H Λένα Παππά είναι μια σπουδαία ποιήτρια, που αν ρίξει κανείς μια ματιά στο διαδύκτιο, μπορεί να δει ότι δεν έχει το χώρο που της αναλογεί. Αφιερώνουμε λοιπόν κάποια λίγα ποιήματα ακόμη σε όσους εκτιμούν την ποιήσή της.
Πάει καιρός
Φίλησα την καρδιά σου
τα χαμόγελά σου
στολίστηκα,
μεθυσμένα βήματα έσυρα
στου έρωτα τα μονοπάτια.
Υστερα έφυγες,
γίνηκες
μια βαθιά μαχαιριά στο κορμί μου,
γεύση θανάτου,
καμπάνα της ερημιάς.
Ύστερα έφυγες - πάει καιρός.
Δε σε αναζητω,
δε σε περιμένω.
Ανασαίνω, μα δε χαμογελώ πια.
Περπατώ,
μα πουθενά δεν πηγαίνω,
πάει καιρός που πεθαίνω.
(καθ' οδόν 1973)
Επιδιώξεις
Το λίγο στο φύλλο που τρέμει αεράκι,
το χαμηλό χαμομηλάκι,
με τη σαν παιδικού φιλιού ευωδιά
και το τιτίβισμα του ήλιου
μέσα στις χούφτες τ'ουρανού, μου αρκεί,
δε θα γυρέψω άλλο.
Στο μακρινό και στο πολύ
δεν είναι πάντοτε η χαρά,
η ελευθερία στο ύψος.
Σε ασύδοτες επιθυμίες να σπαταληθώ
γιατί;
Όλα είν' ωραία όταν τ' αγαπήσεις.
Το λίγο στα φύλλα που τρέμει αεράκι,
το χαμηλό χαμομηλάκι
και το τιτίβισμα χρυσό του ήλιου - μου αρκεί.
Δε θα γυρέψω άλλο.
(καθ' οδόν 1973)
Φανταστικό
Ζωγράφισα ένα λουλούδι
που δεν υπάρχει.
Θα του δώσω
ένα όνομα που δεν υπάρχει
θα το αγαπήσω
με μιαν αγάπη που δεν υπάρχει.
Θα 'ρθει να το βρει και να παίξει μαζί του
ο μικρός ρόδινος άνεμος
που δεν υπάρχει
μέσα σε μια άνοιξη που δεν υπάρχει,
τα πουλιά γι αυτό θα πουν
ένα τραγούδι που δεν υπάρχει.
Είμαι ο κηπουρός του,
ο άνεμός του
η μέλισσα κι η πεταλούδα του.
Το καλλιεργώ
σ'εναν κήπο μυστικό, που δεν υπάρχει.
Είναι ένα λουλούδι ολότελα δικό μου
κανείς
δεν θα μπορέσει να μου το κλέψει,
να το μολέψει,
δεν αγοράζεται, δεν πουλιέται,
δεν σπαταλιέται
σε νεκρά βάζα
και κηπους φθινοπωρινούς.
Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει,
να το χαρίσω μια μέρα
μαζί με την καρδιά μου,
στον αγαπημένο ενός έρωτα
που δεν υπάρχει.
(καθ' οδόν 1973)
Η φλόγα
Το ζήτημα δεν είναι μόνο να καείς.
Είναι να υψώσεις μέσα στο σκοτάδι
όσο μπορείς να υψώσεις
τη φλόγα σου.
Υπάρχουν που γινήκαν στάχτη
στάχτη που γέμισαν τον κόσμο δίχως
μια τόση δα μικρή κι ωραία σπίθα
γύρω τους να λάμψει.
(Σκοτεινός θάλαμος)
Διαρκώς
Με το σκουλήκι της μοναξιάς
μες το πιο κόκκινο μήλο μου,
δεν υπάρχει
δεν υπάρχει δικαιοσύνη
σε αυτό τον κόσμο.
Ποτέ
να καταλάβω να πω δεν τόλμησα
ποιος κλαίει τις νύχτες στο αίμα μου
ποιος
μέσα απ' τα χέρια μου ποιος σφεντονάει την πέτρα
θρυμματίζοντας
γυάλινο των θεών τον ουρανό.
Τις λάμψεις και τα μυστικά φυσήματα
ακολούθησα του ανέμου
στα βαθιά των κήπων
δεν έπαψα στιγμή να κυνηγιέμαι και να κυνηγώ,
δεν υπάρχει
δεν υπάρχει γαλήνη σ' αυτόν τον κόσμο.
Απ' το φρυγμένο στόμα ποιος
μου κλέβει το νερό
που στάλα-στάλα μάζεψα
ξοδεύοντας τα βηματά μου σε γκρεμούς και δάση;
Το μέλι του ύπνου ποιος μου φαρμακώνει
μ' ενύπνια πικρά
το δέντρο που 'χα τη φωλιά μου
ποιος μου ξεριζώνει;
Μ' όλα τα δίχτυα μου δεν έπιασα
παρά ίσκιους και σιγή,
σιγή που σαν πληγή
σκοτώνει την ψυχή μου.
Να θέλεις όμορφα να υπάρχεις
τόλμη μεγάλη είναι φαίνεται εδώ πέρα.
(Σκοτεινός θάλαμος)
Σκοτεινός θάλαμος
Όλες οι πράξεις μας καθώς
τ' αρνητικά φωτογραφίας φυλάνε
μια ξένη άγνωστη όψη.
Μες στις σκιές κρυμμένη
με την κατάλληλη επεξεργασία κάποτε
την άλλη μας πραγματικότητα φέρνουν στο φως.
Θάλαμος σκοτεινός χρόνος, μέσα του
της λήψης η στιγμή επικίνδυνη
κρίνει την ύπαρξη μας.
Μάταια τα τρυκ κι οι πόζες και τα φλας
κι η φωτογένεια περιττή, αν ίσως πάρει φως
μοναδικό
και πάει χαμένο της ζωής το φιλμ.
(Σκοτεινός θάλαμος)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παππά Λένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παππά Λένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 6 Μαΐου 2018
Τετάρτη 2 Μαΐου 2018
Λένα Παππά - 3 ποιηματα
Ἡ μνήμη σου
Παραμόνεψα
Παραμόνεψα τόν εαὐτό μου καί τόν βρῆκα
νά ἐκπυρσοκροτεῖ- ὅπλο φονικό-
μέ στόχο την καρδιά μου
μέ τρομερά σαγόνια να καταβροχθίζει τόν καιρό
νά σέρνεται μέσα στῆς προσευχῆς τή θλίψη
μέ ὑψωμένη τήν γροθιά νά φοβερίζει ἄγνωστους θεούς
μέ ἀπεγνωσμένη λύσσα καί νά κλαίει
γιά τόν χαμό μιᾶς πεταλούδας.
Κάποιες φορές φορώντας διάδημα ἀπ’ ἀστέρια
φτερά ν’ἀνοίγει σέ οὐρανούς ἀνείδωτα γλαυκούς
νά ὑπνοβατεῖ πάνω σέ ρόδα καί μαχαίρια ἀκονισμένα
στούς τάφους τῶν ἐρώτων του νά ὀλολύζει
καί νά χορεύει μές τά καταγώγια τῶν πόθων, τόν χορό
τῆς ἄνομης Σαλώμης
γεμάτος γύρη καί μοσκοβολιές νά γέρνει
σέ ἀνθισμένους κήπους τοῦ Μαΐου
καί μέ τό γυάλινο κλειδί τῆς μνήμης
νά προσπαθεῖ νά ξεκλειδώσει τό σεντούκι τῶν παραμυθιῶν.
Παραμόνεψα τον ἑαυτό μου καί τόν εἶδα
πίσω ἀπό τά τυφλά ὀνόματα, τίς μαῦρες λάμψεις
πίσω ἀπό τους πικρούς καθρέφτες τῆς ζωῆς
Ἄγνωστο, Φοβερό
νά μέ παραμονεύει.
Ἡ μνήμη σου
διάττοντας φλογερός
ἄγριος κομήτης
αὐλακώνει τόν οὐρανό μου
πυροπολεῖ τίς νύχτες μου
Ἡ μνήμη σου
ξυπόλητο ζητιανάκι
κλαίει μπροστά
στήν κλειδωμένη μου πόρτα
Ἀγκάθι κάτω ἀπό τό πέλμα μου
λεμονανθός στά μαλλιά μου
δροσερό νερό στό ποτήρι μου
ἡ μνήμη σου
Θάνατος πού μέ ζεῖ
ζωή πού μέ πεθαίνει.
Ἐρωτικό
Εἶδα ὄνειρο ἤμουν μαζί σου πλάϊ στήν θάλασσα
ἡ ἥλιος ἔλιωνε τόν κόσμο
κι ἐσύ γελοῦσες φέγγοντας τίς φλέβες μου
ἅπλωνα τό χέρι ἐτσιδά καί σ’ἄγγιζα
ἠλεκτρισμένη
λάβα και μύρο χυνόμουν ὅλη κι ἔρρεα
πρός ἐσένα.
Μέ κοίταζες κι οἱ θάνατοί μου ὅλοι πέθαιναν
κι ὅλα τά πράγματα πού δέν μέ ξέραν
τραγουδοῦσαν τ’ ὄνομά μου
ριγοῦσα ἀπό τήν ἡδονή τῆς πεταλούδας πού φτερώνει
καί σκίζει τό κουκούλι της βγαίνοντας στῶν ἀνθῶν τό φῶς.
Κι ὅπως τά ὄνειρα δέν ἔχουν λογική
σέ πῆρα σάν μωρό στήν ἀγκαλιά καί σέ κανάκεψα
τόσο γλυκά πού κουλουριάστηκες στά σωθικά μου
κι ἔγινα ἡ εὐτυχισμένη σου μητέρα.
Τώρα πατώ στά νύχια μήν ξυπνήσω
τήν ἀπουσία σου
πουθενά δέν κοιτάζω μήν τυχόν καί φύγει
ὁ μαγεμένος ὕπνος ἀπ’ τά βλέφαρά μου
καί δῶ ἀδειανή, θανατωμένη τήν ζωή μου
καί παραλοΐσω.
διάττοντας φλογερός
ἄγριος κομήτης
αὐλακώνει τόν οὐρανό μου
πυροπολεῖ τίς νύχτες μου
Ἡ μνήμη σου
ξυπόλητο ζητιανάκι
κλαίει μπροστά
στήν κλειδωμένη μου πόρτα
Ἀγκάθι κάτω ἀπό τό πέλμα μου
λεμονανθός στά μαλλιά μου
δροσερό νερό στό ποτήρι μου
ἡ μνήμη σου
Θάνατος πού μέ ζεῖ
ζωή πού μέ πεθαίνει.
Εἶδα ὄνειρο ἤμουν μαζί σου πλάϊ στήν θάλασσα
ἡ ἥλιος ἔλιωνε τόν κόσμο
κι ἐσύ γελοῦσες φέγγοντας τίς φλέβες μου
ἅπλωνα τό χέρι ἐτσιδά καί σ’ἄγγιζα
ἠλεκτρισμένη
λάβα και μύρο χυνόμουν ὅλη κι ἔρρεα
πρός ἐσένα.
Μέ κοίταζες κι οἱ θάνατοί μου ὅλοι πέθαιναν
κι ὅλα τά πράγματα πού δέν μέ ξέραν
τραγουδοῦσαν τ’ ὄνομά μου
ριγοῦσα ἀπό τήν ἡδονή τῆς πεταλούδας πού φτερώνει
καί σκίζει τό κουκούλι της βγαίνοντας στῶν ἀνθῶν τό φῶς.
Κι ὅπως τά ὄνειρα δέν ἔχουν λογική
σέ πῆρα σάν μωρό στήν ἀγκαλιά καί σέ κανάκεψα
τόσο γλυκά πού κουλουριάστηκες στά σωθικά μου
κι ἔγινα ἡ εὐτυχισμένη σου μητέρα.
Τώρα πατώ στά νύχια μήν ξυπνήσω
τήν ἀπουσία σου
πουθενά δέν κοιτάζω μήν τυχόν καί φύγει
ὁ μαγεμένος ὕπνος ἀπ’ τά βλέφαρά μου
καί δῶ ἀδειανή, θανατωμένη τήν ζωή μου
καί παραλοΐσω.
Παραμόνεψα τόν εαὐτό μου καί τόν βρῆκα
νά ἐκπυρσοκροτεῖ- ὅπλο φονικό-
μέ στόχο την καρδιά μου
μέ τρομερά σαγόνια να καταβροχθίζει τόν καιρό
νά σέρνεται μέσα στῆς προσευχῆς τή θλίψη
μέ ὑψωμένη τήν γροθιά νά φοβερίζει ἄγνωστους θεούς
μέ ἀπεγνωσμένη λύσσα καί νά κλαίει
γιά τόν χαμό μιᾶς πεταλούδας.
Κάποιες φορές φορώντας διάδημα ἀπ’ ἀστέρια
φτερά ν’ἀνοίγει σέ οὐρανούς ἀνείδωτα γλαυκούς
νά ὑπνοβατεῖ πάνω σέ ρόδα καί μαχαίρια ἀκονισμένα
στούς τάφους τῶν ἐρώτων του νά ὀλολύζει
καί νά χορεύει μές τά καταγώγια τῶν πόθων, τόν χορό
τῆς ἄνομης Σαλώμης
γεμάτος γύρη καί μοσκοβολιές νά γέρνει
σέ ἀνθισμένους κήπους τοῦ Μαΐου
καί μέ τό γυάλινο κλειδί τῆς μνήμης
νά προσπαθεῖ νά ξεκλειδώσει τό σεντούκι τῶν παραμυθιῶν.
Παραμόνεψα τον ἑαυτό μου καί τόν εἶδα
πίσω ἀπό τά τυφλά ὀνόματα, τίς μαῦρες λάμψεις
πίσω ἀπό τους πικρούς καθρέφτες τῆς ζωῆς
Ἄγνωστο, Φοβερό
νά μέ παραμονεύει.
Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014
Φανταστικό - Λένα Παππά
Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει.
Θα του δώσω
ένα όνομα που δεν υπάρχει
θα το αγαπήσω
με μιαν αγάπη που δεν υπάρχει.
Θα 'ρθεί να το βρει και να παίξει μαζί του
ο μικρός ρόδινος άνεμος
που δεν υπάρχει
μέσα σε μιαν άνοιξη που δεν υπάρχει.
Είμαι ο κηπουρός του,
ο άνεμός του,
η μέλισσα κι η πεταλούδα του.
το καλλιεργώ
σ' έναν κήπο μυστικό που δεν υπάρχει.
Είναι ένα λουλούδι ολότελα δικό μου
κανείς
δε θα μπορέσει να μου το κλέψει,
να το μολέψει,
δεν αγοράζεται, δεν πουλιέται,
δε σπαταλιέται
σε νεκρά βάζα
και κήπους φθινοπωρινούς
Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει
να το χαρίσω μια μέρα
μαζί με την καρδιά μου
στον αγαπημένο ενός έρωτα
που δεν υπάρχει.
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει.
Θα του δώσω
ένα όνομα που δεν υπάρχει
θα το αγαπήσω
με μιαν αγάπη που δεν υπάρχει.
Θα 'ρθεί να το βρει και να παίξει μαζί του
ο μικρός ρόδινος άνεμος
που δεν υπάρχει
μέσα σε μιαν άνοιξη που δεν υπάρχει.
Είμαι ο κηπουρός του,
ο άνεμός του,
η μέλισσα κι η πεταλούδα του.
το καλλιεργώ
σ' έναν κήπο μυστικό που δεν υπάρχει.
Είναι ένα λουλούδι ολότελα δικό μου
κανείς
δε θα μπορέσει να μου το κλέψει,
να το μολέψει,
δεν αγοράζεται, δεν πουλιέται,
δε σπαταλιέται
σε νεκρά βάζα
και κήπους φθινοπωρινούς
Ζωγράφισα
ένα λουλούδι που δεν υπάρχει
να το χαρίσω μια μέρα
μαζί με την καρδιά μου
στον αγαπημένο ενός έρωτα
που δεν υπάρχει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
