Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Η επαναστατική τέχνη ως συνείδηση της εποχής





Η επαναστατική τέχνη ως συνείδηση της εποχής(Κείμενο ομιλίας στην παρουσίαση του βιβλίου του Η.Κακαβάνη, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», Θεσσαλονίκη 21/4/13)

Περικλής Παυλίδης*

Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης» είναι ένα πολύ φροντισμένο πόνημα το οποίο εξοικειώνει τον αναγνώστη με τη γενική πνευματική διαδρομή του ποιητή φωτίζοντας συνάμα κρίσιμες στιγμές της και αποκαλύπτοντας ουσιώδεις πτυχές της προσωπικότητάς του, πράγμα που επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το περιεχόμενο του έργου του.
Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια η σημασία της ενασχόλησης στις μέρες μας με το έργο του Βάρναλη, τι δικαιώνει το ενδιαφέρον για ένα τόσο αδιαμφισβήτητα στρατευμένο κομμουνιστή διανοητή.
Εκκινώ από την άποψη ότι η τέχνη συνιστά διαγενεακή επικοινωνία των ανθρώπων μέσω αισθητικών μορφών, οι οποίες μεταδίδουν και γεννούν συναισθήματα και σκέψεις. Σ’ αυτή όμως την επικοινωνία επιβιώνει διαχρονικά και διασώζεται ό,τι έχει καθολική σημασία για την ανθρωπότητα, για τις ανάγκες και προοπτικές της.
Για να αποκτήσει καθολική σημασία το έργο ενός δημιουργού, το οποίο ωστόσο αναπόφευκτα εντάσσεται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, θα πρέπει να αναδεικνύει τα πλέον θεμελιώδη για την ανθρωπότητα ζητήματα της εποχής, αυτά που διαμορφώνουν τον ανθρώπινο κόσμο και καθορίζουν την εξέλιξή του, να αποτελέσει δηλαδή συνείδηση της εποχής, και να το κάνει μάλιστα χρησιμοποιώντας μορφολογικά άρτιους τρόπους, λειτουργώντας βάσει των νόμων της αισθητικής ικανοποίησης.
Ο Βάρναλης υπήρξε εκπληκτικός τεχνίτης του λόγου. Ο στίχος του καλοδουλεμένος και ακριβής συνδυάζει την διεισδυτική κριτική ματιά με την καυστικότητα, την ειρωνεία και τη χλεύη. Συνάμα μας παρουσιάζει υπέροχα δείγματα λυρισμού.
Αυτό όμως που θα σημαδέψει το έργο του είναι η σπουδαία επιλογή ζωής, να ταχθεί με το μέρος του εργαζόμενου λαού σε μια εποχή μεγάλων επαναστατικών εγχειρημάτων.
Ο Βάρναλης ήταν από τους πρώτους διανοούμενους που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Υπήρξε πρωτοπόρος της ελληνικής επαναστατικής διανόησης, προτάσσοντας το νέο κοσμοϊστορικό ιδεώδες με απαράμιλλο ενθουσιασμό και ιδεολογική μαχητικότητα. Έργα του όπως «Το φως που καίει», «Ο λαός των Μουνούχων» και «Σκλάβοι πολιορκημένοι», αποτελούν λογοτεχνικό μανιφέστο του ιστορικού υλισμού.
Αυτή η επιλογή του ποιητή του επέτρεψε να βρεθεί στο ύψος της εποχής, να διαβεί το δρόμο σκληρών και κρίσιμων κοινωνικών αγώνων, ο οποίος συνάμα οδηγούσε σε γόνιμες πνευματικές αναζητήσεις και δημιουργικές καλλιτεχνικές υπερβάσεις.
Στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ο αστικός κόσμος με τα δικά του ιδεώδη της δικαιϊκής ελευθερίας και ισότητας και της εθνικοπατριωτικής αδελφοσύνης είχε ήδη εξαντλήσει την προοδευτική ορμή του, αποκαλύπτοντας με φρικτό τρόπο το πραγματικό του πρόσωπο, στέλνοντας εκατομμύρια ανθρώπινων ψυχών στην κρεατομηχανή του 1ου παγκόσμιου πολέμου (στην Ελλάδα επιπροσθέτως των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας).
Η διανόηση που παρέμεινε εγκλωβισμένη στα αστικά ιδεώδη βρέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μακριά από τα κρίσιμα ζητήματα της κοινωνικής προόδου ή και σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες προς αυτή.
Η διανόηση που αισθάνθηκε την παρακμή της αστικής κοινωνίας αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει προοπτικές χειραφέτησης και να αφοσιωθεί σ’ αυτές επίσης βρέθηκε στο περιθώριο της ιστορίας.
Από αυτή τη σκοπιά παρουσιάζει ενδιαφέρον η σχέση του Βάρναλη (την οποία αναδεικνύει επαρκώς ο Ηρακλής Κακαβάνης στο βιβλίο του) με διανοητές όπως ο Καβάφης, ο Παλαμάς και ο Δελμούζος, οι οποίοι υιοθέτησαν διαφορετικές ή και αντίθετες στάσεις απέναντι στην εποχή τους εν συγκρίσει με αυτή του ποιητή.
Δέον να τονιστεί ότι αυθεντικός και μαχητικός ανθρωπισμός στον 20ο αιώνα μπορούσε να υπάρξει μόνο μέσα από την προλεταριακή θεώρηση του κόσμου και τον αγώνα για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.
Η κοινωνική στάση του Βάρναλη τον ώθησε να δει τη ζωή από τη σκοπιά των υφιστάμενων την ταξική εκμετάλλευση, των φτωχών, των ταπεινών και καταφρονεμένων. Έτσι κατάφερε να αντιληφθεί το μόχθο και τη δυστυχία τους, (αυτά που πολλοί διανοούμενοι της εποχής κοιτούσαν αλλά δεν έβλεπαν) και να γίνει με το έργο του η φωνή τους.
Ο Βάρναλης πολεμά με πάθος και πείσμα τον κόσμο της αδικίας. Αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο των αφεντάδων της ζωής, των εκμεταλλευτών εργασίας, αυτών που χτίζουν την ευτυχία τους πάνω στα κόκαλα του λαού, χρησιμοποιώντας βία και απάτη.
Ο Βάρναλης αγαπά το λαό και γι’ αυτό δε τον κολακεύει. Αντιθέτως τον επικρίνει για τη δειλία, τη μοιρολατρία και τη μικροψυχία που συχνά τον διακρίνουν. Ο λαός κουβαλάει μέσα του όλη τη σαπίλα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Είναι ο «καλός λαός», αυτός που φρόνιμα και ταχτικά πάει με κείνον που νικά, είναι ο λαός των μοιραίων οι οποίοι, ενώ έχουν στερηθεί ό,τι όμορφο υπάρχει στη ζωή, εκτονώνονται με υποκατάστατα ευτυχίας, περιμένοντας κάποιο θαύμα.
Ο λαός μπορεί να προδώσει. Όπως σπαρακτικά αναφωνεί η βαρναλική Παναγία: Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Ο ποιητής γνωρίζει καλά ότι ο λαός υφίσταται κάθε μορφής πνευματική χειραγώγηση και καταγγέλλει με καυστικό τρόπο την απύθμενη υποκρισία όλων εκείνων των απολογητών της ταξικής κυριαρχίας, οι οποίοι διδάχνουν την αγιότητα της σκλαβιάς και της πείνας ώστε να μπει ρυθμός και τάξη στο μυαλό και στην ψυχή των αδικημένων και να ζητάνε μοναχοί τους ν’ αδικιούνται – για το καλό τους.
Ο Βάρναλης με το καθαρτήριο φως της σκέψης και του λόγου του αντιμάχεται τα ιδεολογικά φαντάσματα του κόσμου της εκμετάλλευσης, της καθημερινής ψευδούς συνείδησης, τα οποία ηγεμονεύουν το μυαλό και τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου. Το έργο του λειτουργεί ως νυστέρι που αποκαλύπτει τις θεμελιώδεις πλευρές της κοινωνικής αδικίας.
Γράφει στο «Λαό των μουνούχων»: απόχτησε σε μια-δυο γενιές νομιμότητα και κάποια ιερότητα. Ήταν η ιδιοκτησία. Κανένας δε θυμόταν, πως ήταν κλεμμένη.
Σπάνια μπορεί κανείς να συναντήσει τόσο οξυδερκή και κριτική στάση απέναντι στη θρησκεία, στην ισχυρότερη δηλαδή μορφή πνευματικής υποδούλωσης, η δύναμη της οποίας πηγάζει από όλη τη συσσωρευμένη στους αιώνες αδυναμία και απελπισία των ανθρώπων αναφορικά με το εφικτό της χειραφέτησής τους σε αυτό τον κόσμο και με τις δικές τους δυνάμεις.
Στους λίγους δόθηκεν η Γη, στα πληθ’ οι Ουρανοί
δεν είν’ αξιότερο αγαθόν απ’ την υπομονή.
Συνάμα περιβάλλει με ιδιότυπο σεβασμό τις θρησκευτικές μορφές του Χριστού και της Παναγίας, όχι γιατί εισάγει κατά λαθραίο τρόπο στοιχεία θρησκευτικότητας στο έργο του, αλλά γιατί κατανοεί πολύ καλά ότι με τα σύμβολα του «θείου δράματος» εκφράστηκε το ανθρώπινο δράμα (πόσο Χριστέ σουν άνθρωπος, αναφωνεί η Μαγδαληνή), αλλά και η φαντασιακή αναζήτηση διεξόδου και λύτρωσης από την επίγεια μάβρη Κόλαση.
Είναι εξαιρετικά θαρραλέα και επαναστατικά συνεπής η στάση του Βάρναλη απέναντι στην έννοια του έθνους, αυτή τη λατρεμένη ιδέα της αστικής τάξης, πίσω από την οποία έκρυβε όλη την ταξική ιδιοτέλειά της, αξιώνοντας από τους ταπεινούς και καταφρονεμένους να χύσουν το αίμα τους στο όνομά της, αυγαταίνοντας συνάμα τον πλούτο των αφεντικών τους.
Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
χωρίς πατρίδα, πάντα «οχτροί και μούλοι
Ο Βάρναλης ειρωνεύεται και καταγγέλλει και την κομφορμιστική συνείδηση των διανοουμένων, η οποία καταφεύγει σε κόσμους φανταστικούς για να κρυφτεί σε αυτούς, φτιάχνοντας ένα ωραίο ιδανικό, αδιάφορο όμως για τις ανάγκες των ανθρώπων.
Ξεσκεπάζει τις ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας της τέχνης και της συνείδησης: Όσο το σώμα θ’ ανήκει στον Καίσαρα θαν του ανήκει μαζί κι ο νους κ’ η ψυχή.
Ο Βάρναλης πιστεύει βαθύτατα στη δύναμη του λαού και στην ιστορική προοπτική της χειραφέτησής του. Το έργο του είναι ιστορικά αισιόδοξο. Ο λαός θα νικήσει όλα τα φονικά ρηγάτα και θα θεμελιώσει το βασίλειο της Δουλειάςτης Πανανθρώπινης Φιλιάς.
Ο ποιητής παρακινεί το θύμα και το ψώνιο να φέρει ανάποδα τον ντουνιά.
Τα λόγια του Βάρναλη ηχούν σαν αγέρωχο επαναστατικό προσκλητήριο, συνιστούν σάλπισμα εξέγερσης:
Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Ο ποιητής αναφέρεται στην προοπτική ενός λεύτερου κόσμου κι αυτό είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει στο έργο του. Η δύναμη και η κοινωνική σημασία της τέχνης όπως και η δύναμη της ανεπτυγμένης-καλλιεργημένης συνείδησης, εν γένει, καθορίζονται από τη στάση απέναντι στην προοπτική, από την ικανότητα κατανόησης και ανάδειξης της προοπτικής, αυτού δηλαδή που δεν μπορεί να διακρίνει ο καθημερινός κοινός νους των απλών ανθρώπων.
Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής, επιχειρεί να στρέψει το βλέμμα των ανθρώπων του εργαζόμενου λαού στην αισιόδοξη προοπτική ενός όμορφου χειραφετημένου κόσμου, στον οποίο οι προλετάριοι έχοντας απαλλοτριώσει τους απαλλοτριωτές τους προσοικειώνονται όλα τα θαυμαστά επιτεύγματα του πολιτισμού:
η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμένα ως χτες
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές
… …
Όλα σου τέχνη τα καλά και τα μεγάλα δώρα
σα να ναι μια τα χαίρεσαι ψυχή παγκόσμια τώρα
Και η λευτεριά είναι καθολική-πανανθρώπινη: όμοια λεύτερη όλη η πλάση στον αγώνα του καλού.
Πολλοί ικανοί διανοούμενοι εμφανίστηκαν στον 20ο αιώνα. Όμως μόνο άνθρωποι σαν τον Βάρναλη στάθηκαν στο ύψος της κοινωνικής ανάγκης και της συνειδητής οργής, σήκωσαν την ιστορία στους ώμους τους, φώτισαν το δρόμο της ανθρώπινης προσπάθειας για λύτρωση, για καλύτερο αύριο, έγιναν οι οδηγητές του λαού στα μεγάλα επαναστατικά του σκιρτήματα.
Ο Ρίτσος αποτιμά με τον ακριβέστερο τρόπο το έργο του Βάρναλη γράφοντας το 1956 στην τότε Αυγή:
Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας
με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου
σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει.
Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή δίπλα στ’ αφτί
για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω απ’ τα τείχη
τη στρογγυλή βουή του ιστορικού αναπότρεπτου ήλιου.
Αυτό τον ήλιο μας έδειξες.

Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής, είναι καθολική και συνεπώς διαχρονική, αφενός γιατί οι λογαριασμοί που άνοιξε ο 20ος αιώνας με τον καταστροφικό κόσμο του κεφαλαίου δεν έχουν κλείσει ακόμα, αφετέρου γιατί τα ιδανικά και η προοπτική που υπηρέτησε συνάπτονται με το πιο σημαντικό και αυθεντικά καθολικό ζήτημα της ιστορίας, με τον αγώνα για τη χειραφέτηση της εργασίας και την κομμουνιστική ενοποίηση της ανθρωπότητας.
Ως εκ τούτου το έργο του Βάρναλη ανήκει οριστικά στο μέλλον.
*επίκουρος καθηγητής ΑΠΘ

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

H ομιλία του Γ.Σαρρή στην παρουσίαση του βιβλίου "Ο άγνωστος Βάρναλης και 10 αδημοσίευτα ποιηματά του" στη Θεσ/νίκη



O Κ.Βάρναλης ήταν υλιστής.
Δεν πίστευε στην "αιώνια ζωή"
Με την Τέχνη του αποφάσισε να υπηρετήσει το λαό.
Το λαό που γνώρισε στις γειτονιές, τα χωριά και τις πόλεις του καιρού του.
Φυσικά ήξερε και αυτός, ειδικά αυτός, όπως και οι άλλοι μεγάλοι ποιητές, ότι η γλώσσα αλλάζει και εξελίσσεται.
Δεν τον ενδιέφερε όμως αν η επιλογή του να μιλήσει με τη λαική γλώσσα του καιρού του, μπορεί να του στοίχιζε την ποιητική του αιωνιότητα. Είχε περισσότερο από όλους τους άλλους υπερβεί την συνηθισμένη ματαιοδοξία που βρίσκει κανείς ακόμη και στους καλύτερους. Κέντρο της σκέψης του και των όσων έκανε δεν ήταν ο εαυτός του, αλλά ο σκοπός που είχε αποφασίσει να υπηρετήσει. Και αυτό που επιδίωξε σε όλη του τη ζωή σαν ποιητής και δάσκαλος ήταν να δώσει στο λαό όπλα εκφραστικά για να τον βοηθήσει να ανέβει στο ύψος που του αξίζει.
Κι όμως αυτή ακριβώς η επιλογή του 'ήταν ένα ακομα στοιχείο που τον τοποθετεί στην κορυφή των λαικών καλλιτεχνών, που με κάθε θυσία έβαλαν τον εαυτό τους και την Τέχνη τους, στην υπηρεσία των "τυραγνισμένων" και όχι των τυράννων.
Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα της ομιλίας που έκανα στη Θεσ/νίκη.
Ελπίζω να κατάφερα να το κάνω κατανοητό.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Η δίκη Λουντέμη και ο Κ.Βάρναλης


Παρουσιάστηκε και στη Θεσσαλονίκη το πολύ καλό βιβλίο του Ηρ.Κακαβάνη "Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του" σε μια κατάμεστη αίθουσα της Δημ.Βιβλιοθήκης στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Η παρουσία του κόσμου που δεν ήταν μόνο από τη Θεσσαλονίκη αλλά και από Βέροια, Κοζάνη και αλλού δείχνει το πόσο επίκαιρο είναι και σήμερα το φαινόμενο Κώστας Βάρναλης.
Η παρουσίαση ήταν κατά τη δική μου γνώμη και πάλι πλούσια και ουσιαστική ενώ οι ομιλίες απλώθηκαν σε διάφορες πλευρές, πολιτικές και λογοτεχνικές, δίνοντας χωρίς υπερβολή ένα άρωμα "συνεδριακό" στη βραδιά, όσο μπορεί κάτι τέτοιο φυσικά να ειπωθεί για μια βραδιά διάρκειας 2 ωρών.
Η βραδιά ξεκίνησε με την αναπαράσταση της δίκης Λουντέμη από ομάδα ηθοποιών δίνοντας από την αρχή ζωντάνια και ενδιαφέρον και κερδίζοντας ζεστό χειροκρότημα από τον κόσμο που είχε γεμίσει την αίθουσα και τους διαδρόμους.
Φυσικά θα επανέλθουμε με  τις ομιλίες (και με τη δική μου) στην πρώτη ευκαιρία.

Εδώ κάποια σημεία από εκείνη τη δικη που καταγράφεται και στο βιβλίο του Ηρ,Κακαβάνη.


ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;
ΒΑΡΝΑΛΗΣ : Ένοχος; Όχι! Για να ναι ένοχος ένας Συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις; Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο; Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ΄ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος.
...
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε , έξαφνα, να την παραδώσεις εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν΄ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε «λόγω αμφιβολιών»! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!.

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Τσιγγάνικο - Κ.Βάρναλης

Τσιγγάνικο

Βάρα γερὰ τὸν νταγερέ, πιωμένε μου λεβέντη!
Κορδέλλα κόκκινη κρεμῶ στὸν ἄγριο ἐσὲ ζουρνᾶ σου!
Φλουρὶ κολλῶ στὸ στῆθος σου, ξυπόλυτη χορεύτρα!
στρογγυλοπαίζει σου ἡ κοιλιὰ κι ὁ κόρφος σου πετάει
τὰ μπρούνζινα γιορτάνια σου καὶ τὰ χοντροβραχιόλια.

Παίζει τὸ μαῦρο μάτι σου, μαργιόλικο, μεγάλο,
καὶ φέρνει ὁ λάγνος σου χορὸς τὴν πεθυμιὰ τῆς νύχτας!..

Κρασὶ ἂς μὴ παύσουν τ᾿ ἄταχτα μουστάκια μας νὰ στάζουν!..
Ἒ σύ, πατέρα! Ἡ κόρη σου ῾πόψε τὸ παθαμύθι
θὰ μοῦ εἴπει τὸ τσιγγάνικο πά᾿ στὸ προσκεφαλό μου!

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Οι πόνοι της Παναγιάς-Το πέρασμά σου- Η καμπάνα - Κ.Βάρναλης



Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μη την πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελαζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!



Το πέρασμά σου



Στη ζήση αυτή που τη μισούμε
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε.

σ αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά
κι άνθος για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμένο αηδόνι κελαηδήσει,

Ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό
και γέμισεν ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλη η χώρα.

Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασχαλιά.
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι η Πασχαλιά
γιατί έτσι λίγο να βαστάξει!

Η ΚΑΜΠΑΝΑ

Πολλά γέρικα τελώνια τραβάνε με τα δυο τους τα χέρια το σκοινί της Καμπάνας. Και το μπρούτζινο τέρας, αφού έτριξε πάνω στους αρμούς του, βρόντηξε τόσο δυνατά, που όλοι ανοίξανε τα στόματα και βουλώσανε τ’ αυτιά τους.


Μες το δροσάνεμο,
που αναγαλλιάζω
κι ο νους βυθίζεται
σε χάος γαλάζο,
ανθρώποι, αφήστε με
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη,
στόμα κλειστό.


Ποιο χέρι απλώθηκε
να με σπαράξει,
-απ’ το χρυσόνειρο
στην μαύρη πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή
με τραβάς, αίμα μου,
ξανά στη Γη.


Ω σεις χαμόσυρτα,
λέρα σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια.
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή!


Δεν είναι κέντρισμα
να σας κουνήσει,
κορμιά, που η άλυσσο
τα χει τσακίσει.
Σκέψη, ποιος άνεμος
θάν’ αξιωθεί
να σ’ ανατάραζε,
σκότος βαθύ;


Πίσω απ’ τα λόγια μου,
πικρά φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι,
βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί!


Να ταν να ξήλωνεν
απ’ την καρδιά μου
Μοίρα καλόβολη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνε
μ’ άξιο φτερό
σκέψη, που μέστωσε
με τον καιρό.


Πάνω από θάλασσες,
πάνω από χώρες,
με τους καλόκαιρους
και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν
αγαλινά,
όπου τ’ ανθρώπινο
πλήθος πονά.


Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες,
λιμάνια ολόκαπνα,
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά
και φυλακές,
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.


Στα στήθη να μπαινα
σαν την ανέσα,
σφυγμός βαθύριζος
στις φλέβες μέσα,
στο νου σαν άστραμα
και στην ψυχή,
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα
τη διδαχή:


«Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε,
ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε,
στις νέες ανάγκες σου
-κόπος βαρύς!-
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρεις.»


«Αν είν’ η σκέψη σου
πριν από σένα,
δεν είναι απόκομμα
θεού και γέννα:
τη σκλάβα σκέψη σου;
σκλάβα δετή,
σου τήνε πλάσανε
οι Δυνατοί.»


«Φτωχέ, σου μάραναν
κόποι και πόνοι
τη θέληση άβουλη,
πιωμένη αφιόνι!
Αν είν’ ο λάκκος σου
πολύ βαθύς,
χρέος με τα χέρια σου
να σηκωθείς».


«Τ’ άσκημα χέρια σου,
των όλω αιτία,
βαστάνε μάργελη
την Πολιτεία.
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου
κάθ’ αγαθό,
του ωραίου περίθετο
το χρυσανθό».


Σφίξε τα χέρια σου,
για σένα κράτει
τ’ άμοιαστον έργο σου,
την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας
προς τη Χαρά,
μέσα σου θά νοιωθες
αστρών σπορά!»


Κι όπου σε σφάζουνε
δεμένον πίσου,
να βρόντα άξαφνα
σεισμός αβύσσου,
χίλια αστροπέλεκα:
«Δεν είναι μπρος,
ειν’ από πίσω σου
χρόνια ο οχτρός!»

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

«Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα!»


http://kostas-varnalis-poiimata.blogspot.gr/


Τριάντα οκτώ χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του ποιητή Κώστα Βάρναλη.
Ο Κ. Βάρναλης είναι ένας από τους σημαντικότερους στρατευμένους στα κομμουνιστικά ιδανικά ποιητές. Ο πρώτος που καθιέρωσε στη χώρα μας την επαναστατική ποίηση. Αρκετά ποιήματά του τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν από το λαό, απαγγέλθηκαν από εργάτες, μπήκαν σε λαϊκά σπίτια.
Διαχρονικός και επίκαιρος. Ο Προμηθέας του λέει: «Τόσο μοιάζουν το χθες με το σήμερα που μου φαίνεται πως τώρα δα έχω γεννηθεί και βλέπω το σήμερα».
Επίκαιρος και σήμερα που τσακίζουν τα λαϊκά δικαιώματα, εξαθλιώνουν τη ζωή των εργαζομένων μα ταυτόχρονα ζητούν από το λαό υπομονή και θυσίες για τη «σωτηρία της πατρίδας» δήθεν. Ποιας πατρίδας όμως; Του λαού που παράγει τον πλούτο αλλά δυστυχεί και υποφέρει, ή μιας χούφτας παράσιτων που τον κλέβουν;
Ένα σχόλιο σε αυτή την πραγματικότητα είναι το «παραμύθι» που λέει ο Σωκράτης στους συμπολίτες του στην «Αληθινή απολογία» του:
«… Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτύνανε αρκετά, αποφασίσανε να τακτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατεία τους είπανε: “Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας (…) Είσαστε λεύτεροι! (…) Ο κυρίαρχος λαός θα ‘σαστε εσείς! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λευτεριά σας. Σεις θα δουλεύετε (…) Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας (…)
Κ’ εσείς κ’ εμεις θα ‘χουμε πάνω από τα κεφάλια μας τους ίδιους Θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλεύετε και να μην τρώτε κ’ εμας να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα ‘χουμε πάνω απ’ τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλευτάδες και θα τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαυτό σας (…) Κι επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συμφέρον σας και να φυλάξετε τον εαυτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράγμα μοναχά σας απαγορεύουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ’ εμάς”.
Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λεύτερα και λεύτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ’ οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτω απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι (…) Κ’ η ευτυχία τους αυτή ήτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δε μπορούσε πια μήτε να σκεφτεί χωρίς “σωτήρες”.
Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι (…) Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Πού να το βρω! (…) Μοναχά σας λέω: “Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών”».
Ο Βαρναλης είναι ένας στοχαστής – μαστιγωτής της κοινωνικής πραγματικότητας, με γνώμονα να αποκτήσει ο «Καλός Πολίτης», το θύμα της εκμετάλλευσης, συνείδηση, να χειραφετηθεί και να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία και την πραγματοποίηση του δικό του πολιτισμού.
Εγραψε χωρίς να χαϊδεύει εκείνον στον οποίο απευθυνόταν, τον λαό, χωρίς να τον θωπεύει, χωρίς να τον αφήνει έξω από την ευθύνη του, την προσωπική του ευθύνη, να πάψει να είναι «θύμα, ψώνιο και σύμβολο αιώνιο» της μοίρας του.
«Όσο πιο ταπεινωμένος ο άνθρωπος, τόσο πιότερο κι αναποφάσιστος, όσο πιο κουρα­σμένος τόσο λιγότερο ανασαίνει και σκέ­φτεται και θυμώνει. Χρειάζεται κουράγιο και μπιστοσύνη στον εαυτό σου, για να αντισταθείς στην αδικία - και πιο πολύ ακόμα για ν' αδικήσεις. Μαθημένος να φοβάσαι, δε θέλεις να φοβηθείς περισσότε­ρο. Αφήνεσαι στη γλύκα της αβουλίας, στον εγωισμό του πόνου. Κι όχι μονάχα στέκεσαι να σου παίρνουν τα όσα δεν έχεις, μα δεν αγγίζεις και τα λίγα πόχεις: νηστεύεις από δικού σου το φαγί, το πιοτό και τις γυναίκες- μισείς τον ήλιο, τη θάλασσα, τον αγέρα του δάσου και την κίνηση και αποζητάς την αρρώστια, τα βάσανα, την απλυσιά, τη σιωπή και το θάνατο, για να πας στον παράδεισο» «Αληθινή απολογία του Σωκράτη».

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Μπάτε σκύλοι αλέστε...- Κ.Βάρναλης



Οπως περιέχεται στην εβδομαδιαία έκδοση των πολιτικών προσφύγων στη ΓΛΔ, «Το Δελτίο μας», της 17ης Σεπτ. 1954, αρ. φυλ. 132 και, όπως και πολλά άλλα, είναι στη διάθεση των αναγνωστών σε ηλεκτρονική μορφή, στο Επιμορφωτικό Κέντρο «Χαρίλαος Φλωράκης»:



- Ελα δω, ραγιά, που σε διατάζω.
- Και ποιος είσαι του λόγου σου, που λες ραγιά. Ελα συ εδώ.
- Κύριός σου είμαι. Ομολογιούχος. Πέσε!
- Και για ποιόνε με πήρες; Για Ελληνικό Κράτος;
- Πού το βρήκες το Ελληνικό Κράτος; Εμείς οι ξένοι είμαστε κράτος.
Κράτη εν κράτει, ομολογιούχοι, Ούλεν, Πάουερ, διομολογήσεις, ετεροδικίες, "σύμβουλοι"...
- Κι από μένα τι ζητάς;
- Να πλερώσεις!
- Τι να πλερώσω; Δεν ξέρω τίποτα.
- Ξέραν οι πρόγονοί σου πριν από εκατόν τριάντα χρόνια... Εθνικοί άνδρες ήσαν, εθνικά δάνεια κάνανε χάρις σ' εμάς τους... φιλέλληνες!
- Ποια δάνεια; Τα πλερώσαμε δέκα φορές ως τώρα. Μας χρεώνατε χίλιες λίρες και μας δίνατε στο χέρι εκατό. Οχι μονάχα μια φορά. Πάντα! Τρεις το λάδι τρεις το ξύδι κι έξι το λαδόξυδο. Η προμήθεια, τ' ασφάλιστρα, τα χρεώλυτρα, οι μεσιτείες, οι προκαταβολές των τόκων τρώγανε τη μάννα. Μ' αυτά τα πρώτα δυό "εθνικά δάνεια" φέρατε την Ελλάδα στα "πρόθυρα της καταστροφής".
- Δε σηκώνω κουβέντες. Πλέρω και βιάζομαι...
- Να κάνεις τι;
- Αμ' το ξέρεις από άλλοτες και συ κι οι όμοιοί σου... Η τιμή είναι ανώτερη από κάθε αδυναμία... Μπορείς δε μπορείς, πρέπει να μείνεις τίμιος... Υπόγραψες, νεαρέ μου, και θα τα "κυλίσεις"!
- Και το αίμα που εμείς χύσαμε για σας; Είναι φτηνότερο από το δικό σας το χρυσάφι, που δε μας το δίνατε κιόλας; Για τη δικιά σας την αυτοκρατορία και τα δικά σας τα πετρέλαια και για τα δικά σας τα κεφάλαια χύσαμε το αίμα μας, στην Ουκρανία, στη Μικρά Ασία, στην Αφρική... Και στον τόπο μας! Τι ζητάτε τώρα από τους πεθαμένους;
- Πλέρω!
- Δεν έχω!
- Εχεις και παραέχεις. Οταν μπορείς να πετάς τα λεφτά σου από το παράθυρο, θα πει πως έχεις!
- Δε μούμεινε λάδι.
- Θα σφίξουμε λιγάκι το μάγγανο και θα βγάλεις. Θα βγάζεις, όσο και να σε στίβουμε. Κι όσο περισσότερο σε στίβουμε και βγάζεις, τόσο περισσότερο γίνεσαι άγγελος της ελευθερίας, διότι δεν σου μένει... κουκούτσι να νογάς τι σου γίνεται και τι σου μέλλεται.
- "Ουκ, αν λάβεις παρά του μη έχοντος".
- Θ' αγοράζεις ψωμί και θα το τρώω εγώ με τους εμμέσους φόρους. Πού θα μου πας; Και άκουσ' εδώ ένα πράγμα.
Αν δεν βάζαμ' εμείς όλα μας τα δυνατά η δικιά σας η ολιγαρχία θα είχε εξαφανιστεί. Αυτή μας χρωστάει και την ύπαρξή σου!
- Τη δικιά μου;
- Και βέβαια! Από σένα θα πάρει για να δώσει σ' εμάς. Η μια ολιγαρχία στην άλλη... Ετσι γίνεται πάντα. Οι λαοί δίνουν και το αίμα και το χρήμα κι οι ολιγαρχίες παχαίνουν...
- Φεύγεις ή δε φεύγεις;
- Κουτέ! Οσο μακρύτερα φύγω, τόσο περισσότερο θα τρέχεις για να με πλερώσεις... Δούλε!

Σημείωση: Το παραπάνω χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη, γράφηκε με την ευκαιρία της υποχρέωσης που ανέλαβε η παπαγική κυβέρνηση να πληρώσει και πάλι η Ελλάδα τα εξωτερικά δάνεια, που ως τώρα τάχουμε πληρώσει πολλές φορές».

(από τη στήλη "Ημεροδρόμος Ρίζος" του Ριζοσπάστη 16/4/11)

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

"Η πόρνη" , "Πως μας θέλει η αληθής δημοκρατία"-K.Bάρναλης


Πως μᾶς θέλει ἡ «ἀληθὴς δημοκρατία»

Νὰ μὴν ἀκούω καὶ νὰ μὴ βλέπω νὰ πατώ.
Νὰ μὴ νογάω καὶ νά ῾χω το στόμα βουλωτό.
Να μη με φαρμακών᾿ η μπόχα του καιρου μου.
Χωρὶς αὐτιὰ καὶ μάτια, μύτη και μυαλό,
μουγκὸς νὰ πηαίνω, όποτε μου ῾ρθει, προς νερου μου,
κι άμα τσινάει ὁ Γάϊδαρος νὰ μὴ γελώ.
Καὶ σὰ μὲ καρυδώνουνε μουνούχο σκλάβο
οἱ Ἀμερικάνοι, εγὼ νὰ βλαστημάω τὸ Σλάβο.

Η ΠΟΡΝΗ

Κι αν όλοι σβήσουνε οι αχοί σε δάση και σε θάλασσες
και στων ανθρώπων τις καρδιές,
το γέλιο μου, που σφυριχτό ή βραχνό, βαθυά ξεσπάει
σαν τον αγέρα του χινόπωρου
μέσα στα κρύα και γυμνωμένα δάσα,
πάνω στα μαύρα κύματα και μες τα μαύρα ξάρτια,
όλη θα γέμει τη ζωή με το φαρμάκι του!
Δεν είναι γέλιο της χαράς
ή της καρδιάς, πό’χει το χρέος της κάνει·
είναι το γέλιο της ασύνειδης ταπείνωσης,
που δε μπορεί άλλο να ταπεινωθεί,
είναι το ηδονικό άστραμμα του Μίσους,
που δεν μπορεί να εκδικηθεί!

Δεν είν’ τ’ Ωραίο, που τυραγνά
τη μαύρη σκοτεινή ανθρωπότη
στον ξύπνο και τα ονείρατά της!
Δεν είναι η Ιδέα, που ξάφνου αστράβει
βαθυά στα ποιητικά μελίγγια,
κ’ ένα φτερό ασκημένο και καλό
σε μια στιγμή βλοημένη,
τη σταματάει σε χρώμα, σε πηλό ή σε λόγο
για να οδηγάει και να φωτάει
ανθίζοντας στων ουρανών και στων ψυχών τα σκότη.


(Χωρίς επίθετο όνομα, Ελένη, Ελένη!
που όλη αντηχάς πολέμου αντάρα
δοξαριού βρόντημα ζεστό,
κονταριών τσακίσματα, γκρεμίσματα αλόγων
μέσα σε κουρνιαχτό πνιχτό.
Ω! εσύ αφριστό, θολό ποτάμι
από πηγμένον, αχνιστόν ή σάπιον αίμα.
Ελένη! Ελένη! εσύ χαμέ αδερφών, αντρών και πατεράδων
και τάφε μακρυνέ κι' άκλαυτε τάφε
σε τόπο μακρυνό, εχθρικό και ξένο.
Ω! πρώτη εσύ Γυναίκα, Πόρνη πρώτη,
μες την αυγή του Νου και της Ζωής
γαλάζιο φως του Ονείρου και του Ιδανικού,
πλάσμα του Ενού και των Πολλών,
η δύναμή σου, ως πέρασες στη Φαντασιά,
την εδικιά μου Δε θα παραβγεί,
τη ζωντανή εδικιά μου δύναμη,
της Πόρνης της αληθινής!)

Αυτός ο κόρφος ο ζεστός,
οπού φουσκώνει ορθός, στητός, μικρούλης ή γεμάτος,
ολόφωτος ή σκοτεινός·
η γάμπα ετούτη μου, αλαφριά,
ψιλόλιγνη κι αφροχυμένη,
γλυκειά στο γγίξιμο σαν το κορμί του γλάρου,
ωσάν θαμπό συντέφι ή κόκκινη σκουριά σιδέρου·
τ’ αφάλι ετούτο βαθουλό σε μια κοιλιά κρουστή
ή σε κοιλιά θλιμμένη,
με την ελιά στην κλείδωσή της·
και τούτο, ω, τούτο τ’ αποκοίλι
ακρόνοιχτο τριαντάφυλλον ή γινωμένο σύκο·
και τούτος ο βυθός ο σκότεινος,
ο σκοτεινότερος βυθός μέσα στης Γης τα σκότη και τα βάθη,
ζεστός καθώς ο βίαιος θάνατος,
Πηγή ζωής, Πηγή θανάτου,
είναι της ανθρωπότης η τυράννια
της σκοτεινής και μαύρης ανθρωπότης!

            (Αρχίζει να χορεύει)

Απάνω απ’ όλα η Μοίρα μου είναι!
Καθώς χτυπώ τα παλαμάκια
και γέρνω πίσω το κεφάλι,
κλειώντας τα μάτια κουρασμένα,
μάτια μολύβι απ’ τις αγρύπνιες,
και γυαλωμένα απ’ τις αρρώστιες,
ανοιώ τα μπράτσα ωσάν δοξάρι
και του υψωμένου μου ποδιού τη μύτη
χτυπάω μ’ ανάστροφα δαχτύλια
και με λαρύγγι ξεφωνώ ραϊσμένο:
«Δεν είμ’ εγώ μια ανθρώπινη ζωή,
ούτε μια θηλυκιά κατάρα!
Είμαι η Γυναίκα – Σύμβολο,
η Σφίγγα κ’ η Μαγδαληνή,
γεμάτη όλα τα ονόματα κι’ όλες τις μοίρες
όλες τις ψυχές και τις καρδιές
όλα τα ψέματα και τις αλήθειες·
είμαι όλη εγώ η Ζωή, όλη η Ανθρωπότη,
η σκοτεινή καματερή Ανθρωπότη!»

Εγώ μαι η Πολιτεία των Δυνατών
η Πολιτεία των Λίγων των Κηφήνων,
της Αδικιάς, της Βίας η Πολιτεία
και της Ψευτιάς!
Εγώ μαι η ιερή Πατρίδα,
πόχω τον πόλεμο θεμέλιο,
της ευτυχίας των δυνατών θεμέλιο,
για να μπορούν να χαίρονται, γινόμενοι πιο δυνατοί
και πιο σκληροί,
πιο αχρείοι,
τις αδερφές, τις μάννες των «ηρώων»
μαζί με το αίμα των «ηρώων»!
Εγώ μαι η ιερή Πατρίδα
οπού με την ειρήνη θανατώνω
την ψυχή και το πνέμα των ανθρώπων,
σκεπάζοντάς τους με σκοτάδια και κουρέλια
και δίνοντάς τους λίγες λέξεις,
να ζουν ονειρευάμενοι τις λέξεις
και να πεθαίνουνε για λέξεις!
Είμαι η ιερή Πατρίδα, που διδάχνω
το μίσος, την κλοπή, το φόνο,
σειώντας ένα πανί χρωματιστό,
μπροστά στα μάτια, που τυφλώνω τα με χίλιους τρόπους.

Είμαι η Θρησκεία, που φανερώνω
τη Θέληση των ουρανών
στα πλήθη που δεν έχουν θέληση,
γιατί δεν έχουν γνώση.
Είμαι η Θρησκεία, που ευλογάει
τους χρυσούς, τους επίσημους φονιάδες,
που λάμπουν από λίπος κι από ακαματιά
κ’ έχουν τα μάτια του πετρίτη
που από το πιο μεγάλο ψήλος
βρίσκουν το πιο βαθιά κρυμμένο κέρδος.
Είμαι η Θρησκεία, που καταριέται
τα θύματα, τα θύματά της,
και που, όσο αρνιόνται, τόσο τα βυθίζει
μες την τρομάρα αιώνιας ποινής
πάνω στη Γη και κάτου από το Χώμα!

Εγώ μαι η Τέχνη του Απολύτου,
του έξω καιρού και τόπου η Υέχνη,
χωρίς σκοπό και δίχως όφελο.
Εγώ μαι η Τέχνη της Μορφής,
των λέξεων, των ρυθμών, του αισθήματος,
του υποκειμενισμού, των αντιφάσεων
της Ηδονής!
Εγώ μαι ο αριστοκράτης Στίχος,
η Κεντρική όψη της Ζωής,
των υπερκόσμιων ψιθύρων Ακοή,
πούχασα την αφή της Ζωής
που αλλάζει κύκλους, νόημα και σκοπό
με τους καιρούς.
Εγώ μαι η Τέχνη, που χωρίζω,
αντίς να ενώνω τους ανθρώπους,
και που ανασταίνω μέσα από τους τάφους
παλιές ιδέες, πόχουν πεθάνει,
χτυπώντας τα φτερά του πνεύματος
οπίσω, οπίσω, οπίσω,
σκοτώνοντας τη ζωή και τη λαχτάρα της
για Φως, για Λευτεριά, γι’ Ανέβασμα!
Εγώ μαι η Τέχνη των μωρών, των τσαρλατάνων,
η Τέχνη των μοιχών και των ευνούχων,
η πουλημένη, η ατιμασμένη,
του Μπαρρές, του Κλωντέλ και του ντ' Αννούντσιο.
Είμαι «η Φλογέρα» εγώ «του Βασιλιά»
και «το Πάσχα των Ελλήνων!»

Από το "Φως που καίει" που κυκλοφόρησε ο Κ.Β με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας-Δήμος από το δήμο δηλ το λαό. Όπως αναφέρει ο Η.Κακαβάνης στο βιβλίο του "Ο ΆΓΝΩΣΤΟΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ" ο Κ.Β. εξομολογήθηκε στο Μ.Λουντέμη πως το πρώτο ψευδώνυμο που είχε διαλέξει ήταν Σφύρος Δρεπάνης!)

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ


Το να τυλίγεις τη ζωή μ' ένα πέπλο του απείρου σώζοντάς την απο τα περιττά και στενά της όρια λέγεται Τέχνη.
Το να κάνεις το λόγο μουσική χωρίς καν να χρησιμοποιήσεις μια νότα με τον υπέροχο ήχο του λάμδα και του ρό, του ταυ και του πί λέγεται ποίηση ελληνική
Το να κλείνεις ένα βιβλιο ποιητικό και να βλέπεις τα χέρια σου ιδρωμένα και γεμάτα χώμα ελληνικό, και το πιο σπουδαίο βγάζοντας ένα αναστεναγμό ευχαρίστησης να σκουπίζεις ευχαριστημένος το πρόσωπό σου μ’ αυτά λέγεται Κώστας Βάρναλης.

Η ποίηση είναι μια μαχαιριά στο Θάνατο.

Ο Βάρναλης ήταν ήταν από τους ποιητές που φρόντιζε όσο λίγοι να ακονίζει το ποιητικό του μαχαίρι.

«Γράφω με δύσκολο τρόπο εύκολα πράματα. Γράφω λίγο έλεγε»

Έψαχνε λέξεις, ρίμες, ήχους, ρυθμούς. Και φυσικά νοήματα μαζί με το παίδεμα πάνω στη γλώσσα.

Η γλώσσα του Κ.Βάρναλη είναι μια γλώσσα από πέτρα και κρασί, από ήλιο, χώμα που σηκώνει ο άνεμος μες στην πρωινή θολούρα, σ' ένα δρομο πλάι στα λιόδεντρα, γεμάτη πόνο αλλα και γέλιο βροντερό του εργάτη. Μια γλώσσα απλή, καθημερνή μα πλημμυρισμενη από βαθιά αγάπη για το λαό με όλα τα καλά και τα κακά του.

Η ποίηση είναι μια μαχαιριά στο Θάνατο.

Ο Βάρναλης ήταν ένας από κείνους που τόξεραν καλά. Ηξερε όμως πως δεν έφτανε μόνο αυτό.

"...το ιδεολογικό υπόβαθρο της τέχνης, το κοινωνικό και ηθικό, αν δεν είναι ο πρώτος λόγος της αξίας της, είναι ωστόσο ο τελικός" έλεγε ο Γ.Ρίτσος. Αυτή είναι με λίγα λόγια η Θάλασσα που μεσα της τα βρόγχια της ποίησης διυλίζουν τη ζωή και ξεχωρίζουν το οξυγόνο της.

«Ενας ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του
Αλλιώς θα μείνουν τα τραγούδια μας πάνω απ' τις σκάλες των αιώνων
ταριχευμένα, ωραία κι ανώφελα πουλιά...» έλεγε και πάλι ο Γ.Ρίτσος

Δεν είμαι ειδικός του Βάρναλη, δεν ξερω όσα οι ειδικοί για αυτόν. Ξερω απλά ότι αγαπάω και την ποίηση και τα όσα έκανε κι ότι με συγκινεί η προσωπικότητά του, η επαναστατικότητα και μαζί η παιδικότητα και η ευφυία του. Δεν ξέρω λοιπόν ποια ήταν η σχέση του Ρίτσου με το Βάρναλη εκτός από το ότι ήταν και οι 2 κομμουνιστές.

Νοιώθω όμως ότι τα λόγια του Ρίτσου, τα τόσο όμορφα και προσεκτικά ειπωμένα πριν ειπωθούν από το Ρίτσο, είχαν ήδη γίνει πράξη από το Βάρναλη, αυτό το μεγάλο ποιητή, αλλά μαζί και δάσκαλο και μαρξιστή.

Η ποίηση αλλά και η ζωή του Βάρναλη είναι πλημμυρισμένες από την πίστη στη νίκη του ανθρώπου. Του απλού λαικού ανθρώπου που παλεύει, που αγαπάει, που μεθάει και γλεντάει, που αγωνίζεται να κερδίσει αυτό που του αξίζει κι έτσι ανυψώνεται και κάθεται στο πλάι του Θεού και του μιλάει στον ενικό, του ανθρώπου που κυλιέται στ' ανθρώπινα χωρίς καμια ενοχή. Αυτός ήταν ο Βάρναλης. Η λατρεία του απλού και του γήινου. Η πίστη ότι αυτό το απλό και το γήινο μπορεί να είναι μαζί και θεικό, να είναι το αύριο. Η βαθιά πίστη που έβγαινε από όλα όσα έκανε. Πως αλλιώς θα μπορούσε κάποιος να θυσιάσει τα πάντα έτσι, τόσο απλά και εύκολα χωρίς δεύτερη σκέψη.

"Δε λυπάμαι τα γηρατειά που φεύγουν - τα μωράκια που έρχονται άθελά τους να ζήσουν σκλάβοι, να πεθάνουν σκλάβοι, σ' έναν κόσμο ελεύθερων αφεντάδων. Θα τους μαθαίνουν: η σκλαβιά τους χρέος εθνικόν και σοφία του Πανάγαθου!... Πότε θ' αναστηθούν οι σκοτωμένοι;


Από τον Κ. Βάρναλη δεν ξέρεις ποια πλευρά του να διαλέξεις. Τον ποιητή, το δάσκαλο, τον πολιτικό, τον άνθρωπο, τον αγωνιστή;

Ηταν όλες αυτές πλευρές που κι ο ίδιος ποτέ δεν ξεχώρισε. Ποτέ του δεν ένοιωσε περισσότερο ποιητής απ’ ότι αγωνιστής κι εργάτης απλός της Τέχνης. Αυτό ήταν που του έδωσε ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Αυτό του καλλιτέχνη με την καθαρή αγωνιστικη στάση αλλά και με συγκεκριμένη ταξική στόχευση.


Δεν θα πω όμως αλλα εγώ γι αυτό. Θα τα ακούσουμε με τα δικά του λόγια σε να κείμενο, όπου με το δικό του απλό και σταράτο λόγο, ξεκαθαρίζει με τον καλύτερο τρόπο το θέμα της ταξικότητας της Τέχνης.

"Εξόν από τη συναισθηματικήν ευαισθησία, εξόν από την ικανότητά του να καταλαβαίνει κανείς την πραγματικότητα, χρειάζεται και χαρακτήρας. Δυστυχώς τα ταξικά καθεστώτα φροντίζουνε όχι μόνο να χαλάνε το μυαλό, μα και τους χαρακτήρες των θυμάτων τους.

Και τώρα γεννιέται ένα άλλο ζήτημα. Μπορεί, επιτρέπεται η υψηλή τέχνη, που είναι τόσο πιο αληθινή, όσο είναι πιο απάνου,από τοπικούς και χρονικούς προσδιορισμούς, η υψηλά Τέχνη που αντικρύζει τις άφθαρτες ουσίες, όπως ο αητός τον ήλιο, η υψηλή και μεγάλη Τέχνη, που δεν είναι πεχλιβάνης του πανηγυριού, να κυλιέται στη σκόνη, αγκαλιά με χυδαίους ανθρώπους και χυδαία θέματα; η υψηλή και μεγάλη και παγκόσμια Τέχνη, που ουσία της είναι το ιδανικό, χρόνος της η αιωνιότητα και τόπος της το απόλυτο, είναι δυνατό να "πολιτεύεται";

Δεν είναι δυνατό να... μή "πολιτεύεται". (Πρέπει όμως να δώσουμε στη λέξη πολιτεύεται την πλατύτερή της έννοια. Γιατί όλες οι Τέχνες πολιτεύονται. Ολωνώνε και το περιεχόμενο και η τεχνική είναι κοινωνιολογικά καθορισμένα στοιχεία. Όλες στηρίζονται απάνου στις κυρίαρχες αξίες του καιρού τους κι όλες γίνονται στηρίγματα αυτωνών των αξιών. Τέχνη ουδέτερη, ηθική ουδέτερη, επιστήμη ουδέτερη δεν υπάρχουνε.

Και για να μη γενικεύουμε πολύ το ζήτημα, η Τέχνη ίσα ίσα που καυκιέται, πως μένει "υπεράνω της συρράξεως" είναι κείνη που εξυπηρετεί πιο πολύ το καθεστώς της, γιατί το εξυπηρετεί πιο ύπουλα (ξεγελώντας με το ...ουράνιο χαμόγελό της την ανύποπτη ψυχολογία του πλήθους) από την Τέχνη που τάσσεται χωρίς επιφύλαξη κι ανοιχτά με το καθεστώς της. Και για να εξηγούμαστε καλύτερα: Υπάρχει σήμερα Τέχνη που να ζητάει την έξοδο, τη φυγή από τον κόσμο της ασκήμιας, από τον κόσμο της καθημερινής βιοπάλης και δυστυχίας προς τον κόσμο της αιώνιας ομορφιάς, της υπέρτατης γαλήνης και ισορροπίας όλων των δυνάμεων! Ε, αυτή η Τέχνη προσφέρει στα θύματα της ζωής ό,τι και η θρησκεία. Παίζει τον ίδιο ρόλο μ' αυτήνε. Ζητάει ν' απατήσει τα πλήθη και να μεταφέρει όλες τους τις δυσαρέσκειες, όλες τις πιθανότητές τους να καταλάβουνε τι τρέχει, ζητάει να παραλύσει όλη τους τη ζωτικότητα γι αντίδραση μέσα σε τεχνητούς παραδείσους γεμάτους από καπνούς οπίου.

Αυτή η Τέχνη βραβεύεται από το κράτος κι απ' όλα τα επίσημα ιδρύματά του. Τούτο τι σημαίνει; Ότι "προάγει τα εθνικά και τα... κοινωνικά ιδεώδη!" Είναι Τέχνη ταξική. Είναι Τέχνη που "πολιτεύεται". Κι αν αυτή η αριστοκράτισσα Τέχνη, η άυλη("φως το χέρι, φως το πόδι") έχει το δικαίωμα να σκεπάζει τους ανομολόγητους σκοπούς της, όπως η αλεπού του παραμυθιού με το ράσο της καλόγριας, με το ράσο της υποκρισίας και του ταρτουφισμού, γιατί να μη μπορεί να πολιτεύεται με τον τρόπο της και η προλεταριακή Τέχνη, χρησιμοποιώντας για τη δουλειά της τον ωμό ρεαλισμό της και την ειρωνεία της; Ό,τι η αστική Τέχνη κάνει ασυνείδητα ή συνειδητά, η προλεταριακή Τέχνη το κάνει μονάχα συνειδητά, γιατί η ακαταγώνιστη δύναμή της είναι η γνώση της αλήθειας, που βγαίνει από το ματεριαλιστικό αντίκρυσμα της κοινωνίας.

Τώρα δεν είναι δύσκολο να βρεθεί πιο από τα δυό κύρια είδη της Τέχνης, τη συντηρητική και την επαναστατική, έχει περισσότερη ηθική δικαίωση για την ...πολιτική της. Αρκεί να θυμηθούμε πως το καθεστώς που γεννάει τη μια και την άλλη, είναι καθεστώς, που κατρακυλά, που έχασε κάθε ιστορικό λόγο να υπάρχει, και παρατείνει τη ζωή του με περισσότερες ανομίες, περισσότερη τρομοκρατία και περισσότερα ψέματα. Ηθικότερη κι αληθινότερη δε μπορεί να θεωρηθεί η Τέχνη, που είναι αλληλέγγυη με ένα τέτοιο επίσημο παρόν.

Και δεν είναι καθόλου Τέχνη πέρα απ' το Χρόνο. Είναι Τέχνη που ζητάει να σταματήσει το Χρόνο, την εξέλιξη του κόσμου. Τέτοιου ποιού είναι η ...αιωνιότητά της κι η καθολικότητά της!

Αν τώρα αυτή η Τέχνη είναι "καθαρή" Τέχνη (η poesie του Αββά Μπρεμόν) και κείνη, που ζητάει να βοηθήσει την πρόοδο της ανθρωπότητας, είναι ακάθαρτη τέχνη, δε μπορούμε να συζητήσουμε!"

Αυτός ήταν ο Κ.Βάρναλης. Αυτός που στα είκοσί του χάλαγε τον κόσμο μαζί με τους άλλους μποέμ στα καφενεία του λόφου της Δεξαμενής, κι ύστερα κατέβαιναν έτσι για την τρέλα με τα πόδια μεχρι το Φάληρο. Αυτός που "την εποχή των ανοιξιάτικων ερώτων" έκανε καντάδες στην οδό Δεινοκράτους μαζί με τους άλλους ποιητές, που "αγαπούσαν εξ αποστάσεως", μάταια πάντα, την ίδια γυναίκα. Κι ύστερα τα έπαιζε όλα κορώνα γράμματα, με τα "Μαρασλειακά", τα "Άθεικά", το γλωσσικό ζήτημα. Κι ακόμη πιο πολύ που σαν κομμουνιστής πια κατέληγε στα ξερονήσια και τις φυλακές.
Αυτός που δε θέλησε να ξεχωρίσει ποτέ από κανένα, που έμεινε πάντα ένας από μας, ένας κομμουνιστής στο πλάι του λαού μέχρι το τέλος.

(Ειναι η ομιλία που έκανα στην παρουσίαση του εξαιρετικού βιβλίου του Ηρ.Κακαβάνη "Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα του" που έγινε χθες Τρίτη 20/11 στον "Μπούσουλα" στην Καισαριανή. Το βιβλίο του Η.Κακαβάνη είναι μια καταπληκτική ερευνητική δουλειά πάνω στη ζωή και την ποίηση του Βάρναλη, που επαναφέρει το φαινόμενο Βάρναλης στην στιγμή ακριβώς που έχουμε ανάγκη μια πραγματικά ταξική επαναστατική Τέχνη. Ηταν βέβαια εξαιρετική τιμή για μένα που μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω για αυτόν τον σπουδαίο ποιητή και άνθρωπο, παρέα με τον Δ.Τσακνή, το Ν.Μπογιόπουλο και την καθηγήτρια Νεοελληνικής λογοτεχνίας Γ.Λαδογιάννη)


Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Κώστας Βάρναλης- Οδηγητής




Δεν είμαι εγώ σπορά της Τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής
Εγώ είμαι τέκνο της ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της Οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη
γιατί δεν μ' έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόρια
για σένα, σκλάβε, που πονείς.

Ουράνιες δύναμες, αγγέλοι,
κρίνα, πουλιά κι ψαλμουδές -
τίποτα! Εμένα παραστέκουν
οι θυμωμένες σας καρδιές.

Εγώ του καραβιού γοργόνα
στ' ορθόπλωρο καράβι μπρος.
Απάνω μου σπάνε φορτούνες
κι άγριος ενάντιά μου καιρός.

Άκου, πως παίρνουν οι αγέρες
χιλιάδων χρόνων τη φωνή!
Μέσα στο λόγο το δικό μου
όλ' η ανθρωπότητα πονεί.

Ω! πως τον παίρνουν οι αγέρες
και πως φωνάζυμε μετά
άβυσσοι μάβροι, τάφοι μάβροι
ποτάμια γαίματα πηχτά!

Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές.

Ένας δεν είμαι, μα χιλιάδες!
Όχι μονάχα οι ζωντανοί -
κ' οι πεθαμένοι μ' ακλουθάνε
σε μια αράδα σκοτεινή.

Μα κι όσοι αγέννητοι, χιλιάδες
άπλαστοι ακόμη με βλογούν
κι όλοι ακουμπάνε τα σπαθιά τους
απάνω μου και τα λυγούν.

Δεν δίνω λέξεις παρηγόρια
δίνω μαχαίρι σ' ολουνούς
καθώς το μπήγω μες το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους.

Όθε περνά, γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψευτιά.

Κ' ένα στηλώνει κι ανασταίνει
το 'να βασίλειο της Δουλειάς
(Ειρήνη! Ειρήνη!) το βασίλειο
της Πανανθρώπινης Φιλιάς.

Μουσική: Χρήστος Λεοντής

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Κωστας Βάρναλης


Πρόλογος «Στὸ φῶς ποὺ καίει»

Νὰ σ᾿ ἀγναντεύω, θάλασσα, νὰ μὴ χορταίνω
ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ψηλὰ
στρωτὴ καὶ καταγάλανη καὶ μέσα νὰ πλουταίνω
ἀπ᾿ τὰ μαλάματά σου τὰ πολλά.
Νά ῾ναι χινοπωριάτικον ἀπομεσήμερο, ὄντας
μετ᾿ ἄξαφνη νεροποντὴ
χυμάει μὲς ἀπ᾿ τὰ σύνεφα θαμπωτικὰ γελώντας
ἥλιος χωρὶς μαντύ.
Νὰ ταξιδεύουν στὸν ἀγέρα τὰ νησάκια, οἱ κάβοι,
τ᾿ ἀκρόγιαλα σὰ μεταξένιοι ἀχνοὶ
καὶ μὲ τοὺς γλάρους συνοδιὰ κάποτ᾿ ἕνα καράβι
ν᾿ ἀνοίγουν νὰ τὸ παίρνουν οἱ οὐρανοί.
Ξανανιωμένα ἀπ᾿ τὸ λουτρὸ νὰ ροβολᾶνε κάτου
τὴν κόκκινη πλαγιὰ χορευτικὰ
τὰ πεῦκα, τὰ χρυσόπευκα, κι᾿ ἀνθὸς τοῦ μαλαμάτου
νὰ στάζουν τὰ μαλλιά τους τὰ μυριστικά.
Κι᾿ ἀντάμα τους νὰ σέρνουνε στὸ φωτεινὸ χορό τους
ὡς μέσα στὸ νερὸ
τὰ ἐρημικὰ χιονόσπιτα-κι᾿ αὐτὰ μὲς στ᾿ ὄνειρό τους
νὰ τραγουδᾶνε, ἀξύπνητα καιρό.
Ἔτσι νὰ στέκω, θάλασσα, παντοτεινὲ ἔρωτά μου
μὲ μάτια νὰ σὲ χαίρομαι θολὰ
καὶ νά ῾ναι τὰ μελλούμενα στὴν ἅπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι᾿ ἀλάργα βάσανα πολλά.
Ὡς νὰ μὲ πάρεις κάποτε, μαργιόλα σύ,
στοὺς κόρφους σου ἀψηλά τους ἀνθισμένους
καὶ νὰ μὲ πᾶς πολὺ μακρυὰ ἀπ᾿ τὴ μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυὰ πολὺ κι᾿ ἀπὸ τοὺς μαύρους κολασμένους ....


Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου


Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια
καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια!
Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ
τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!

Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι,
οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ
καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.

Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στὴν παίδεια
μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά,
φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά!

Ἀνωχώρι, Κατωχώρι,
ἀνηφόρι, κατηφόρι,
καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή,
ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.

Εἴκοσι χρονῶ γομάρι
σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι
κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ
τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.

Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι
(ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι)
ὄργωνα στὰ ρέματα
τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.

Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα»
κουβαλοῦσα πολυβόλα
νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ
γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.

Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη
ἐκουβάλησα τὴ νύφη
καὶ τὴν προῖκα της βουνό,
τὴν τιμή της οὐρανό!

Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα
μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα
στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ
νὰ γκαρίζω, νὰ θρηνῶ.

Κι᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴν κοιλιά του
μ᾿ ἔπαιρνε γιὰ τὴ δουλειά του
καὶ μοῦ μίλαε κουνιστός:
«Σὲ καβάλησε ὁ Χριστός!

Δούλευε γιὰ νὰ στουμπώσει
ὅλ᾿ ἡ Χώρα κι᾿ οἱ καμπόσοι.
Μὴ ρωτᾷς τὸ πῶς καὶ τί,
νὰ ζητᾷς τὴν ἀρετή!

-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου!
-Ἀντραλίζομαι!... Πεινῶ!...
-Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»

Κι᾿ ἔλεα: ὅταν μίαν ἡμέρα
παρασφίξουνε τὰ γέρα,
θὰ ξεκουραστῶ κι᾿ ἐγώ,
τοῦ θεοῦ τ᾿ ἀβασταγό!

Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ
θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι
κι᾿ ἀμολήσω τὴν πνοὴ
(ἕνα ποὺφ εἶν᾿ ἡ ζωή),

Ἡ ψυχή μου θὲ νὰ δράμῃ
στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τ᾿ Ἀβράμη,
τ᾿ ἄσπρα, τ᾿ ἀχερένια του
νὰ φιλάει τὰ γένια του!

Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα
κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ
νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.

Κωλοσούρθηκα καὶ βρίσκω
στὴ σπηλιὰ τὸν Ἅη-Φραγκίσκο:
«Χαῖρε φῶς ἀληθινὸν
καὶ προστάτη τῶν κτηνῶν!

Σῶσε τὸ γέρο κυρ Μέντη
ἀπ᾿ τὴν ἀδικιὰ τ᾿ ἀφέντη,
σὺ ποὺ δίδαξες ἀρνὶ
τὸν κυρ λύκο νὰ γενῇ!

Τὸ σκληρὸν ἀφέντη κᾶνε
ἀπὸ λύκο ἄνθρωπο κᾶνε!...»
Μὰ μὲ τὴν κουβέντα αὐτὴ
πόρτα μοῦ ῾κλεισε κι᾿ αὐτί.

Τότενες τὸ μαῦρο φίδι
τὸ διπλό του τὸ γλωσσίδι
πίσω ἀπὸ τὴν ἀστοιβιὰ
βγάζει καὶ κουνάει μὲ βιά:

«Φῶς ζητᾶνε τὰ χαϊβάνια
κι᾿ οἱ ραγιάδες ἀπ᾿ τὰ οὐράνια,
μὰ θεοὶ κι᾿ ὀξαποδῶ
κεῖ δὲν εἶναι παρὰ δῶ.

Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-
τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ
γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.

Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.

Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».