Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Νικηφόρος Βρεττάκος- Εξοδος και 3 ακόμη ποιήματα



Να τους το πούμε να το καταλάβουνε


Να τους το πούμε να το καταλάβουνε:
Πως δε χαμηλώνει ο Ολυμπος. Πως δεν αλλάζει ο ήλιος.
πως δεν αλλάζουνε τα χρώματα ποτέ “σ’ αυτή τη χώρα”
Και πως δεν κόπηκε ποτέ στη μέση το τραγούδι:
Τ’ αφήνει ο γέρος του Μωριά, το ξαναπιάνει ο Αρης!
Τ’ αφήνουν τα κλεφτόπουλα, το παίρνουν οι Ελασίτες!
Το παίρνουν τα ψηλά βουνά, το σέρνουν τα ποτάμια,
Τ’ αφρολογούν οι θάλασσες, καίγονται τα λημέρια


Έξοδος
Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου
κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελο της.
Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή,
τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα
και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση
όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.
Την οδηγώ σαν ένα ελάφι κάθε που διψά
μπρος στον τρεχούμενο, λαμπρό μαστό της αιωνιότητας,
ανανεώνει το αίμα, φως μέσα της κ’ επιστρέφει
στη ζωή πάλι, μ’ έναν
καινούργιο τόνο αθανασίας στο χαμόγελο της.




Οι μικροί γαλαξίες
Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ,
δε λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ’ τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα, μες από σένα,
κάτω απ’ τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μας
μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κάτω απ’ τη θέα τους -
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα
δίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,
στο στήθος, στο μέτωπο.
Τ’ άστρα το βλέπουνε, ότι:
δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον
κατοικούμε τη γη.


Το λυπημένο τραγούδι της νιότης μου

Είμαι κι εγώ
μια μικρή λεπτομέρεια
μέσα στην τραγική
ιστορία του σύμπαντος.
Τα κύτταρά μου διεχώρισα
σε άπειρα πολλοστημόρια
για να τ’ αγαπήσω όλα
όσα κινούνται στη γη,
όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονται
κι όσα στ’ αχανή μού διαφεύγουν.
Μα δε βρέθηκε τίποτε
μέσα στ’ άπειρα πλάσματα
μιαν αχτίδα τού ήλιου
να μου βάλει στο μέτωπο.
Χάνομαι τόσο νωρίς
στη γλαυκή απεραντοσύνη
γιατί δε μ’ αγάπησε τίποτε.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Νικηφόρος Βρεττάκος: Μεγαλυνάρι, Ολονυχτία, Πικραμένος αναχωρητής και 4 ακόμη ποιήματα



Χορικό

Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει.
Υπάρχουνε βάθη που δεν τ’ ανιχνεύει
ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη.
Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε λένε.
Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες
Να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται
Του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή,
αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωναν όλα
τα δέντρα του κόσμου


Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα 

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγo ψωμί,
μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ό,τι έμεινε απ’ τον ήλιο
να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.
Την πράσινή σου φορεσιά να την φορέσεις την Λαμπρή!
Θα τρέξουν μ’ άνθη τα παιδιά. Θα βγουν τα περιστέρια,
κ’ η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη!
Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις
Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου!
Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ’ ακούς;… Να ΄ρθείς!




Γράμμα στον άνθρωπο της πατρίδας μου

…Μην με μαρτυρήσεις!
Και προπαντός να μην του πεις πως μ’ εγκατέλειψεν η ελπίδα!
Καθώς κοιτάς τον Ταΰγετο, σημείωσε τα φαράγγια
που πέρασα. Και τις κορφές που πάτησα. Και τα άστρα
που είδα. Πες τους από μένα, πες τους από τα δακρυά μου,
ότι επιμένω ακόμη πως ο κόσμος
είναι όμορφος!




Ολονυχτία

Δεν με κατάλαβες όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω το παράθυρο
πάλευα -όλη τη νύχτα.
Ο αέρας επέμενε...
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δυο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα...
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο ...


Το βάθος της καρδιάς

Δε θ’ άρχιζε μήτε θα τέλειωνε τ’ άπειρο
χωρίς την καρδιά μου. Τότε, δε θάχε
που να ρίξει τους ήχους του. Δε θάχε στέρνα.
Δε θάχε δίχτυ να κρατήσει τ’ αστέρια του.
Είναι η καρδιά μου ένα αντηχείο εκεί
που τελειώνει η άβυσσο – σαν ένας ήλιος
κούφιος, σκαμμένος – σαν μια
χοάνη στο βάθος.
Είναι το μεγαλύτερο κόκκινο
σπήλαιο του σύμπαντος.


Μεγαλυναρι

Τ'όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι
Τ'όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ'όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ'όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα
στην πρώτη του Μάη.

Τ'όνομά σου : ρινίσματα ήλιου
Τ'όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ'όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ'όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο 
στηρίζει τις άκρες του.

Τ'όνομά σου : διπλωμένο στα πόδια μου
Τ'όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα
Τ'όνομά σου : γραφή του απογεύματος
Τ'όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο
 σε μιαν άμπωτη ήλιου.

Τ'όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ'όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ' όνομα σου: λυχνάρι που γλυκαίνει τον ύπνο του.
Τ'όνομά σου: φωτιά που χορεύει στο τζάκι του
σαν μια δέσμη γαρύφαλλα

Τ'όνομά σου : ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι
Τ'όνομά σου : μουρμούρισμα  δύο ρυακιών μεταξύ τους
Τ'όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ'όνομα σου : ανάλυση του ήλιου στις φλούδες 
των φρούτων σε χρώματα.

Τ'όνομά σου : ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους  το μάγουλο
Τ'όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων
Τ'όνομά σου : του σύμπαντος διάφανο απόνυχτο
Τ'όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν
 την Πούλια μεσούρανα

Τ'όνομά σου : ελιά βασιλεύουσα.
Τ'όνομά σου : χαρμόσυνο βουητό στην Ιθάκη.
Τ'όνομά σου : τρεις κρίνοι στην κορυφή του Ταύγετου.
Τ'όνομά σου : αντιφέγγισμα ρόδων στο πρόσωπο
της Παναγίας Εργάνης

Τ'όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ'όνομά σου : πεδιάδα που φέρνει στο σπίτι μας
Τ'όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων  την άνοιξη.
Τ'όνομά σου : ένας αίνος που παίζει στο φώς
τ' ανοιγμένα παράθυρα.

Τ'όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ'όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ'όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ'όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη 
της γης που περίσσεψε

Τ'όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.

Τ'όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ


Πικραμένος αναχωρητής 

Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι
να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα
του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,
ν' απλώσω εκεί την πίκρα μου, να λυώσει όπως το χιόνι.

Μην πιάνεσαι απ' τους ώμους μου και στριφογυρίζεις
άνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αυγερινέ μου!

Φέξε το ποροφάραγκο! Βοήθα ν' ανηφορήσω!
Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!
Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες!
Κι ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο!

Μη με ρωτάς καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!
Ρίχτε στο δρόμο συννεφιά να μη γυρίσω πίσω!
Κοιτάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα,
ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου. Κι αποφάσισα,
να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών!

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος


"Τὸ ελπίζει ο Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητών
δὲν θὰ πάψει νὰ υπάρχει ποτὲς ο παράδεισος."


Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στις Κροκεές Λακωνίας την 1η Ιανουαρίου 1912. Εζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πλούμιτσα, κοντά στον Ταΰγετο, και τα μαθητικά του στις Κροκεές και το Γύθειο. Νέος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για σπουδές που δεν πραγματοποίησε και άσκησε διάφορα επαγγέλματα ως ιδιωτικός υπάλληλος (1930-1938) και έπειτα ως δημόσιος υπάλληλος (1938-1947) και ως φιλολογικός συντάκτης περιοδικών και εφημερίδων. Πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 και στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και από το 1942 και του ΚΚΕ.

Το 1946 κι ενώ έχει προσληφθεί ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών Πειραιά υπογράφει τη διαμαρτυρία των Ελλήνων λογοτεχνών «Προς τη Δ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και τη Διεθνή Κοινή Γνώμη: Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την Δημοσίαν Τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας». Από το 1946 ως το 1949 εργάστηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα».

Το 1954 η γυναίκα του απολύθηκε από τη θέση της στον ΟΛΠ λόγω των πολιτικών της φρονημάτων. Ο ίδιος εκλέγεται στο Δήμο Πειραιά (1955 - 1959) και συμβάλλει στην πολιτιστική αναβάθμιση της πόλης. Το 1957 ταξιδεύει στη Σοβιετική Ενωση μαζί με τους Στρατή Μυριβήλη κ.ά., στα πλαίσια της Παγκόσμιας Συνάντησης Δημοκρατικής Νεολαίας, προσκεκλημένος των σπουδαστών της Μόσχας.

Το βιβλίο «Ο ένας από τους δύο κόσμους», που κυκλοφορεί το 1958 μετά το ταξίδι του στην ΕΣΣΔ, σε μια Ελλάδα αιχμάλωτη της δοσίλογης ολιγαρχίας και των ξένων συνεργατών της, γίνεται αφορμή να κατηγορηθεί ο Ν. Βρεττάκος (μαζί με τους Γιάννη Ρίτσο και Μάρκο Αυγέρη) για παράβαση του Ν.509, νόμο με τον οποίο φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν και εκτελέστηκαν χιλιάδες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές.

Στην τρίτη και ωριμότερη περίοδο της δημιουργίας του, ο Ν. Βρεττάκος επιχείρησε μια εξισορρόπηση των λυρικών και δραματικών στοιχείων στην υπηρεσία του ηθικού και κοινωνικού προβληματισμού του, όπως το συγκλονιστικό «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ» που έγραψε το 1954.

Μετά το πραξικόπημα του 1967 ο Βρεττάκος αυτοεξορίστηκε στην Ευρώπη, συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε φεστιβάλ ποίησης, τιμήθηκε από τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, και επεξεργάστηκε το αυτοβιογραφικό κείμενο «Οδύνη» που εκδόθηκε το 1969 στη Νέα Υόρκη. Στην Ελλάδα επέστρεψε με την πτώση της χούντας, το 1974.

Ο ποιητικός κόσμος του είναι ένα διαυγές σύμπαν όπου συνδυάζεται η αριστουργηματική χρήση της γλώσσας με τη βαθύτερη φιλοσοφική ανησυχία και την αναζήτηση του τόσο αναγκαίου στους άγριους καιρούς μας ανθρωπισμού.

Ο ποιητής άφησε την τελευταία του πνοή στην αγαπημένη του Πλούμιτσα στις 4 Αυγούστου 1991.
(το βιογραφικό σημείωμα από το Ριζοσπάστη)






Ο πράσινος κήπος

Έχω τρεις κόσμους. Μιὰ θάλασσα, έναν
ουρανόν κι έναν πράσινο κήπο: τὰ μάτια σου.
Θὰ μπορούσα αν τοὺς διάβαινα καὶ τοὺς τρεις, νὰ σάς έλεγα
πού φτάνει ὁ καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ὁ ουρανός, υποψιάζομαι. Γιὰ τὸν πράσινο κῆπο μου,
μὴ μὲ ρωτήσετε.



Ο άνθρωπος, ο κόσμος και ηποίηση


Ανάσκαψα όλη τη γη νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν έρημο· ήξερα
πὼς δίχως τὸν άνθρωπο δὲν είναι πλήρες
τοῦ ήλιου τὸ φῶς. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς απὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορώ
ν᾿ αρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ένα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω

σ᾿ ευθείες τὸ φως.


Ένας μικρότερος κόσμος

Αναζητώ μίαν ακτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ή καλάμια ένα μέρος
τοῦ ορίζοντα. Συμμαζεύοντας το άπειρο, νάχω
τὴν αίσθηση: ή πὼς δὲν υπάρχουνε μηχανὲς
ή πὼς υπάρχουνε πολὺ λίγες· ή πὼς δὲν υπάρχουν στρατιώτες
ή πὼς υπάρχουνε πολὺ λίγοι· ή πὼς δὲν υπάρχουνε όπλα
ή πὼς υπάρχουνε πολὺ λίγα, στραμμένα κι αυτὰ πρὸς τὴν έξοδο
τῶν δασών μὲ τοὺς λύκους· ή πὼς δὲν ὑπάρχουνε έμποροι
ή πὼς υπάρχουνε πολὺ λίγοι σε απόκεντρα
σημεία τῆς γης όπου ἀκόμη δὲν έγιναν αμαξωτοὶ δρόμοι.
Τὸ ελπίζει ὁ Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητών
δὲν θὰ πάψει νὰ υπάρχει ποτὲς ο παράδεισος.

Η Ελληνική γλώσσα

Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα
ρυακάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα τους
μιλήσω ελληνικά, επειδή
δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε
μεταξύ τους με μουσική.

Αν δεν μου ‘δινες ποίηση Κύριε

Αν δε μου ‘δινες ποίηση, Κύριε,
δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δε θα ‘ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημος μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.

Λοιπόν πως σου φαίνονται ; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε ; Είδες τ’ αμπέλια μου ;
Είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου ;
Κι έχω ακόμη καιρό !
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι’ ο κλήρος μου μεγαλώνει.
Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται.

Όμως
δεν ξοδεύω τον ήλιο μου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ότι μου δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι την ερημιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.
Γιατί θα ‘ρθει το βράδι μου. Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι
το βράδι μου, Κύριε, και πρέπει
να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.



Ειρήνη είναι όταν …

Ειρήνη, λοιπόν,
είναι ότι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση
και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη
είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε
όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή
γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος
ψυχή μες στον άνθρωπο.
(Απόσπασμα από το " Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου")

Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα, στους αιώνες των αιώνων,
ένα κήπο να περπατάς,ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μην σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς - στους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ' οραμά σου πάνω σ' όλους τους λόφους,
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα,
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει,
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών μου το νερό - στους αιώνες των αιώνων.

Επιστροφή στο βουνό

Δε θα ξανάρθω πια κοντά σου
να μην ακούσεις το ποτάμι
που μες στο στήθος μου κυλά.
Αν δεις τον ήλιο να σου γνέφει
τον έσπερο να σε ρωτά,
βάλε τα σπάρτα τα μαλλιά σου
τις μυγδαλιές στην αγκαλιά σου
κι' έβγα νυφούλα στα βουνά

Έβγα νυφούλα στα βουνά.
κι' αν σε ρωτήσουνε τ' αλάφιά,
αν σε ρωτήσουν τα πουλιά,
πες τους: θα βγω με το φεγγάρι,
με τρεις αγγέλους συντροφιά!
Διπλό γαρύφαλλο στ' αφτί μου,
η μάνα μου και τ' άλογό μου,
ο Ιησούς Χριστός κ' εφτά παιδιά!


Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' ονομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους
και τις πολιτείς μας
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
Έχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε,
κ' έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε
σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο
-έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ' είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ' έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Tο πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείκτες του ρολογιού που κατεβαίνουνε
απ' τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνιτά της Ευρώπης!
’ναψες κάτω απ' το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο...
Kαρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο, και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον άνθρωπο!



Γράμμα

Δεν έχω ένα φύλλο απ’ τα παλιά πράσινα δένδρα.

Σου γράφω τη λύπη μου σ’ αυτό το χαρτί.
τόσο ελαφριά που να στη φέρει ο άνεμος,
τόσο καλή και τρυφερή που να μη παραξενευτεί ο ήλιος,
ευγενική σαν τη σιωπή που περπατεί στο χορτάρι
τη νύχτα, απλή και καθαρή σαν το νεράκι που τρέχει
και δε μαντεύεις πως το γέννησε η χτεσινή καταιγίδα.

Πολλοί σκοτώθηκαν. Πολλοί ζούμε. Όλοι μας είμαστε
λαβωμένοι. Είναι βαρύς από τον πόνο μας ο κόσμος.

Με τη σιωπή της θάλασσας θα λάβεις τη λύπη μου.
Σου στέλνω αυτό το αιώνιο μου Μη με λησμόνει !
Είναι ένα φως διπλωμένο ανάμεσα σ’ ένα μικρό συννεφάκι.
Σου στέλνω αυτό το αρνάκι, μια κ’ είσαι κοντά στο θεό,
να τ’ οδηγήσεις σ’ ένα πράσινο κήπο του.

Σου στέλνω αυτό το βρέφος με το τσακισμένο ποδαράκι.
Ανέβασέ το στο παράθυρο με τον αυγερινό,
κοντά στον κόσμο, κοντά στο όνειρο,
κοντά στην καλοσύνη σου, που είναι ζεστή σα μια ανάσα μητέρας,
κοντά στο τζάκι που ονειρεύεσαι με το χέρι στο μέτωπο
την ευτυχία του πεινασμένου, του στρατιώτη, του άρρωστου.
Βάλτο κοντά στην πράσινη σημαία. Κοντά στο κόκκινο
άλογο. Στη μητέρα σου πλάι, που τριγυρισμένη
απ’ του Γενάρη τους σπουργίτες, γνέθει την ελπίδα.
Βάλτο κοντά στο στεναγμό της φιλίας. Κοντά – κοντά.
Βάλτο να κάτσει, κι άνοιχτου σαν ένα γέλιο το παράθυρο
να ιδεί τον κόσμο.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος -Ύπνος



Πάνω στο λόφο σού ‘στρωσα πευκοβελόνες
κι έριξα πάνω τους αχτίδες ήλιου κι από πάνω
σου ‘στρωσα ένα χαμόγελο να μην κόβεται το κορμί σου.

Κι είπα στο χρόνο να μη σε ξυπνήσει.
Ή, πιο καλά, να σε ξυπνήσει όσο μπορούσε αργότερα,
γιατί πολλές φορές τα πράγματα γίνονται μια φορά
κι ας είναι οι μέρες όλες ίδιες και ο ήλιος αιώνιος.

Νικηφόρος Βρεττάκος