές κάποιων
συντρόφων,
εκεί και συ ένας φαντάρος όμοιος με τους άλλους. Μόνο
που αντί για κάνα ξεροκόμματο, άλεθες μες στα δόντια
σκόρπιους στίχους, μην τύχει και λίγο ξεχαστείς
μην τύχει μια στιγμή και σε νικήσει ο φόβος, η κούραση, ο ύπνος,
μέσα στις ανελέητες ώρες της νυχτερινής σου βάρδιας.


Προσχέδια για τη Μακρόνησο

ΙΙΙ
Πηχτά σκουλήκια των στρατιωτικών αποχωρητήριων
από τους βόθρους γιγάντια ποντίκια
όλη τη νύχτα σκάβουν την κουραμάνα τους γυλιούς
γλυστρούν πάνω στα πρόσωπα
το φαγωμένο πρόσωπο μιας γάτας.
Κουρνιάζει σαν κοράκι η μέρα στο βουνό
και πέφτει η νύχτα που οι φαντάροι αυνανίζονται
νύχτα με τα περίπολα τα κινητά ουραία.
Πίσω απ' τα αποχωρητήρια
δυο ασελγούσαν μες στο φεγγαρόφωτο
ο ένας είχε γυναίκα και παιδιά.
Κι ένας Σκαρβέλας
χώνοντας τη σάπια μούρη του στον ύπνο μου
να δει αν τραγουδάω.

ΙV
Κυλιόνταν στους λασπόδρομους οι μεθυσμένοι
ο γερο-αντάρτης τραγουδούσε μες σε λυγμούς και σάλια
"Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα"
ώσπου τον έπιασαν οι αλφαμίτες.
Ο Σοφιανός σερνόταν δίπλα μου
βρωμοκοπώντας ούζο φωνάζοντας στον άδειο θάλαμο
"Εγώ είμαι χαφιές έγινα χαφιές
για μια σαρανταοχτάωρη άδεια
διώξε με από κοντά σου, διώξε με".
Κ' εγώ τον κράταγα απ' το κούτελο
για να ξεράσει.

V
'Ετσι έμαθα πόσο βαρειά είναι η άμμος
πόσο σκληρή είναι η πέτρα που δε σπάει
πως ξερριζώνονται τα σκοίνα κ' οι αφάνες.
Η άμμος έμεινε για πάντα μες στο στόμα μου
η πέτρα για πάντα στην καρδιά μου
τ' αγκάθια μείναν για πάντα καρφωμένα μες στα νύχια μου





'Ισως ένα ποτάμι
Μ' άρπαξε από τ' αμπέχωνο πάνω στα πυρωμένα βράχια.
"Τα ποτάμια στέρεψαν" μου φώναξε "στέρεψαν οι πηγές.
Ακόμα κ' οι αγέρηδες χάσανε το δρόμο".
Την άλλη μέρα μου ψιθύρισε στην αγγαρεία:
"'Ισως υπάρχει πάντα μες στα χέρια μας ένα ποτάμι".
Είταν η εποχή της πέτρας και της δίψας.
Πολλοί τρελλαίνονταν. Πολλοί προδίνανε τη μάνα τους
για μια γουλιά νερό. 'Οταν τον πήρανε
πρόφτασε να μου πει: "Οι αγέρηδες χάνουνε το δρόμο
όταν αφήνουμε το δρόμο μας να χορταριάζει,
ν' αποκοιμιέται στο πλευρό των χωραφιών".
'Επειτα ήρθαν κι άλλες νύχτες κυκλωμένες θάλασσα
οι ξιφολόγχες χώριζαν τον ύπνο μας στα τέσσερα, στα δέκα.
Αργότερα πολύ έμαθα πως αυτός, ο τόσο αδύνατος,
είχε κρατήσει ως το τέλος.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Τίτος Πατρίκιος-'Όταν μιλούν" και πέντε ακόμη ποιήματα





Όταν μιλούν στα καφενεία
για έρωτα κι ελευθερία και τέτοια
πως να τους πεις για τον ερειπωμένο έρωτα
που αντιστέκεται ακόμα και στην απομόνωση,
για τη δικαιοσύνη που φτιάχνεται στο χάος
χιλιάδων προσβολών και παραβάσεων,
πως να τους πεις για λευτεριά που μοναχά κερδίζεται
μεσα απ' το βάθος των αποπνικτικών δεσμωτηρίων

Αφανές μνημείο

Το χαράκωμα χορτάριασε, έγινε κοπρώνας.
Πάνω απ' τους νεκρούς μας
εκεί που πέσανε οι πιο γενναίοι
είναι ένα στρώμα τώρα από σκουπίδια,
σπέρματα από αυνανισμούς κι ασέλγειες.
Σαν αφανές μνημείο
που σκέπασε τα καλύτερά μας χρόνια.

Το πρόβλημα με τις αντωνυμίες

Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ
λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ
λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ.
Στην ουσία μόνο με το εγώ
μπορούμε να εννοήσουμε
κάποιον άλλο.

Ανοιχτά σύνορα

Θυμάσαι είχαμε κάνει την ίδια υπογράμμιση
στο ίδιο βιβλίο του Μαρξ...

Δεν υπάρχουν για μας μακρινοί περίπατοι
σε δρόμους ολόσκεπους με δέντρα
το πολύ στα κράσπεδα σκονισμένες πικροδάφνες.
Στις άδειες τσέπες μας δεν κουδουνάνε αστέρια
μόνο ένα κουτί τα πιο φτηνά τσιγάρα
και ρέστα από χιλιάρικο.
Το μέτρησαν επιτέλους οι ξένες αποστολές
το γράψαν οι εφημερίδες με ημίμαυρα
το αγνοούν οι Πολιτικές Επιστήμες του Πανεπιστήμιου:
στον τόπο μας
έχουμε κατά κεφαλήν
ογδόντα δολάρια εισόδημα το χρόνο.

Ακρόπολη
αρχαία μάρμαρα που με κοιτάτε
ποιοι πέρασαν
ποιοι πολέμησαν
ποιοι χάραξαν τ' όνομά τους
ποιοι μείναν άγνωστοι για πάντα
είμαι κι εγώ ένας απ' αυτούς.
Πατάω το ίδιο χώμα
με τα θαμμένα παράνομα βιβλία
και τ' αυτόματα που αρπάξαμε από τον εχθρό
στην ίδια πόλη ζω
που απλώνει πέρα από σύνορα και χρόνο.
Και γίνονται όλα ένα
τ' ανόμοια και τα μακρινά.

Ε, σεις πολιτείες που βρίσκεστε κοντά μου
σας μιλάω εγώ απ' την Αθήνα
στεφανωμένος από ένα γέρικο ουρανό
που βαρέθηκε να 'ναι γαλάζιος
τον Κόκκινο πρωινό ουρανό ολωνών μας.
Μιλάω σε σένα Παρίσι
με τις παλιές σου καρμανιόλες, λιθόστρωτο
πλυμένο απ' τη βροχή, το αίμα,
τις βρισιές των κομμουνάρων,
Παρίσι δίχως Σηκουάνα γι' αυτοκτονίες.
Σε σένα Άγια Πετρούπολη
με τα παρμένα Χειμερινά Ανάκτορα
που γδύθηκες τ' όνομά σου
για να φορέσεις την απλή στολή του Λένιν.
Μιλάω σε σένα Μαδρίτη
κάρβουνα σαν και μας
καρφωμένη απ' τις μαυριτάνικες λόγχες,
Μαδρίτη αγαπημένη, οδόφραγμα δικό μας.

Πέφτοντας κάπου μα πάντα νικώντας.
Το εμβατήριο.

Γενάρης 1950

Οφειλή

Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ’ έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ’ τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.



Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Τίτος Πατρίκιος - Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις



Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρείς τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ο,τι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα