Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Ισμήνη -Γιάννης Ρίτσος


(Ένας νεαρός αξιωματικός της φρουράς είχε ζητήσει να γίνει δεκτός απ’ τη Δέσποινα του αρχοντικού. Ο πατέρας του δούλευε από παιδί στα κτήματά τους κι είχε γίνει κάτι σαν άνθρωπος του σπιτιού. Τώρα, γέροντας πια κι άρρωστος, στέλνει το γιο του μ’ ένα καλάθι φρούτα και μια γλάστρα βασιλικό, να φέρει τα σεβάσματά του και τον αποχαιρετισμό του στην τελευταία απόγονο της μεγάλης ξεκληρισμένης φαμίλιας. Η άδεια δόθηκε. Ο νεαρός αξιωματικός, με την εφαρμοστή στολή του, εύρωστος, όμορφος, με την καθάρια ελληνική εγκαρδιότητα της αγροτικής καταγωγής του, αλλά και μ’ έναν εμφανή γενικό αισθησιασμό —ασφαλώς καλλιεργημένον απ’ την επαφή του με τους ανθρώπους της πόλης κι απ’ την αργία των στρατώνων— μοιάζει ιδιαίτερα συγκινημένος, κολακευμένος και ερωτικά σχεδόν ταραγμένος μπροστά στην ευγενική αρχόντισσα την έντονα βαμμένη και σφιγμένη στον κορσέ της, που διατηρεί ωστόσο την αόριστη χάρη μιας μακρινής, σβησμένης ομορφιάς. Εκείνος αφήνει αδέξια στο πάτωμα το καλάθι και τη γλάστρα σα να ’κανε κάτι ανάρμοστο και μεταβιβάζει το μήνυμα του πατέρα του. Του προσφέρει κάθισμα απέναντι στο παράθυρο. Τον ρωτάει για την υγεία του πατέρα του, για τα κτήματα. Εκείνος μιλάει ατελείωτα για τη ζωή στους αγρούς, για τις σοδειές, τα δέντρα, τα ποτάμια, τ’ άλογα, τις αγελάδες. Εκείνη, παρότι αφηρημένη, επιδεικνύει υπερβολικό ενδιαφέρον για όλα, παρατηρώντας τα δυνατά, άβολα χέρια του πάνω στα γόνατά του. Όμορφο ανοιξιάτικο δειλινό. Το φως μπαίνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο αχνορόδινο. Αργότερα γυρίζει στο πορτοκαλί, στο βιολετί, στο μενεξελί, ώς το βαθυγάλαζο. Απ’ τον κήπο ακούγονται τα πουλιά. Στιγμές στιγμές, κάποια ανταύγεια απ’ τα βαριά κοσμήματά της περνάει στα έπιπλα, στο μεγάλο καθρέφτη, στα τζάμια ή στο πρόσωπο του νέου, Άξαφνα, εκείνος σωπαίνει. Βραδιάζει. Μια ανεξήγητη σιγαλιά κι αναμονή, Κι ίσως γι’ ατό αρχίζει να μιλάει τώρα εκείνη σαν για να γεμίσει το κενό ή ν’ αποτρέψει την προσέγγιση κάτι άπρεπου κι αναπότρεπτου ωστόσο):


Να ’ρχεστε πότε πότε· — αυτό μου δίνει ευχαρίστηση. Εδώ πέρα
ο χρόνος είναι αργός· τίποτα πια δεν έρχεται ή δεν φεύγει,
εκτός απ’ τη συνηθισμένη αυτή φθορά στο ξύλο των επίπλων,
στα καδρόνια της στέγης, στα πατώματα, στις σκάλες,
στους σοβάδες, στα σκεύη, στις κουρτίνες,

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Γιάννης Ρίτσος - Οκτώβρης 1940

Ανοίγουν τα παράθυρα
κι όσοι μένουν χαιρετούν αυτούς που φεύγουν
και φεύγουν όλοι.
Γέμισαν οι πόλεις με τύμπανα και σημαίες.
Ορθή η αυγή σημαιοστολίζει τα όνειρα μας.
Κι η Ελλάδα λάμπει μεσ’ στα φώτα των ονείρων μας.
Ο ήλιος πλυμένος
με το καθαρό πρόσωπο στραμμένο στον άνθρωπο
χαιρετάει τους δρόμους που κρατούν στη μάχη.
Αυτοκίνητα περνούν γεμάτα πλήθος.
Αποχαιρετιούνται στις πόρτες και γελάνε
κι ύστερα ακούγονται τ’ άρβυλα στην άσφαλτο
το μεγάλο τραγούδι των αντρίκειων βημάτων
που μακραίνει και σβήνει στο μάκρος του δρόμου
ως το βραδινό σταθμό με τα χαμηλωμένα φώτα.
Εκεί τρένα περιμένουν
σφυρίζουν λίγο έξω απ’ την πόλη
ακούγονται αποχαιρετιστήριοι πυροβολισμοί
κι ύστερα όλα σωπαίνουν και περιμένουν.
Διαβάζουμε τα τελευταία παραρτήματα:
Νικούμε. Νικούμε.
Πάντα νικάει το δίκιο.
Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.
Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο.
Αδέρφια μου. Αδέρφια μου,
μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

ΕΡΝΣΤ ΦΙΣΕΡ, Η αναγκαιότητα της τέχνης




Απ'το εξώφυλλο του βιβλίου: πίνακας του Fernand Léger


"Η ΠΟΙΗΣΗ είναι απαραίτητη -μόνο ας ήξερα για τι". Με αυτό το χαριτωμένο παραδοξολόγο επίγραμμα συνόψισε ο Ζαν Κοκτώ την αναγκαιότητα της τέχνης καθώς και το συζητήσιμο ρόλο της στον όψιμο αστικό κόσμο (...)
Η τέχνη ως "υποκατάστατο της ζωής", η τέχνη ως μέσο που φέρνει τον άνθρωπο σε μια κατάσταση ισορροπίας με τον γύρο κόσμο -η ιδέα αυτή περιέχει μια μερική αναγνώριση της φύσης της τέχνης και της αναγκαιότητάς της. Και, αφού δεν μπορούμε να αναμένουμε πως θα υπάρχει μόνιμη ισορροπία μεταξύ του ανθρώπου και του γύρω κόσμου, ακόμα και στην ανώτατα εξελιγμένη κοινωνία, η ιδέα αυτή υποδηλοί επίσης πως η τέχνη δεν ήταν αναγκαία μόνο στο παρελθόν, αλλά θα παραμένει πάντοτε μια ανάγκη.
Όμως, πραγματικά, η τέχνη δεν είναι παρά υποκατάστατο; Δεν εκφράζει και μια βαθύτερη σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου; Μπορούμε πράγματι, να συνοψίσουμε την τέχνη σε μια μοναδική φόρμουλα; Δεν έχει αποστολή της η τέχνη να ικανοποιεί πολλές και ποικίλες ανάγκες; Και αν, καθώς στοχαζόμαστε πάνω στην καταγωγή της τέχνης, κατανοήσουμε την αρχική της λειτουργία, μήπως πάλι και αυτή η λειτουργία δεν έχει αλλάξει με την αλλαγή της κοινωνίας και μήπως γεννήθηκαν νέες λειτουργίες;
(...) Ως πρώτο βήμα πρέπει να κατανοήσουμε πως παραέχουμε την τάση να δεχόμαστε για αυτονόητο ένα καταπληκτικό φαινόμενο. Και είναι βέβαια καταπληκτικό: αμέτρητα εκατομμύρια διαβάζουνε βιβλία, ακούνε μουσική, βλέπουν θέατρο, πάνε στον κινηματογράφο. Γιατί; Όταν λέμε πως γυρεύουν ψυχαγωγία, ξεκούραση, διασκέδαση, μεταθέτουμε το ερώτημα. Γιατί είναι ψυχαγωγικό, ξεκουραστικό, διασκεδαστικό να βυθίζεσαι στη ζωή και τα προβλήματα κάποιου άλλου, να ταυτίζεις τον εαυτό σου με έναν πίνακα ζωγραφικής, μ'ένα μουσικό κομμάτι, ή με τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος, ενός δράματος ή ενός κινηματογραφικού έργου; Γιατί αποκρινόμαστε στη "μη πραγματικότητα" σα να ήταν πραγματικότητα εντονότερη; Τι παράξενη, μυστηριώδης ψυχαγώγηση είναι αυτή; Κι αν μας απαντήσει κανείς πως θέλουμε να ξεφύγουμε από μια ανεπαρκή ζωή προς μια πλουσιότερη, ν'αποκτήσουμε πείρα χωρίς να ριψοκινδυνέψουμε, τότε γεννάται το άλλο ερώτημα: γιατί δεν αρκεί η δική μας ζωή; Γιατί αυτός ο πόθος να συμπληρώσουμε την ανεκπλήρωτη ζωή μας μέσω άλλων προσώπων, άλλων μορφών, να κοιτάμε από το σκοτεινό ακροατήριο μια φωτισμένη σκηνή, όπου κάθε τι που είναι μονάχα παράσταση, καταφέρνει να μας απορροφά τόσο ολοκληρωτικά;
Είναι πρόδηλο πως ο άνθρωπος επιθυμεί να είναι κάτι παραπάνω από τον ίδιο του τον εαυτό μονάχα. Θέλει να είναι ο λ ό κ λ η ρ ο ς άνθρωπος. Δεν ικανοποιείται όντας ξεχωριστό άτομο. Πασχίζει να βγει από τη μερικότητα της ατομικής του ζωής και τείνει προς μια "πληρότητα" που τη νιώθει και την αποζητά, προς μια πληρότητα ζωής την οποία του αποστερεί η ατομικότητα με όλους τους περιορισμούς της, προς έναν κόσμο πιο κατανοήσιμο, έναν πιο δίκαιο κόσμο, έναν κόσμο που δ ί ν ε ι ν ό η μ α.
(...) Για να είναι κανείς καλλιτέχνης πρέπει να συλλαμβάνει, να συγκρατεί και να μεταμορφώνει την εμπειρία σε μνήμη, τη μνήμη σε έκφραση, την ύλη σε μορφή. Η συγκίνηση δεν είναι το παν για τον καλλιτέχνη. Πρέπει επίσης να ξέρει τη δουλειά του και να τη χαίρεται, να καταλαβαίνει όλους τους κανόνες, τις δεξιοτεχνίες, τις μορφές και τις συμβατικότητες με τις οποίες μπορεί να δαμάσει τη φύση -τη στρίγγλα- και να την υποτάξει στη σύμβαση της τέχνης. Το πάθος που φθείρει τον ερασιτέχνη ε ξ υ π η ρ ε τ ε ί τον αληθινό καλλιτέχνη: τον καλλιτέχνη δεν τον χτυπά το κτήνος, εκείνος το δαμάζει.
(...) Η τέχνη όχι μόνο πρέπει να προέρχεται από μια έντονη πείρα της πραγματικότητας, πρέπει και να κ α τ α σ κ ε υ α σ τ ε ί, να αποκτήσει μορφή με αντικειμενικότητα. Το ελεύθερο παιχνίδι της τέχνης είναι αποτέλεσμα μαστοριάς.
(...) Όσο είναι αλήθεια πως η ουσιώδης λειτουργία της τέχνης, για μια τάξη προορισμένη ν'αλλάξει τον κόσμο, δεν είναι να κ ά ν ε ι
μ α γ ε ί α, αλλά να δ ι α φ ω τ ί ζ ε ι και να δ ι ε γ ε ί ρ ε ι σ ε δ ρ ά σ η, άλλο τόσο είναι αληθινό πως δεν μπορεί να εξαλειφθεί κάποιο υπόλειμμα μαγείας στην τέχνη, γιατί χωρίς αυτό το ελάχιστο υπόλειμμα της αρχικής της φύσης η τέχνη παύει να είναι τέχνη.
Σε όλες τις μορφές της εξέλιξής της, στο σοβαρό και το αστείο, στην πειθώ και την υπερβολή, στο συνετό και στο παράλογο, στη φαντασία και την πραγματικότητα, η τέχνη πάντα έχει κάτι από τη μαγεία.
Η τέχνη είναι απαραίτητη για να γίνεται ο άνθρωπος ικανός να γνωρίζει και ν'αλλάζει τον κόσμο. Αλλά η τέχνη είναι απαραίτητη και δυνάμει της σύμφυτής της μαγείας.


Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Ντύλαν Τόμας - Κι ο θάνατος δεν θα 'χει εξουσία (και 4 ακόμη ποιήματα)


Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέραςֹ
πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ’ τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λεπτή, καχεκτική,
σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κ’ εσύ πατέρα, απ’ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,
Δώσ’ μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Μείνε ακίνητος γαλήνιος κοιμήσου

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Με την πληγή τυρανισμένος
Στο λαρύγγι να φλογίζεται ν’ ανοίγει.
Όλη νύχτα στο νερό
Της σιωπηλής θαλάσσης συνακούσαμε τον ήχο
Που βγήκε απ’ την πληγή την γραπωμένη
Στο σάβανο του αλατιού.

Τρεμάμενοι ακούσαμε κατ’ απ’ τ’ απόμακρο φεγγάρι
Τον ήχο της θαλάσσης να κυλά σαν αίμα
Απ’ την πληγή την βροντερή
Κι όταν το σάβανο του αλατιού τσάκισε
Σε μια θύελλα τραγουδιών
Οι φωνές των πνιγμένων κολύμπησαν στον άνεμο.

Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσ’ απ’ τ’ αργό θλιμμένο πανί,
Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
Του χαμένου καραβιού
Το ταξίδι μου ν’ αρχίσω για το τέλος της πληγής μου.
Τραγούδι ακούσαμε τον ήχο της θαλάσσης,
Το σάβανο είδαμε λόγο του αλατιού.

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Κρύψε στο λάρρυγγα το στόμα
Αλλιώς θα υποταχθούμε και θα ιππεύσουμε μαζί σου
Μέσα στους πνιγμένους.


Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο πορεύει το λουλούδι


Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.

Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.

Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.

Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.

Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Αντρέ Μπρετόν - Ελεύθερη Ένωση







Η γυναίκα μου με μαλλιά φωτιάς από ξύλα
Η γυναίκα μου με σκέψεις αστραπών της ζέστης
Με μέση κλεψύδρας
Η γυναίκα μου με μέση σβίδρας ανάμεσα στα δόντια της τίγρης
Η γυναίκα μου με στόμα κονκάρδας και ανθοδέσμης άστρων μικρότερου μεγέθους
Με δόντια αποτυπώματα άσπρου ποντικιού πάνω στην άσπρη γη
Με γλώσσα κεχριμπαριού και γυαλιού τριμμένου
Με γλώσσα μαχαιρωμένου αντίδωρου
Με γλώσσα κούκλας που ανοιγοκλείνει τα μάτια της
Με γλώσσα πέτρας απίστευτης
Η γυναίκα μου με ματόκλαδα όρθιες γραμμούλες παιδικής γραφής
Με φρύδια περίγυρου φωλιάς χελιδονιού
Η γυναίκα μου με κροτάφους σχιστόλιθου στέγης θερμοκηπίου
Κι άχνας στα παράθυρα 
 Η γυναίκα μου με ώμους σαμπάνιας
Και κρήνης με κεφάλια δελφινιών κάτω από τον πάγο
Η γυναίκα μου με καρπούς χεριών από σπίρτα
Η γυναίκα μου με δάχτυλα τύχης και καρδιάς άσσου κούπα
Με δάχτυλα θερισμένου σταχυού
Η γυναίκα μου με μασχάλες τριχώματος του κουναβιού καικαρπών οξιάς
Της νύχτας του Αϊ-Γιαννιού
Της αγριομυρτιάς και φωλιάς σκαλαριών
Με μπράτσα του αφρού της θάλασσας και του υδροφράγματος
Και μίγματος σταριού και μύλου
Η γυναίκα μου με γάμπες βεγγαλικού
Με κινήσεις ωρολογιακές κι απελπισίας
Η γυναίκα μου με γάμπες από μεδούλι της ακτέας
Η γυναίκα μου με πόδια αρχικά ονομάτων
Με πόδια εσμού κλειδιών με πόδια καλφάδων που πίνουν
 Η γυναίκα μου με λαιμό μαργαριταριού αλεσμένου κριθαριού
Η γυναίκα μου με λαιμό χρυσής κοιλάδας
Και συναντήσεων μέσα στην ίδια την κοίτη του χειμάρρου
Με στήθια της νύχτας
Η γυναίκα μου με στήθια θαλασσινής φωλιάς του τυφλοπόντικα
Η γυναίκα μου με στήθια χοάνης για ρουμπίνια
Με στήθια φάσματος του ρόδου κάτω απ’ τη δροσιά
Η γυναίκα μου με κοιλιά βεντάλιας των ημερών όταν ξεδιπλώνεται
Με κοιλιά γιγάντιο νύχι γαμψό
Η γυναίκα μου με ράχη πουλιού που φεύγει κατακόρυφα
Με πλάτη υδραργύρου
Με πλάτη φωτός
Με σβέρκο πέτρας στρογγυλεμένης και κιμωλίας βρεμένης
Και πεσίματος του ποτηριού που μόλις ήπιαμε 
 Η γυναίκα μου με γοφούς μικρού πλοίου
Η γυναίκα μου με γοφούς πολυελαίου και με φτερά σαΐτας
Και με μίσχους φτερών άσπρου παγωνιού
Και ζυγαριάς ανευαίσθητης
Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόπετρα και αμίαντο
Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης του κύκνου
Η γυναίκα μου με γλουτούς της άνοιξης
Με αιδοίο γλαδιόλας
Η γυναίκα μου με αιδοίο φλέβας χρυσού κι ορνιθόρυγχου
Η γυναίκα μου με αιδοίο φύκια και καραμέλες του παλιού καιρού
Η γυναίκα μου με αιδοίο καθρέφτη
Η γυναίκα μου με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα
Με μάτια μενεξεδιάς πανοπλίας και μαγνητισμένης βελόνας
Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
Η γυναίκα μου με μάτια νερού για να πίνεις στη φυλακή
Η γυναίκα μου με μάτια του ξύλου πάντα κάτω από τον πέλεκυ
Με μάτια στο ύψος του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς

 (Μετάφραση : Νάνος Βαλαωρίτης)

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Λένα Παππά - Σκοτεινός Θάλαμος και 5 ακομη ποιήματα

H Λένα Παππά είναι μια σπουδαία ποιήτρια, που αν ρίξει κανείς μια ματιά στο διαδύκτιο, μπορεί να δει   ότι δεν έχει το χώρο που της αναλογεί. Αφιερώνουμε λοιπόν κάποια λίγα ποιήματα ακόμη σε όσους εκτιμούν την ποιήσή της.

Πάει καιρός

Φίλησα την καρδιά σου
τα χαμόγελά σου
στολίστηκα,
μεθυσμένα βήματα έσυρα
στου έρωτα τα μονοπάτια.

Υστερα έφυγες,
γίνηκες
μια βαθιά μαχαιριά στο κορμί μου,
γεύση θανάτου,
καμπάνα της ερημιάς.

Ύστερα έφυγες - πάει καιρός.

Δε σε αναζητω,
δε σε περιμένω.
Ανασαίνω, μα δε χαμογελώ πια.
Περπατώ,
μα πουθενά δεν πηγαίνω,
πάει καιρός που πεθαίνω.

(καθ' οδόν 1973)

Επιδιώξεις

Το λίγο στο φύλλο που τρέμει αεράκι,
το χαμηλό χαμομηλάκι,
με τη σαν παιδικού φιλιού ευωδιά
και το τιτίβισμα του ήλιου
μέσα στις χούφτες τ'ουρανού, μου αρκεί,
δε θα γυρέψω άλλο.

Στο μακρινό και στο πολύ
δεν είναι πάντοτε η χαρά,
η ελευθερία στο ύψος.
Σε ασύδοτες επιθυμίες να σπαταληθώ
γιατί;
Όλα είν' ωραία όταν τ' αγαπήσεις.

Το λίγο στα φύλλα που τρέμει αεράκι,
το χαμηλό χαμομηλάκι
και το τιτίβισμα χρυσό του ήλιου - μου αρκεί.
Δε θα γυρέψω άλλο.

(καθ' οδόν 1973)

Φανταστικό

Ζωγράφισα ένα λουλούδι
που δεν υπάρχει.
Θα του δώσω
ένα όνομα που δεν υπάρχει
θα το αγαπήσω
 με μιαν αγάπη που δεν υπάρχει.
Θα 'ρθει να το βρει και να παίξει μαζί του
ο μικρός ρόδινος άνεμος
που δεν υπάρχει
μέσα σε μια άνοιξη που δεν υπάρχει,
τα πουλιά γι αυτό θα πουν 
ένα τραγούδι που δεν υπάρχει.
Είμαι ο κηπουρός του,
ο άνεμός του
η μέλισσα κι η πεταλούδα του.
Το καλλιεργώ
 σ'εναν κήπο μυστικό, που δεν υπάρχει.

Είναι ένα λουλούδι ολότελα δικό μου
κανείς
δεν θα μπορέσει να μου το κλέψει,
να το μολέψει,
δεν αγοράζεται, δεν πουλιέται,
δεν σπαταλιέται
σε νεκρά βάζα
και κηπους φθινοπωρινούς.

Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει,
να το χαρίσω μια μέρα
μαζί με την καρδιά μου,
στον αγαπημένο ενός έρωτα
που δεν υπάρχει.

(καθ' οδόν 1973)

Η φλόγα

Το ζήτημα δεν είναι μόνο να καείς.
Είναι να υψώσεις μέσα στο σκοτάδι
όσο μπορείς να υψώσεις
τη φλόγα σου.
Υπάρχουν που γινήκαν στάχτη
στάχτη που γέμισαν τον κόσμο δίχως
μια τόση δα μικρή κι ωραία σπίθα
γύρω τους να λάμψει.

(Σκοτεινός θάλαμος)

Διαρκώς

Με το σκουλήκι της μοναξιάς
μες το πιο κόκκινο μήλο μου,
δεν υπάρχει
δεν υπάρχει δικαιοσύνη
σε αυτό τον κόσμο.

Ποτέ
να καταλάβω να πω δεν τόλμησα
ποιος κλαίει τις νύχτες στο αίμα μου
ποιος
μέσα απ' τα χέρια μου ποιος σφεντονάει την πέτρα
θρυμματίζοντας
γυάλινο των θεών τον ουρανό.

Τις λάμψεις και τα μυστικά φυσήματα
ακολούθησα του ανέμου
στα βαθιά των κήπων
δεν έπαψα στιγμή να κυνηγιέμαι και να κυνηγώ,
δεν υπάρχει
δεν υπάρχει γαλήνη σ' αυτόν τον κόσμο.

Απ' το φρυγμένο στόμα ποιος
μου κλέβει το νερό
που στάλα-στάλα μάζεψα
ξοδεύοντας τα βηματά μου σε γκρεμούς και δάση;
Το μέλι του ύπνου ποιος μου φαρμακώνει
μ' ενύπνια πικρά
το δέντρο που 'χα τη φωλιά μου
ποιος μου ξεριζώνει;
Μ' όλα τα δίχτυα μου δεν έπιασα
παρά ίσκιους και σιγή,
σιγή που σαν πληγή
σκοτώνει την ψυχή μου.

Να θέλεις όμορφα να υπάρχεις
τόλμη μεγάλη είναι φαίνεται εδώ πέρα.

(Σκοτεινός θάλαμος)

Σκοτεινός θάλαμος

Όλες οι πράξεις μας καθώς
τ' αρνητικά φωτογραφίας φυλάνε
μια ξένη άγνωστη όψη.
Μες στις σκιές κρυμμένη
με την κατάλληλη επεξεργασία κάποτε
την άλλη μας πραγματικότητα φέρνουν στο φως.

Θάλαμος σκοτεινός χρόνος, μέσα του
της λήψης η στιγμή επικίνδυνη
κρίνει την ύπαρξη μας.
Μάταια τα τρυκ κι οι πόζες και τα φλας
κι η φωτογένεια περιττή, αν ίσως πάρει φως
μοναδικό
και πάει χαμένο της ζωής το φιλμ.

(Σκοτεινός θάλαμος)

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Λένα Παππά - 3 ποιηματα

Ἡ μνήμη σου

Ἡ μνήμη σου
διάττοντας φλογερός
ἄγριος κομήτης
αὐλακώνει τόν οὐρανό μου
πυροπολεῖ τίς νύχτες μου

Ἡ μνήμη σου
ξυπόλητο ζητιανάκι
κλαίει μπροστά
στήν κλειδωμένη μου πόρτα

Ἀγκάθι κάτω ἀπό τό πέλμα μου
λεμονανθός στά μαλλιά μου
δροσερό νερό στό ποτήρι μου
ἡ μνήμη σου

Θάνατος πού μέ ζεῖ
ζωή πού μέ πεθαίνει.


Ἐρωτικό

Εἶδα ὄνειρο ἤμουν μαζί σου πλάϊ στήν θάλασσα
ἡ ἥλιος ἔλιωνε τόν κόσμο
κι ἐσύ γελοῦσες φέγγοντας τίς φλέβες μου
ἅπλωνα τό χέρι ἐτσιδά καί σ’ἄγγιζα
ἠλεκτρισμένη
λάβα και μύρο χυνόμουν ὅλη κι ἔρρεα
πρός ἐσένα.

Μέ κοίταζες κι οἱ θάνατοί μου ὅλοι πέθαιναν
κι ὅλα τά πράγματα πού δέν μέ ξέραν
τραγουδοῦσαν τ’ ὄνομά μου
ριγοῦσα ἀπό τήν ἡδονή τῆς πεταλούδας πού φτερώνει
καί σκίζει τό κουκούλι της βγαίνοντας στῶν ἀνθῶν τό φῶς.

Κι ὅπως τά ὄνειρα δέν ἔχουν λογική
σέ πῆρα σάν μωρό στήν ἀγκαλιά καί σέ κανάκεψα
τόσο γλυκά πού κουλουριάστηκες στά σωθικά μου
κι ἔγινα ἡ εὐτυχισμένη σου μητέρα.

Τώρα πατώ στά νύχια μήν ξυπνήσω
τήν ἀπουσία σου
πουθενά δέν κοιτάζω μήν τυχόν καί φύγει
ὁ μαγεμένος ὕπνος ἀπ’ τά βλέφαρά μου
καί δῶ ἀδειανή, θανατωμένη τήν ζωή μου
καί παραλοΐσω.

Παραμόνεψα

Παραμόνεψα τόν εαὐτό μου καί τόν βρῆκα
νά ἐκπυρσοκροτεῖ- ὅπλο φονικό-
μέ στόχο την καρδιά μου
μέ τρομερά σαγόνια να καταβροχθίζει τόν καιρό
νά σέρνεται μέσα στῆς προσευχῆς τή θλίψη
μέ ὑψωμένη τήν γροθιά νά φοβερίζει ἄγνωστους θεούς
μέ ἀπεγνωσμένη λύσσα καί νά κλαίει
γιά τόν χαμό μιᾶς πεταλούδας.

Κάποιες φορές φορώντας διάδημα ἀπ’ ἀστέρια
φτερά ν’ἀνοίγει σέ οὐρανούς ἀνείδωτα γλαυκούς
νά ὑπνοβατεῖ πάνω σέ ρόδα καί μαχαίρια ἀκονισμένα
στούς τάφους τῶν ἐρώτων του νά ὀλολύζει
καί νά χορεύει μές τά καταγώγια τῶν πόθων, τόν χορό
τῆς ἄνομης Σαλώμης

γεμάτος γύρη καί μοσκοβολιές νά γέρνει
σέ ἀνθισμένους κήπους τοῦ Μαΐου
καί μέ τό γυάλινο κλειδί τῆς μνήμης
νά προσπαθεῖ νά ξεκλειδώσει τό σεντούκι τῶν παραμυθιῶν.

Παραμόνεψα τον ἑαυτό μου καί τόν εἶδα
πίσω ἀπό τά τυφλά ὀνόματα, τίς μαῦρες λάμψεις
πίσω ἀπό τους πικρούς καθρέφτες τῆς ζωῆς
Ἄγνωστο, Φοβερό
νά μέ παραμονεύει.