Τοῦ θηρίου
Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια
Θὰ σοῦ φτιάξω ἕνα ξύλινο σπίτι
Θὰ σοῦ δώσω ἕνα λαγήνι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἕνα κοντάρι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἄλλο αἷμα νὰ παίζεις.
Θὰ σὲ φέρω σ᾿ ἄλλα λιμάνια
Νὰ δεῖς τὰ βαπόρια πῶς τρῶνε τὶς ἄγκυρες
Πῶς σπάζουν στὰ δυὸ τὰ κατάρτια
Κι οἱ σημαῖες ξάφνου νὰ βάφονται μαῦρες.
Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ ἴδιο κορίτσι
Νὰ τρέμει δεμένο στὸ σκοτάδι τὸ βράδυ
Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σπασμένο μπαλκόνι
Καὶ τὸ σκύλο οὐρανὸ
Ποὺ βαστοῦσε τὴ βροχὴ στὸ πηγάδι.
Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τοὺς ἴδιους στρατιῶτες
Αὐτὸν ποὺ χάθηκε πᾶν τρία χρόνια
Μὲ τὴν τρύπα πάνω ἀπ᾿ τὸ μάτι
Κι αὐτὸν ποὺ χτυποῦσε τὶς νύχτες τὶς πόρτες
Μὲ κομμένο τὸ χέρι.
Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σάπιο Μῆλο
Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια.
ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
Εἶναι πουλιὰ
ποῦ δὲν πετᾶνε
εἶναι πουλιὰ
θαμμένα
μέσ᾿ σὲ κουτιά
Εἶναι δωμάτια
καὶ εἶναι λέξεις
ποὺ σκίζουνε τὸ κεφάλι
σὰν καρφιά
Εἶναι καρφιὰ
ποῦ δὲν πονᾶνε
εἶναι καρφιὰ
π᾿ ἀνακουφίζουν
Ὅταν χτυπήσουν
πάλι οἱ καμπάνες
θὰ πεταχτοῦμε
σὰν τὰ πουλιά
Δὲν εἶναι Οἰδίποδας
Ἕνας μεγάλος οὐρανὸς γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αἴθουσες δωρικὲς κολῶνες
τὰ πεινασμένα τὰ φαντάσματα
καθισμένα σὲ καρέκλες στὶς γωνιὲς
νὰ κλαῖνε
τὰ δωμάτια μὲ τὰ νεκρὰ πουλιὰ
ὁ Αἴγιστος τὸ δίχτυ Κώστας
ὁ Κώστας ψαρὰς πονεμένος
ἕνα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα ποὺ ἀνεμίζουνε
νεράντζια σπᾶνε τὰ τζάμια στὰ παράθυρα
καὶ μπαίνουν μέσα
ὁ Κώστας σκοτωμένος
ὁ Ὀρέστης σκοτωμένος
ὁ Ἀλέξης σκοτωμένος
σπᾶνε τὶς ἁλυσίδες στὰ παράθυρα
καὶ μπαίνουν μέσα
ὁ Κώστας Ὀρέστης Ἀλέξης
ἄλλοι γυρίζουνε στοὺς δρόμους ἀπὸ τὸ πανηγύρι
μὲ φῶτα μὲ σημαῖες μὲ δέντρα
φωνάζουν τὴ Μαρία νὰ κατέβει κάτω
φωνάζουν τὴ Μαρία νὰ κατέβει ἀπὸ τὸν Οὐρανό
τ᾿ ἄλογα τ᾿ Ἀχιλλέα πετοῦν στὸν οὐρανό
βολίδες συνοδεύουνε τὸ πέταμά τους
ὁ ἥλιος κατρακυλάει ἀπὸ λόφο σὲ λόφο
καὶ τὸ φεγγάρι εἶναι ἕνα πράσινο φανάρι
γεμάτο οἰνόπνευμα
τότε νυχτώνει σιωπὴ τοὺς δρόμους
καὶ βγαίνει τυφλός με τὸ μπαστούνι του
παιδιὰ τὸν ἀκλουθᾶνε στὶς μύτες τῶν ποδιῶν
δὲν εἶναι Οἰδίποδας
εἶναι Ἠλίας τῆς λαχαναγορᾶς
παίζει μίαν ἐξαντλητικὴ θανάσιμη φλογέρα
εἶναι νεκρὸς Ἠλίας τῆς λαχαναγορᾶς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014
Σάββατο 23 Μαρτίου 2013
ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΤΡΟ και 3 ακόμη ποιήματα-Μίλτος Σαχτούρης
ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΤΡΟ
Στον Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα
Όταν η νύχτα έμπαινε στην κάμαρά σου
άναβε το μαύρο άστρο
άναβε
ο ήλιος
πέφτανε
τα λέπια του όλα
λαμπερά
κι άναβε
η ρόδα η μαύρη
είχε δυο πικραμένα μαύρα χείλια
όλη τη νύχτα άναβε ο ήλιος
όλη τη νύχτα έκαιγε το μαύρο άστρο έκαιγε
και σε φιλούσε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
κι έκλαιγε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
και σε φιλούσεη μαύρη ρόδα γύριζε
η μαύρη ρόδα έτριζε
γύριζε γύρω γύρω τ’ άστρο το παλιό
το μαύρο τ’ άστρο το απελπισμένο
ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
Από δω θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου
τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα
Δεν είμαι δέντρο…
ΔΕΝ είμαι δέντρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στο αίμα μου
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στα κόκαλά μου
κάποτε μέσα στο όνειρο έσφαξα μια κοπέλα
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα πανί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι
Είχα έρωτες
Είχα έρωτες
είχα μάχες
και παραφύλαξα στις γωνιές
τα νύχια μου μεγάλωσαν
τα χείλια μου πρήστηκαν
το πρόσωπο μου μαύρισε
δεν είμαι δέντρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
Τ’ αδέρφια μου
Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα στον ουρανό
και να ο μεγαλύτερος
με μια ανοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
που χάθηκε μέσα σε σπηλιές θεόστραβες
καθώς κυλούσε παίζοντας
πάνω σε ανεμώνες κόκκινες
γλίστρησε
μεσ’ του θηρίου τ’ άγριου το ματωμένο στόμα
ύστερα ο άλλος μου αδερφός που κάηκε
πουλούσε κίτρινα βεγγαλικά
πουλούσε κι άναβε κίτρινα βεγγαλικά
– Όταν ανάβουμε – έλεγε – φωτιά
θα διώξουμε από τους κήπους τα φαντάσματα
θα πάψουν να μολύνουν τους κήπους τα φαντάσματα
– Όταν ανάβουμε – έλεγε – κίτρινα βεγγαλικά
μια μέρα θ’ ανάψει ο ουρανός γαλάζιος
κι ύστερα ο τρίτος ο πιο μικρός
που έλεγε πως είναι νυχτερίδα
γι’ αυτό αγαπούσε τα φεγγάρια
και τα φεγγάρια μια νύχτα τον εζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έπνιξαν
τον έλιωσαν γύρω-γύρω τα φεγγάρια
Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα στον ουρανό
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013
Μιλτος Σαχτούρης - Φυσούσε
Φυσούσε
λουλούδια από άλλο κόσμο
σαν εκκλησία
με μαύρα στίγματα όμως του κακού
σκορπισμένα
να καίνε κόκκινο το δέρμα
μέσα στον ύπνο
τραγικά
μοσχοβολούσαν
τα μαλλιά της
ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΞΕΝΟΣ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟΣ
Το αίμα καίει το μυαλό
η άνοιξη μια στιγμή φάνηκε κάπου κοντά στα κυπαρίσσια
ωραία πουλιά πέφταν με δύναμη
σε κάθοδο φριχτή
κι άλλα ζεστά πουλιά μεσ' απ' τον ήλιο
βγαίναν κι ανεβαίναν
από την πόλη χάθηκαν τα περιστέρια
η μαύρη γυναίκα έστελνε
ψεύτικα
λουλούδια στους νεκρούς
ΒΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
Βαριά από την Άνοιξη
η φλόγα
τα μάτια ανοίξανε σαν τάφοι
πράσινα χόρτα φύτρωσαν γύρω στο στόμα
τα βλέφαρα χάθηκαν μακριά
φύγανε τα μαλλιά
μα η πληγή έμεινε ορθάνοιχτη
κι ουρλιάζει
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Τί γυρεύει το κορίτσι
στο σκοτάδι της καρέκλας;
γρήγορα
καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται
με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι
με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες
βγάζει τα λουλούδια
πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού
έξω τα φύλλα του καιρού
βάφονται μες στο αίμα
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ
Χρόνια
ο ουρανός
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
κρυμμένο
μες στην τσέπη μου
και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
αίμα
γιατί βροχή
γιατί βροχή
πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
τσακίζοντας
κρέατα
και κόκαλα
Έτσι
Έτσι
σαν ήρθε η Ανάσταση
ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους
ήμουνα ένα κίτρινο
ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί
ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ
Τα ωραία νησιά
δεν έχουν ουρανό
τα πτώματα εκεί
έχουνε κόκκινα φτερά
τα κόκαλα
λάμπουν
λάμπουν
σαν
άσπιλη
άσπρη φωτιά
κι έρημο το φεγγάρι
εκεί
εκεί
το ξεδοντιασμένο
το στόμα της γριάς
έχει ουρανό
Η ΚΑΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Σκάζανε αυγά
κι έβγαιναν στον κόσμο
άρρωστα παιδιά
σα σπασμένα άστρα
μαύρα περιστέρια
διώχνανε τον ήλιο
με κακές πετσέτες
μ’ άχαρες στριγκλιές
έβραζε η θάλασσα
καίγαν τα πουλιά της
τα διωγμένα ψάρια
κλαίγαν στο βουνό
κι ένα λυσσασμένο
κόκκινο φεγγάρι
ούρλιαζε δεμένο
σα σφαγμένο βόδι
ΓΙΑΤΙ
Γιατί το αίμα του χειμώνα
έβγαλε φτερά την άνοιξη
και πέταξε το καλοκαίρι;
γιατί τα λουλούδια που φύτεψα στον
κήπο μου
φύτρωσαν άγρια στον καθρέφτη της
κάμαρας μου;
γιατί τ’ ωραίο άσπρο σώμα
που κρατούσα
μαύρισε
και μου έβαψε τα χέρια;
γιατί μετράνε τα πουλιά την άνοιξη με
τα μαχαίρια;
γιατί οι αρρώστιες του καλοκαιριού
φάνηκαν στο φεγγάρι του χειμώνα;
γιατί τα μαύρα μαλλιά που τύλιγα
τα χέρια μου
γίναν αράχνες και δέρματα σκονισμένα;
γιατί το φλιτζάνι που έπινα καφέ
γέμισε ένα πράσινο σκοτεινό μαρτύριο;
Δεν έχει κόκκινη απάντηση
Δεν έχει κόκκινη απάντηση
το γιατί είναι μια μεγάλη έλλειψη
κάτι σαν τάφος
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Σάββατο 25 Αυγούστου 2012
Μίλτος Σαχτούρης : Χειμωνας - Χιόνι - Ως το τέλος - Έρημοι
ΧΙΟΝΙ
Χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
σὰν παγοπώλης τοῦ θανάτου
ὁ Θεὸς
μὲ κόκκινα ἀπ᾿ τὸν πυρετὸ
τὰ μάτια
Καπνὸς θεοῦ στὴ στέγη
οὐρλιάζει ἡ γυναίκα
στὸ κρεβάτι
σὰν παγωμένο περιστέρι
χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
σὰν παγοπώλης τοῦ θανάτου
ὁ Θεὸς
μὲ κόκκινα ἀπ᾿ τὸν πυρετὸ
τὰ μάτια
Καπνὸς θεοῦ στὴ στέγη
οὐρλιάζει ἡ γυναίκα
στὸ κρεβάτι
σὰν παγωμένο περιστέρι
χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Τί ὡραῖα ποὺ μαραθῆκαν τὰ λουλούδια
τί τέλεια ποὺ μαραθῆκαν
κι αὐτὸς ὁ τρελὸς νὰ τρέχει στοὺς δρόμους
μὲ μιὰ φοβισμένη καρδιὰ χελιδονιοῦ
χειμώνιασε καὶ φύγανε τὰ χελιδόνια
γέμισαν οἱ δρόμοι λάκκους μὲ νερὸ
δυὸ μαῦρα σύννεφα στὸν οὐρανὸ
κοιτάζονται στὰ μάτια ἀγριεμένα
αὔριο θὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ ἡ βροχὴ
ἀπελπισμένη
μοιράζοντας τὶς ὀμπρέλλες της
τὰ κάστανα θὰ τὴ ζηλέψουν
καὶ θὰ γεμίσουν μικρὲς κίτρινες ζαρωματιὲς
θὰ βγοῦν κι οἱ ἄλλοι ἔμποροι
αὐτὸς ποὺ πουλάει τ᾿ ἀρχαῖα κρεβάτια
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὶς ζεστὲς-ζεστὲς προβιὲς
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὸ καυτὸ σαλέπι
κι αὐτὸς ποὺ πουλάει θῆκες ἀπὸ κρύο χιόνι
γιὰ τὶς φτωχὲς καρδιές
τί τέλεια ποὺ μαραθῆκαν
κι αὐτὸς ὁ τρελὸς νὰ τρέχει στοὺς δρόμους
μὲ μιὰ φοβισμένη καρδιὰ χελιδονιοῦ
χειμώνιασε καὶ φύγανε τὰ χελιδόνια
γέμισαν οἱ δρόμοι λάκκους μὲ νερὸ
δυὸ μαῦρα σύννεφα στὸν οὐρανὸ
κοιτάζονται στὰ μάτια ἀγριεμένα
αὔριο θὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ ἡ βροχὴ
ἀπελπισμένη
μοιράζοντας τὶς ὀμπρέλλες της
τὰ κάστανα θὰ τὴ ζηλέψουν
καὶ θὰ γεμίσουν μικρὲς κίτρινες ζαρωματιὲς
θὰ βγοῦν κι οἱ ἄλλοι ἔμποροι
αὐτὸς ποὺ πουλάει τ᾿ ἀρχαῖα κρεβάτια
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὶς ζεστὲς-ζεστὲς προβιὲς
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὸ καυτὸ σαλέπι
κι αὐτὸς ποὺ πουλάει θῆκες ἀπὸ κρύο χιόνι
γιὰ τὶς φτωχὲς καρδιές
ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Ως το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί
θά 'πρεπε νά 'ταν σύννεφο
σαν κι αυτά που μεσα τους κρύβονται τα πουλιά
όταν φοβούνται
ΕΡΗΜΟΙ
Έρημοι άνθρωποι μέσα στο κρύο
μιλούν στην Παναγία
ανέκφραστο το δέντρο
δίχως φύλλα
τους κοιτάζει
κοράκια ντύθηκαν κόκκινα
σαν πόρνες
η εκκλησία έσπασε
απ' την πολλή βροχή
οι άγιοι βρεθήκανε
να τρέχουνε στους δρόμους.
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012
Μίλτος Σαχτούρης - Ο μαύρος κόκκορας, Δαιμονολόγιο
Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΑΣ
Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν
πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκκορας
ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟ
Δαίμονες και δαιμόνισσες
δαιμονίζονται στην ακτή
χαριεντίζονται μεταξύ τους
ετοιμάζουν τα νέα δαιμονάκια
που θα βασιλέψουν
σ' αυτή τη γή
που είναι πια δική τους
Μακριά στον ορίζοντα
σε μια κόκκινη θάλασσα
μέσα σε ψεύτικους καπνούς
βυθίζεται ένα καράβι
Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012
Μίλτος Σαχτούρης- Ομορφιά, Οι απομείναντες, Η λάμψη
ΟΜΟΡΦΙΑ
Ράντισε την ασχήμια μ' ομορφιά
πήρε μια κιθάρα
Πήρε ένα ποτάμι πλάι-πλάι
Τραγουδώντας
Έχασε τη φωνή του
του την έκλεψε η έξαλλη γυναίκα
πού 'κοψε το κεφάλι της στα κόκκινα νερά
κι ο φτωχός δεν έχει πια φωνή να τραγουδήσει
και το ποτάμι το ήρεμο κεφάλι
κυλάει με βλέφαρα κλειστά
Τραγουδώντας
ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ
Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους
ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι
ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν
λιγοστεύουν
Η ΛΑΜΨΗ
– Πετᾶς; τὸν ρώτησε αὐτὸς ποὺ κρατοῦσε τὸ μαχαίρι.
Ὁ ἄλλος σιγὰ σιγὰ δὲν πάταγε πιὰ τὸ χῶμα, σιγὰ σιγὰ
εἶχε σηκωθεῖ κάπου μισὸ μέτρο πάνω ἀπὸ τὴ γῆ.
– Ὅμως - εἶπε ὁ πρῶτος:
Ἐγὼ μπορῶ κι ἔτσι ποὺ ἀνεβαίνεις νὰ σ᾿ τὸ
καρφώσω τὸ μαχαίρι.
Καὶ τότε μὲ μιὰ λάμψη ὁ ἄλλος καὶ μ᾿ ἕνα
σφύριγμα ἐκκωφαντικὸ σὰ σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, ἐξαφανίστηκε μέσα στὸ διάστημα.
Ἔκπληκτος κοίταζε ὁ ἀπομείνας
τὸ ἄχρηστο πιὰ χέρι του.
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Κυριακή 1 Ιουλίου 2012
Ο σταθμός - Μίλτος Σαχτούρης
Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει,
γεμίζει λάσπη τ' ονειρό μου
είναι ενα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τραίνο.
Ο σταθμάρχης μαζεύει μαραγαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγιες
γιατί έχει πολύν καιρό νά 'ρθει
τραίνο σ' ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ' ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά τα γένια
σά νάμαι άρρωστος πολύ
κι όμως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά-σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι!
γεμίζει λάσπη τ' ονειρό μου
είναι ενα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τραίνο.
Ο σταθμάρχης μαζεύει μαραγαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγιες
γιατί έχει πολύν καιρό νά 'ρθει
τραίνο σ' ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ' ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά τα γένια
σά νάμαι άρρωστος πολύ
κι όμως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά-σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι!
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Γιατί -Μίλτος Σαχτούρης
Γιατί το αίμα του χειμωνα
έβγαλε φτερά την άνοιξη
και πέταξε το καλοκαίρι;
γιατί τα λουλούδια που φύτεψα στον κήπο μου
φύτρωσαν άγρια στον καθρέφτη της κάμαράς μου;
γιατί το ωραιο άσπρο σώμα που κρατούσα
μαύρισε
και μου έβαψε τα χέρια;
γιατί μετράνε τα πουλιά την άνοιξη με τα μαχαίρια;
γιατί οι αρρώστιες του καλοκαιριού
φάνηκαν στο φεγγάρι του χειμώνα;
γιατί τα μαύρα μαλλιά που τύλιγα τα χέρια μου
γίναν αράχνες και δέρματα σκονισμενα;
γιατί το φλυτζάνι που έπινα καφέ
γέμισε ένα πράσινο σκοτεινό μαρτύριο;
Δεν έχει κόκκινη απάντηση
το γιατί είναι μια μεγάλη έλλειψη
κάτι σαν τάφος
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Μίλτος Σαχτούρης- Τα χρήματα
Τα χρήματα
Λέει η τσιγγάνα:
-Διαβάζω χρήματα
μέσα στον ύπνο σου
έχεις μια ζωή πυκνή
γεμάτη χιόνι
όμως δεν ξέρω
πότε θα
γλιστρήσεις πέρα
λέει ο βοσκός:
-Όταν δεν αγαπάς τ'άστρα
τ'αρνιά μου θα σε μισήσουν
κι απ' το φεγγάρι
σου χαρίζω το μισό
που βγάζει φλόγες
απ' τη μεριά της λύσσας
λέει ο θάνατος:
-Δικά μου τα χρήματα
δικό μου και το φεγγάρι
δικά μου το χιόνι και τ' αρνιά
κι οι κόκκινες φλόγες
και
η τσιγγάνα
και
ο βοσκός
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Τρίτη 26 Ιουνίου 2012
Μίλτος Σαχτούρης: Ο καθρέφτης-Η φεγγαράδα
Ὁ καθρέφτης
Στὴ Νόρα Ἀναγνωστάκη
Σὰ γύρισε ὁ καθρέφτης μου
στὸν οὐρανὸ
φάνηκε
ἕνα φεγγάρι μισοφαγωμένο
ἀπὸ τὰ κόκκινα μυρμήγκια
τῆς φωτιᾶς
κι ἕνα κεφάλι πλάι του
νὰ καίει κι αὐτὸ μέσα σε πύρινη
βροχὴ
στὸν οὐρανὸ
φάνηκε
ἕνα φεγγάρι μισοφαγωμένο
ἀπὸ τὰ κόκκινα μυρμήγκια
τῆς φωτιᾶς
κι ἕνα κεφάλι πλάι του
νὰ καίει κι αὐτὸ μέσα σε πύρινη
βροχὴ
νὰ λάμπει τὸ κεφάλι
νὰ φέγγει
καθὼς τὸ ἔπαιρνε τὸ ἔκανε κάρβουνο
ἡ φωτιὰ
νὰ φέγγει
καθὼς τὸ ἔπαιρνε τὸ ἔκανε κάρβουνο
ἡ φωτιὰ
νὰ ψιθυρίζει:
-Τὰ δέντρα καῖνε φεύγουνε σὰν τὰ μαλλιὰ
ὁ ἄγγελος χάνεται μὲ καψαλισμένα
τὰ φτερὰ
κι ὁ πόνος
σκύλος μὲ σπασμένο πόδι
μένει
μένει
-Τὰ δέντρα καῖνε φεύγουνε σὰν τὰ μαλλιὰ
ὁ ἄγγελος χάνεται μὲ καψαλισμένα
τὰ φτερὰ
κι ὁ πόνος
σκύλος μὲ σπασμένο πόδι
μένει
μένει
Ἡ φεγγαράδα
Ἀπὸ αἷμα πουλιῶν πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει τὸ φεγγάρι
πότε πίσω ἀπὸ δέντρα
πότε πίσω ἀπὸ θηρία
πότε πίσω ἀπὸ σύννεφα
μὲ θόρυβο ποὺ ξεκουφαίνει τὰ φτερὰ ἀγγέλων
κάτι θέλουν νὰ ποῦν κάτι σημαίνει
εἶναι ἀκόμα καλοκαίρι
ὅμως μιὰ μυρωδιὰ ἀπὸ θειάφι φράζει τὸ χειμώνα
δὲν ἔχει οὔτε καρέκλα νὰ καθίσεις
καὶ οἱ καρέκλες ἔφυγαν στὸν οὐρανό
κρυμμένο μένει τὸ φεγγάρι
πότε πίσω ἀπὸ δέντρα
πότε πίσω ἀπὸ θηρία
πότε πίσω ἀπὸ σύννεφα
μὲ θόρυβο ποὺ ξεκουφαίνει τὰ φτερὰ ἀγγέλων
κάτι θέλουν νὰ ποῦν κάτι σημαίνει
εἶναι ἀκόμα καλοκαίρι
ὅμως μιὰ μυρωδιὰ ἀπὸ θειάφι φράζει τὸ χειμώνα
δὲν ἔχει οὔτε καρέκλα νὰ καθίσεις
καὶ οἱ καρέκλες ἔφυγαν στὸν οὐρανό
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012
Mίλτος Σαχτούρης- Ο ουρανός
Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του
Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Τρίτη 27 Μαρτίου 2012
Τὸ μαρτύριο - Μίλτος Σαχτούρης
Μοσχοβολοῦσε τὸ φεγγάρι
σκύλοι μ᾿ ἄσπρα λουλούδια στὸ κεφάλι
περνούσανε στὸ δρόμο ἐκστατικοὶ
κι ὁ δρόμος κάτω ἔφεγγε ἀπὸ κρύσταλλο
καὶ μέσα φαίνονταν
τὰ σφυριὰ καὶ τὰ μαχαίρια
Μέσα στὰ χέρια μου ἔσπασα τὸ κρύσταλλο
Καὶ τότε εἶδα τὸ κόκκινο τὸ σύννεφο
νὰ μεγαλώνει ν᾿ ἀνάβει τὴν καρδιά μου
καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ γκρίζο σὰν καπνὸς
ν᾿ ἀδειάζει ἀπὸ μέσα μου νὰ φεύγει
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Σάββατο 24 Μαρτίου 2012
Μίλτος Σαχτούρης, "Ορυχείο"
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Κυριακή 18 Μαρτίου 2012
Μίλτος Σαχτούρης- Η δύσκολη Κυριακή και 4 ακόμη ποιήματα
Ἡ δύσκολη Κυριακή
Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ
Το ψωμί
Ἕνα τεράστιο καρβέλι, μιὰ πελώρια φραντζόλα ζεστὸ ψωμί,
εἶχε πέσει στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν οὐρανό,
ἕνα παιδὶ μὲ πράσινο κοντὸ βρακάκι καὶ μὲ μαχαίρι
ἔκοβε καὶ μοίραζε στὸν κόσμο γύρω,
ὅμως καὶ μία μικρή, ἕνας μικρὸς ἄσπρος ἄγγελος.
κι αὐτὴ μ᾿ ἕνα μαχαίρι ἔκοβε καὶ μοίραζε
κομμάτια γνήσιο οὐρανό
κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αὐτή, λίγοι πηγαῖναν στὸ ψωμί,
ὅλοι τρέχανε στὸν μικρὸν ἄγγελο ποὺ μοίραζε οὐρανό!
Ἂς μὴν τὸ κρύβουμε.
Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ
Το ψωμί
Ἕνα τεράστιο καρβέλι, μιὰ πελώρια φραντζόλα ζεστὸ ψωμί,
εἶχε πέσει στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν οὐρανό,
ἕνα παιδὶ μὲ πράσινο κοντὸ βρακάκι καὶ μὲ μαχαίρι
ἔκοβε καὶ μοίραζε στὸν κόσμο γύρω,
ὅμως καὶ μία μικρή, ἕνας μικρὸς ἄσπρος ἄγγελος.
κι αὐτὴ μ᾿ ἕνα μαχαίρι ἔκοβε καὶ μοίραζε
κομμάτια γνήσιο οὐρανό
κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αὐτή, λίγοι πηγαῖναν στὸ ψωμί,
ὅλοι τρέχανε στὸν μικρὸν ἄγγελο ποὺ μοίραζε οὐρανό!
Ἂς μὴν τὸ κρύβουμε.
Διψᾶμε γιὰ οὐρανό.
Ὁ σωτήρας
Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους
Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους
Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη
Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της
Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της
Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη
Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της
Ἡ νοσταλγία γυρίζει
Ἡ γυναίκα γδύθηκε καὶ ξάπλωσε στὸ
κρεβάτι
ἕνα φιλὶ ἀνοιγόκλεινε πάνω στὸ πάτωμα
οἱ ἄγριες μορφὲς μὲ τὰ μαχαίρια ἀρχίσαν
νὰ ξεπροβάλλουν στὸ ταβάνι
στὸν τοῖχο κρεμασμένο ἕνα πουλὶ πνίγηκε
κι ἔσβησε
ἕνα κερὶ ἔγειρε κι ἔπεσε ἀπ᾿ τὸ καντηλέρι
ἔξω ἀκούγονταν κλάματα καὶ ποδοβολητά
Ἄνοιξαν τὰ παράθυρα μπῆκε ἕνα χέρι
ἔπειτα μπῆκε τὸ φεγγάρι
ἀγκάλιασε τὴ γυναίκα καὶ κοιμήθηκαν μαζὶ
Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:
Οἱ μέρες περνοῦν
τὸ χιόνι μένει
Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της
Ἡ νοσταλγία γυρίζει
Ἡ γυναίκα γδύθηκε καὶ ξάπλωσε στὸ
κρεβάτι
ἕνα φιλὶ ἀνοιγόκλεινε πάνω στὸ πάτωμα
οἱ ἄγριες μορφὲς μὲ τὰ μαχαίρια ἀρχίσαν
νὰ ξεπροβάλλουν στὸ ταβάνι
στὸν τοῖχο κρεμασμένο ἕνα πουλὶ πνίγηκε
κι ἔσβησε
ἕνα κερὶ ἔγειρε κι ἔπεσε ἀπ᾿ τὸ καντηλέρι
ἔξω ἀκούγονταν κλάματα καὶ ποδοβολητά
Ἄνοιξαν τὰ παράθυρα μπῆκε ἕνα χέρι
ἔπειτα μπῆκε τὸ φεγγάρι
ἀγκάλιασε τὴ γυναίκα καὶ κοιμήθηκαν μαζὶ
Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:
Οἱ μέρες περνοῦν
τὸ χιόνι μένει
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011
Μίλτος Σαχτούρης-Τα δώρα
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
Ετικέτες
Μίλτος Σαχτούρης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












