Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαρρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαρρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Σε διψάω -Γιώργος Σαρρής



Καμιά φορά γκρεμίζομαι,


σα νυχτολούλουδο που πέφτει


Μα είναι τα χέρια σου

απαλά


εκεί

και με μαζεύουν






Καμιά φορά κλείνω τα μάτια


να μη σε βλέπω


να μη μου λείπεις






Μα είσαι βιολί


κι εγώ δοξάρι


κι ο έρωτάς σου


ανυπόμονο τραγούδι






που νότα νότα


φιλί φιλί


γεμίζει το δωμάτιο






κι ένα ποτάμι μάγια


φυσάει και σβήνει ενα ένα τα κεριά


μέχρι που χάνονται γλυκά


οι αμφιβολίες


ο φόβος ο θυμός





Τίποτα πια δεν είναι  πριν


Τίποτα δεν ξαναγυρίζει






Όλα γεννιούνται απ' την αρχή


στα δάχτυλά σου στ' άσπρο σου χέρι


ανάμεσα στα πόδια σου


το στόμα μου στα χείλη σου


βαθύ


μελένιο άπειρο


του κόσμου






τρελή βροχή


που ψιθυριζει ανατριχίλα


μια κόκκινη στιγμή καλοκαιριού


που σου φωνάζει...






Σε διψάω...

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Φωτιά - Γιώργος Σαρρής



Φωτιά

Που πήγε η ζωή σου,  το χρυσάφι σου,
ποιος το κλεψε απ’ του χρόνου τ’ορυχείο;

Τώρα μια χούφτα λάσπη μες στα χέρια σου
στο βλέμμα άγριο βουητό βομβαρδισμού,
στη μύτη βρώμικη ανάσα δουλεμπόρου
κορμιά χυμένα πάνω στο νερό
φριχτά ουρλιαχτά, σειρήνα σωστικού
συρματοπλέγματα, στολές, καταστολή,
σπρωξιές και κέντρο υποδοχής μεταναστών.

Πίσω φωτιά, μπροστά φωτιά,
κι ανάμεσα η ζωή σου,
μωρό παιδί κλωτσάει 
μια κουρελόμπαλα
ελπίδα
στ’ άθλια αντίσκηνα πλατεία Βικτωρίας
μες στον υπόγειο με βροχή

Που πήγε η ζωή σου,
το χρυσάφι σου,
ποιος το άρπαξε απ’ του χρόνου τ’ορυχείο;


Που πήγε η ζωή σου,  το χρυσάφι σου,

ποιος το κλεψε απ’ του χρόνου τ’ορυχείο;

Γιώργος Σαρρής

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα φιλί για καληνύχτα...




Ένα φιλί για καληνύχτα...
 Φύλαξέ το κάτω απ' το μαξιλάρι 
 Ή κάπου εκεί,
μαζί με τις ασήμαντες λεπτομέρειες 
μιας μικρής μεσημεριάτικης βόλτας
 ανεβαίνοντας τα σκαλιά μιας πόλης φανταστικής 
εκεί που χάνεται ο χρόνος 
ανάμεσα στα πέτρινα σοκάκια 
και τα χαμένα απογεύματα

Σώπασε τα λυπημένα σου τραγούδια 
Σκέπασέ τα με τα μαλλιά σου
 Κλείσε τα μάτια κι άνοιξε 
ένα παράθυρο πουλί
μια αστραπή χαμόγελο
μια γέφυρα χρυσή κλωστή
βαδίζοντας γυμνή πάνω στο κύμα 
σε μέρη που δεν πήγες

μ ένα φιλί για καληνύχτα...

.          .         . γιώργος σαρρής .        .          .

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Αισιοδοξία

Μικρός
ήμουν στη σιγουριά
Τώρα σύρτες κι αμπάρες
απελπίζουν πόρτες
μυαλά "ανοιχτά"
και χέρια ...αισιόδοξα

Όμως η αισιοδοξία
είναι ένα χωριό παράξενο
με λίγα λόγια, πολύ λίγα
ή και καθόλου
Δέντρα με φύλλα κόκκινα
και ρίζες ματωμένες
κορμούς
μ' ανθρώπων κύτταρα
και dna όλο πείσμα
Τρελά χαμόγελα παντού
και πράξη ώριμη
συνειδητή χωρίς περικοκλάδες
και περιττά περιτυλίγματα

Οι συννεφιές που πάνε κι έρχονται
κανένα δεν τρομάζουν
Λυτρωτικές οι  καταιγίδες
ηλεκτροφόρες κι όλο φως
φίλοι καλοί οι χειμώνες
κι η αμφιβολία
ακατοίκητη εντελώς!

Εκεί το πρωί που κοκκινίζει ο ήλιος
κάνουν έρωτα τ'αδύνατα οργιάζουν
και τα παιδιά που γεννιούνται
κατεβάζουν στα γρήγορα φεγγάρια κι άστρα
και παίζουν μπάλα με τις μαύρες τρύπες
τη σκοτεινή ύλη και τ'ανερμήνευτα φαινόμενα

Κι ύστερα τα ξαναβάζουν όλα στη θέση τους
χτυπάνε το Θεό στην πλάτη
σα φιλαράκι τους παλιό
και του λένε:
"Κέρνα ό,τι θες
Εδώ είμαστε..."

Μικρός
ήμουν κι εγώ...
μικρός στη σιγουριά
   
.            .           . γιώργος σαρρής .           .            .

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Επιστροφή




Φεύγει η καρδιά μου

Την πήρε  η θάλασσα

Μη με ρωτάς ποια θάλασσα

.     .      . γ.σαρρης .       .        .   



Κύμα φθινόπωρο





Λεωφόρος νωπή

Κυματίζει φθινόπωρο

Ακτογραμμή καλοκαιριού

που γράφει ο φλοίσβος



Έρημη άμμος ξαπλωμένη και γυμνή

σε απείρου χρόνο

να πλημμυρίζει ασπρίλα

αφρό βουβό από Σεπτέμβρη κουρασμένο



Λεωφόρος νωπή, χώμα κόκκινο

στη βαρεμάρα κόβει βόλτες ο αέρας

και τριγυρνάει νωθρός κι αναποφάσιστος


Ξυπνάνε οι άνθρωποι

Ψηλαφιστά μες των ονείρων τις σκιές

Ψηλαφιστά

στων οραμάτων τα αγάλματα


Ζευγαρώνει ο φόβος

με τ' αβέβαια βήματα

μες του αγνώστου το τρέμουλο

αποτύπωμα αφήνει


Μονοπάτι αχνοφαίνεται η άβυσσος

την προβάλουν με πείσμα οι οθόνες...


Σαρκοβόρος καιρός

που σαρκάζει τ'αδιάφορα βλέμματα

Ποιος πιστεύει; ποιος πονάει κι αντέχει;

Ποιος λυγίζει και χάνεται;

Ποιος διψάει για ζωή κι αντιστέκεται;


Λεωφόρος νωπή

Χώμα υγρό, χώμα κόκκινο

Ο αόρατος φλοίσβος

όλο γράφει, όλο σβήνει

Κυματίζει φθινόπωρο

πιάνει ψύχρα τα βράδια


Πρωτοβρόχια με ψέματα

θα μας βρούνε στο δρόμο

Που πηγαίνουν οι σκέψεις γυμνές;

κι ο βοριάς; κι η πυξίδα;


Πολιορκία λερού αλατιού

οξειδώνει το διάφανο διάστημα

το γυαλί το θαμπό

που ολοένα θαμπώνει


Κυματίζει φθινόπωρο


Έχω ένα όνειρο...

Δεν είναι όνειρο ακριβώς

Είναι ταξίδι δέντρο χλωρό

και περιπέτεια φοβερή

Λιμάνι κι άνεμος μαζί

Τη μια συνείδηση την άλλη άγριο κύμα

Κυλάει στο στήθος μου ρευστό

και τη σκουριά του φόβου διαβρώνει


Έπιασε πάλι βρώμικη βροχή

Είχε νοτιά, πολύ νοτιά

το καλοκαίρι

Ύπνος ανήσυχος, σεντόνια ιδρωμένα.

Η λύτρωση άραγε, που κατοικεί

σε ποιο δρομάκι μένει;


Πόλη γκρεμίζεται, ψεύτικοι δρόμοι,

τρομάρας τρέμουλο κι ανατριχίλα

Πονάν τα κόκαλα,

μουδιάζει ο χρόνος

Κοίτα τα πόδια του πρησμένα

δεν κάνουν βήμα

Κάποια ανεπάρκεια σοβαρή θα πρέπει να 'ναι...


Κι όμως κυλάει

Κυλάει η μέρα, νύχτα πυκνή

Γδέρνει το δέρμα της πάνω στα σύρματα

Σπάει απ' το ψέμα το γυαλί, σύρτες κλειδώνουν


Γέρνουν οι άνθρωποι

Μέθη, ζαλάδα, θανάτου άρωμα

ελαφρύ για να μη φαίνεται

Ριπές εικόνων,

η όραση έκπληκτη τις καταπίνει

φιλμάκια γρήγορα

φαστ φουντ η σκέψη χωρίς συμπέρασμα

Δίκαιο ή άδικο

πολτός και λάσπη

Δεν ξεχωρίζονται


Κυλάει φθινόπωρο

Κίτρινοι δρόμοι μες τη βρώμικη βροχή...


Η λύτρωση άραγε

Σε ποιο σοκάκι αφώτιστο να μένει;


Λες πως αγάπησες πολύ...

Έτσι νομίζεις;

Μα τι είν' η αγάπη; Μήπως το ξέχασες;

Δεν είναι μάχη;

Δεν είναι πόλεμος

τρελός κι ατέλειωτος με ό,τι πονάει;

Δεν είναι όνειρο;

Δεν είναι πείσμα

να βρει κορμί ό,τι ερωτεύτηκες;

Σκέψου τι αρνιέσαι, σκέψου τι δέχεσαι


Λεωφόρος νωπή

Μούχλα υγρασία

και το χώμα σαπισμένο


Κύμα φθινόπωρο

φλοίσβος αόρατος

σβήνει και γράφει

σε ακτή απείρου


Σεπτέμβρης μήνας

Καιρός σποράς

Καινούργια αυλάκια ζητάει το χώμα

Ακούει κανείς;


Καιρός να αγκαλιαστούνε τα κορμιά

Μέσα στον κόκκινο ουρανό να δώσουν όρκο!

να βρει ο πόθος σώμα

κι ανάσα που να καίει

Να ερωτευτούμε απ' την αρχή αυτό τον άνεμο

που όλο γυρνάει και ρωτάει κι επιμένει

ποιος λέει παρών, ποιος αγαπάει

και ποιος αντέχει λάβα ονείρου στο κρασί του.



Καιρός καινούργιο σπέρμα να κυλήσει

Να του ανοίξουμε να μπει από παντού!

Κι η μήτρα η τρελή η διψασμένη

να το δεχτεί,

ν' αφήσει όλη τη λάσπη της

στις εκβολές των άστρων να πλυθεί

να καθαρίσει ο κόσμος


Να γαληνέψει η βροχή,

αιώνων λόγος,

πάνω στο δέρμα το χλωρό

να φτιάξει σπίτι.

Να βρει γωνιά να γεννηθεί

να σαρκωθεί το απίστευτο

Ζωή να γίνει,

κόσμος άλλος.


Ανθρώπων κόσμος!



.         .        . γιώργος σαρρής .       .         .           .

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Μου τό'πε!



Βαθύ σκοτάδι ολόμαυρο
αζύγιστο άστρο, άλυωτο
τυφλό φεγγάρι σ' άγνωστη τροχιά
να ορίσει κύκλο ακύκλωτο
παλεύει
Φιλάει βοριάς το στόμα μου
το κέντρο μου θυμός
κι ο φόβος άχνα

Φυσάν μεσα μου χίμαιρες
χρυσάφι σκοτεινό
τραντάζει η ζάλη τ' άρμενα
της λογικής λατίνια
ή σακολέβες.
Χύνεται αυγή στ' αλάφιασμα της γύμνιας
μα όποιος ξεχνιέται με έρωτα
ψέμματα λέει
ας βγάλει το σκασμό

Φεύγουνε πλοία δαιμονικά
στα δυό κομμενα
Αλλού τραβάει το σκαρί
κι αλλού η ρότα

Μιλάει το θαύμα
πείσμα δροσερό
Άπνοια ψαριού, σπασμένη φλέβα, μαύρο αίμα

Φεγγάρι ασήμι λίμνασε
στο βλέμμα του ουρλιαχτού
Καιρός για γκρεμοτσάκισμα!

Βράδυ αξεδίψαστο
βροχή σπάζει τα τζάμια
κι οι εκβολές σβήσανε φώτα για καλά..

Σε λίγο θ'αρμενίζουμε στο Δέλτα των τεράτων

Στο μάτι του μονόφθαλμου κυκλώνα
τα πόδια ανοίγει και οργάζει η καταιγίδα
Σπορά τυφώνα ή θύελλας;

Φεγγάρι ασήμι άλυωτο αζύγιστο άστρο,
Θα το γλέντήσουνε οι άμοιροι, βραδυάζει,
στων σκιάχτρων τους χρησμούς
θα βγάλουν γλώσσα

Μαζί μας θα πλαγιάσει απόψε η Θέαινα
Μου τό'πε! 
.            .             .γιώργος σαρρής.             .               . 

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

H ομιλία του Γ.Σαρρή στην παρουσίαση του βιβλίου "Ο άγνωστος Βάρναλης και 10 αδημοσίευτα ποιηματά του" στη Θεσ/νίκη



O Κ.Βάρναλης ήταν υλιστής.
Δεν πίστευε στην "αιώνια ζωή"
Με την Τέχνη του αποφάσισε να υπηρετήσει το λαό.
Το λαό που γνώρισε στις γειτονιές, τα χωριά και τις πόλεις του καιρού του.
Φυσικά ήξερε και αυτός, ειδικά αυτός, όπως και οι άλλοι μεγάλοι ποιητές, ότι η γλώσσα αλλάζει και εξελίσσεται.
Δεν τον ενδιέφερε όμως αν η επιλογή του να μιλήσει με τη λαική γλώσσα του καιρού του, μπορεί να του στοίχιζε την ποιητική του αιωνιότητα. Είχε περισσότερο από όλους τους άλλους υπερβεί την συνηθισμένη ματαιοδοξία που βρίσκει κανείς ακόμη και στους καλύτερους. Κέντρο της σκέψης του και των όσων έκανε δεν ήταν ο εαυτός του, αλλά ο σκοπός που είχε αποφασίσει να υπηρετήσει. Και αυτό που επιδίωξε σε όλη του τη ζωή σαν ποιητής και δάσκαλος ήταν να δώσει στο λαό όπλα εκφραστικά για να τον βοηθήσει να ανέβει στο ύψος που του αξίζει.
Κι όμως αυτή ακριβώς η επιλογή του 'ήταν ένα ακομα στοιχείο που τον τοποθετεί στην κορυφή των λαικών καλλιτεχνών, που με κάθε θυσία έβαλαν τον εαυτό τους και την Τέχνη τους, στην υπηρεσία των "τυραγνισμένων" και όχι των τυράννων.
Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα της ομιλίας που έκανα στη Θεσ/νίκη.
Ελπίζω να κατάφερα να το κάνω κατανοητό.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Περνας μεσα απ' τις μέρες και ματώνεις - 3 ποιήματα




Εγώ τη θλίψη δεν την πρόδωσα

Εγώ τη θλίψη δεν την πρόδωσα
Μετράω το βάρος των σταγόνων της βροχής
Και μάταια -ασ' τους να λένε- πριονίζω
των πετρωμάτων τη σκληρότητα
Στη μουσκεμένη άσφαλτο σκαλίζω
οράματα, όνειρα που οι άλλοι κοροιδεύουν

Εγώ τη θλίψη δεν την πρόδωσα
την πότισα, την τάισα, τη ζωντάνεψα
της βρήκα σπίτι και την έκανα σκοπό
Τη συννεφιά της πύκνωσα
κρυστάλλωσα σκιές κι έφτιαξα σώματα
Στα πληγωμένα της ταξίδια
βρήκα λιμάνι και καράβια ετοιμάζω
Να πάει χαμένο τίποτα
δεν πρόκειται να αφήσω

Να πάει χαμένο τίποτα
δεν πρόκειται να αφήσω

Κι αν σέρνεται έρημο πουλί
μέσα σε βρώμικο αέρα
Στης πολιτείας το συρματόπλεγμα
 αν πιάνεται και σκίζεται το δερμα της
Εγώ είμαι εδώ στο πλάι της
Να βάζω χτύπους στη σειρά
Ρυθμούς να φτιάχνω για να πέσουνε τα τείχη
Μέχρι κι αυτά τα σκουριασμένα συρματόσχοινα
Εκείνες τις αχτίδες τις παλιές
από τους δρόμους του Δεκέμβρη
Τις γυάλισα και λάμπουν ολοκαίνουργιες
Σε λίγο έρχεται πάλι ο καιρός
κάτι φεγγάρια βρέφη σκάνε μύτη

Εγώ τη θλίψη δεν την πρόδωσα
Στο τέλος θα νικήσουμε εμείς
Βάλτο καλά μες στο μυαλό σου

Δακρύστε ελεύθερα

Δακρύστε όσο πιο πολύ
Ελεύθερα δακρύστε
Αρκεί τα δάκρυα να κυλάνε ένα-ένα
και μόνα τους να πέφτουν στο κενό
χωρίς το ένα τ'άλλο να ενοχλεί.

Ε όχι κι οργάνωση στη θλίψη!
Θάταν αλήθεια τραγικό να το δεχτείς
Να συνωστίζονται τα δάκρυα
να γίνονται ποτάμια, να απειλούν
Θυμός, συνθήματα και χέρια ενωμενα!

Η λύπη πρέπει να κρατάει
την καθαρή κι αγνή της ομορφιά
Κι η οργή να χύνεται στη θάλασσα
μονη ολομόναχη
 υπέροχα τρελή κι απελπισμένη

Να πλένει την ψυχή, όχι την ύλη



Περνας μεσα απ' τις μέρες και ματώνεις

Περνάς μέσα απ'τις μέρες και ματώνεις
Κακοποιός το μέλλον που ανατρέπει
Κακοποιός ο δρόμος που φωνάζει
Κι οι τοίχοι που ουρλιάζουνε
γραμμένοι με συνθήματα
Κακοποιοί τα βήματα
κι η άσφαλτος που τρέμει
Κακοποιός κι ο αέρας που δονείται
στων συνθημάτων το ρυθμό
"Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά..."

Ρακένδυτη εργατιά
απ' τη γωνιά στο πρώτο πλάνο
πας να  χαλάσεις τη σειρά
και ν'ανατρέψεις δεδομένα
Κι αν δε σου ρίχναν ούτε δεύτερη ματιά
"...εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά"
αυτή η επίμονη τρελή διαλεκτική
ξανανεβαίνει στη σκηνή
κι αρχίζει πάλι

Κακοποιός τώρα κι η αλήθεια
ρίχνει τα πέπλα και χορεύει
σαν τα καλώδια τα γυμνά
που κουβαλάν χιλιάδες βόλτ
και σε χτυπάνε από μακριά
κι ας μην τ'αγγίζεις

Περνάς μέσα απ'τις μέρες και ματώνεις
Περνάς μέσα απ'τις μέρες και ματώνεις



.     .      .      .γιώργος σαρρής.     .       .        .        .

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Αγέραστο



Χαιδεύει τις ρυτίδες του και τ΄άσπρα του μαλλιά
Χαμογελάει και δεν το βάζει κάτω
Λούζει μ' αστέρια μακρινά το πρόσωπό του
με λάμψεις που κανείς ποτέ δεν είδε

Με τις παρέες τά  'σπασε
δεν άξιζε τον κόπο
Τίποτα δεν κολλάει πιά
Τίποτα δεν του μοιάζει

Μέσα στα σπλάγχνα του φουντώνουν αγριολούλουδα
 στις φλέβες του φυσάει καυτό μελτέμι
Κοίτα μου λέει!
Ένα ποτάμι η ομορφιά στα πεζοδρόμια
κι ας δίνουν  λίγοι σημασία, δεν πειράζει,
ας μην τολμάν να ρίξουν ένα βλέμμα


Σύννεφα αστραφτερά στον ώμο του
και μια κιθάρα να ραντίζει τις φωνές
με αχνά δρομάκια αγέννητα
και λεωφόρους κοχυλιών μες την ομίχλη
Βροχές πλανώδιες, γέλια κεραυνών
παράθυρα ανοιχτά στο νού οξυγόνο
σα χαραμάδες, στην ψυχή να μπαίνει φώς

Τις σκάλες των παλιών συμβιβασμών
τις γκρέμισε όλες κι άφησε
μόνο τον άγριο άνεμο
σ'έναν υπέροχο να τρέχει γαλαξία
μες σε ριπές από πετράδια ηλεκτρικά και χρώματα
καινούργιες κατακτήσεις του ανθρωπου
τεχνολογίες κι ανακαλύψεις
και προεκτάσεις της συνείδησης με μαγικές εκφάνσεις
σα μάγοι να αφήνουνε στα πόδια του τα δωρα τους


Πληγή ανοιχτή και φαρμακεία κλειστά
Σφίξαν τα πράγματα κι οι όροι δυσκολεύουν
Kοχλάζει λάβα ηφαιστείου  τρέχουν οι άνθρωποι

Τις απορίες μες τα σπλάγχνα του τις σώπασε
Κρατάει μονάχα την ουσια
στήνει στο δρόμο αυτί και αφουγκράζεται
Τόση ανάλυση χωρίς προορισμό τι να την κάνεις
Τι νόημα έχουν όλα αν δεν πιστέψεις

Αλλάζουν δρόμους τ'ακρογιάλια μες τη θύελλα
όρια, γραμμές, και θεωρίες όλα σκόνη
μέσα απ' τα δάχτυλα του ανέμου η ζωή
περνάει και χάνεται
Γυμνά κορμιά αχναγγίζονται σαν πέπλα
 στα ματια του ωριμάζουν τα σταφύλια
Υγρό φθινόπωρο κι έρωτες πορφυροί
κάτι ετοιμάζουν
μες τη φωνή του ένας σπασμός
πόθος παράφορος σα ρεύμα

Χαιδεύει τις ρυτίδες, τ' άσπρα γένια του
αγέραστο σφυρίζει ένα σκοπό, δεν κάνει πίσω
Κοιτάζει τους ανθρώπους μες στα ματια με συμπόνοια
Κι ας αναπνέει αυτή τη μπόχα απ΄' τη βλακεία τους

Από τα ρουχα που φοραει κρατάει τ' ανθρώπινο
Ζητάει σπίρτο απ' το Θεό, τσιγάρο  ανάβει
Κι απο την πρώτη ρουφηξιά
Χρυσά βραχιόλια θρύψαλλα του μοιάζουν οι αλυσίδες
κι ακούει τη γύφτισσα γριά
να μαρτυράει  νέο χρησμό:
"Θ' αλλάξουν  όλα γρήγορα, θ' αλλάξουν όλα!"

Μαύρο πηγάδι και βαθύ η νύχτα κατεβαίνει
ψηλαφητά κι αβέβαια κι ας το κρύβει
Θα γκρεμιστεί όπου νάναι στ' άγριο βάραθρό της
Σήκω, Ετοιμάσου!

Περνάει τα δάχτυλα στ' αχτένιστα μαλλιά
Κοιτάζει στον καθρέφτη
Πως ξανάνιωσε...
Σε λίγο θα τα παίξει όλα για όλα

Χαιδεύει τ' όνειρο την πιο βαθιά ρυτίδα του
Αυτήν που τούδειξε το δρόμο για τ'αστέρια

Για τ όνειρο  τόση ώρα σας μιλάω
Αυτό που λένε  αδόκιμο και φοβερό μαζί
Εδω και μήνες
κάθε πρωί μόλις ξυπνάω
το βρίσκω ξαπλωμένο σαν παιδί
Πανω στο στήθος μου
.         .        .        .γιώργος σαρρής.       .        .         .        .

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Νότες


Ύστερα πέρασε ένα  σύννεφο  πυκνό και μας κατάπιε.
Βρεθήκαμε  στο σκοτεινό στομάχι ενός βιολιού κι αγκαλιαστήκαμε
Κι έτσι απλωθήκαμε σα νότες, μια μελωδία πάνω απ' τη νύχτα
πάνω από κόσμους σύρματα κι αντένες
Και το πρωί στάλες δροσιάς κυλήσαμε υγροί
στο ποτηρι με το κομμένο τριαντάφυλλο
(στην απ' έξω  πλευρά...όπως πάντα)
..      ..       ..       ..γιωργος σαρρης..       ..       ..        ..

Notas

Después una nube densa pasó y nos tragó.
Nos hemos encontrado en un violín oscuro y nos hemos abrazado
Y así, nos difundimos como notas, una melodía sobre la noche
sobre mundos cables y antenas
Y por la mañana rodamos húmedos gotas de rocío
en el vaso con la rosa cortada
(por el lado de afuera ... como siempre)

Notes

Afterwards a thick cloud passed by and swallowed us.
We got into a violin’s dark stomach and we embraced
And that way, we spread like notes, a melody over the night
over worlds wires and antennas
And in the morning we rolled wet like dew drops
on the glass with the cut rose
(on the outside of it ... as always)
.. .. .. ..giorgos sarris.. .. .. ..

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Ιούλιος


Αυτός ο Ιούλιος 
δε θα φύγει στα νησιά,
Αυτός ο Ιούλιος πονάει
δεν έχει μία
δε θα κατέβει στο λιμανι
δεν ξεκιναει  το χορό
ανάμεσα σε χάσματα αστεριών
κι ολόγιομα φεγγάρια


φοράει τρύπιο φανελλάκι
κάθεται φοβισμένος
στην οθόνη του μπροστά
έξω φυσάει ακόμα υποσχέσεις
δεσμεύσεις, εκλογές κι αποτελέσματα
Το βράδι στο μπαλκονι 
του πίνουνε το αίμα τα κουνούπια
(μικρογραφίες τρωκτικών στέλνουν μηνύματα)
και το πρωί πονάν τα κόκκαλά του
η υγρασία κι ο άρρωστος αέρας

Γύρω  ομίχλη
 η ορατότητα μηδεν
και ψιχαλίζει 
μια παράξενη αγωνία
γεμάτη διαδρόμους και ονόματα
άλλων εποχών

Αυτός ο Ιούλιος είναι τυφλός
φοράει μαύρα γυαλιά και ζητιανεύει
Σταδίου και Συντάγματος γωνία
σ' ένα βουρκάκι δίπλα καθισμένος
καμιά ψιχάλα περιμένει
να ξεπλύνει τη μαυρίλα
ή κάποιο νόμισμα 
να εξαργυρώσει την πληγή 
που όλο βαθαίνει

Αυτός ο Ιούλιος δεν κατεβαίνει στο λιμάνι
Αυτός ο Ιούλιος πονάει 
δεν έχει μία

..   ..γιώργος σαρρής..   ..

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Σήκωσε αεράκι



Σήκωσε αεράκι ξαφνικά κι έπιασε ψύχρα
Αύρα πρωινή βγάζει από μέσα
Πάνω απ'το καράβι ρίχνω βλέμματα και ζάρια
Σκουπίζω μέσα μου ομίχλες κι υγρασία
Μισός πουλί μισός καθρέφτης ανεμίζω
στέλνω γι ανίχνευση το βλέμμα μου μπροστά,
μικραίνω κόρες για να δω,
αυτόν τον άγνωστο καινούργιο
ορίζοντα
Αχνές φιγούρες
και γραμμές απροσδιόριστες
Δεν έχει ακόμα σάρκα ούτε υπόσταση
μα που θα πάει θα τον μπλέξω...

Χλωρό κλαράκι ο κινδυνος
νεράκι δροσερό
βρεγμένο χώμα
Σώμα με σώμα να παλεύει
ο σπόρος τις εικόνες.

..    ..     ..     .. γιώργος σαρρής ..     ..     ..      ..     ..

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Θέμα αίματος

Πως γίνεται να λές στον εαυτό σου τέτοια ψέμματα;
Φόρα κατάσαρκα επιτέλους την αλήθεια κι ας πονάει
σαν περιέργεια μαχαιριού που από ένα χερι ξεγλιστράει και καρφώνεται
στριφογυρνάει σε μιας αλήθειας το βυθό κι ανακαλύπτει
 σε μια γελοία επιφάνεια από κάτω, σε κάποιο δέρμα γερασμένο
σωβατισμένα ψεύτικα Αξιώματα...
Πως γίνεται να κρύβεται η θάλασσα
Τόσο απέραντο γαλαζιο, τόσο νερένιο άπειρο
τόσο δικός σου κόσμος
να σε κυκλώνει από παντού
και συ να συναινείς να πάει χαράμι

Τόση ασπρίλα όπως σπάει πάνω στην πέτρα
τόσα μηνύματα πως δεν τα παίρνεις, δεν τ' ακούς;
Στον πανικό σου πες λιγάκι να σωπάσει
να βγάλει το σκασμό να γαληνέψει κι άκου:
Δεν κρύβεται η θάλασσα
χωρίς εσύ να το επιτρέπεις
Απλά είναι το παραθυρο κλειστό
κι οι χαραμάδες σφραγισμένες
Κι εσύ εθίστηκες στη νύχτα
κι όλο τη βγάζεις με φλασακια ψευτοόνειρα
Κι όταν ανάβει που και που κανένα φώς
γλεντοκοπάς και το γιορτάζεις για ξημέρωμα

Δεν είναι βέβαια τόσο απλό
μετά από τέτοιο μούδιασμα και τέτοιο παραμύθι
να απλώσεις χέρια ξαφνικά  και να τ' ανοίξεις
Αλλά κι αυτή η αλυσίδα που φοράς
και για συνέχεια του κορμιού σου  λογαριάζεις
ειναι μονάχα μια συνήθεια από πάγο
που λιώνει οταν χτυπάει κατακούτελα η άνοιξη
Δεν είναι βέβαια θέμα χρόνου να σωθείς
κι από το βούρκο αυτό να ξεκολλήσεις
Ποτέ δεν ήταν
Το ξέρεις, θέμα αίματος πως είναι
Μην πας λοιπόν να το φορτώσεις σε άλλες πλάτες
Ετούτη τη φορά δε θα μπορέσεις να ξεφύγεις
Πάρτο απόφαση λοιπόν

κι αρνήσου επιτέλους το χειμώνα
Απλά, αρνήσου, επιτέλους, το χειμώνα. 

.             .               .               .γιώργος σαρρής.            .               .                .


 Matter of blood

How does it come and you tell yourself such lies?
Put on the truth just on your flesh at last even if it hurts
like a knive’s curiosity that slinks from a hand and
thrusts
spins in a truth’s deep and sniffs out
under a ridiculous surface, on a aged skin
plastered false axioms...
How does it come and sea hides
So much deep blue, so much water infinity
so yours a world
twining you all around
and you consenting to be wasted away


So much white as it breaks over the stone
so many messages, how can’t you receive them, hear them?
To your panic tell to hush a bit
to shut up calm down and you listen:
The sea does not hide
without you permitting it
The window is simply closed
and the chinks sealed up
And you got addicted to the night
and you always get by with false dream little flashes
And when from time to time a light turns on
you paint the town red and you celebrate it as daybreak

It is not of course that simple
after such tingling and such spiel
to spread arms suddenly and open them
But this chain too which you wear on
and you think of as branch of your body
it is only a habit of ice
which melts when spring hits straight onto heads
Certainly it is not a matter of time for you to be saved
and snap off from this bog
It has never been so
You know it, a matter of blood that is
Don’t try then to dump it on other backs
This time you will not be able to escape
Then deal with it

and deny winter after all
Just, deny, after all, winter.


. . . .giorgos sarris.. . . .

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Με άλλο μάτι


Στάζει βρισιές του ανθρώπου η ταραχή
Μα όταν κουρδίζεται η φλέβα του στο κόκκινο
τότε οι φλόγες των κεριών γίνονται γλάροι
κι όπως κυλάνε αργά
και τα φτερά σεντόνια απλώνουν
μες στους γαλάζιους δρόμους των πελάγων τους
πλάσματα του ηλιου και ονείρου παφλασμός
φτιάχνουνε σπίτι στο παράθυρό του απ'έξω

Κι αυτοί που ψάχναν δίκιο γονάτίζοντας
σε ζητιανιές και σε προσευχητάρια
νοιώθουν στις φλέβες τους πουλιά κι αγριολούλουδα
κοιτάν το διπλανό τους με άλλο μάτι
βγαίνουν μια βόλτα στο μαζί
σε μιά πορεία κάτω απ'τα πανώ
 ή στο μπαλκόνι με κουβέντα,
μεθώντας και καπνίζοντας
τσιγάρα ιστορίες κι αναλύσεις
.              .              .γιώργος σαρρής.              .                .                .
 

There drips slams the humans' flutter
But when their veins are tuned up on red
then the candle flames become seagulls
and as they flow slowly
and the wing sheets reach up
in the blue roads of their high seas
sun creatures and dream splash
build homes outside their windows
And those who were seeking justice kneeling down
in vagrancies and in rosaries
feel in their veins birds and wildflowers
look next to them with an other look
go strolling onto together
to a march under the banners
or to the balcony with chatting,
getting drunk and smoking
cigarettes stories and analyses
. . .giorgos sarris. . . .

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Εκκρεμή

Θ' αλλάξει άραγε ο κόσμος Κεμάλ;
Θα ξεχάσουν την ήττα  οι νικημένοι;
Κι η μεγαλοψυχία του ανθρώπου
θα περάσει ξανά την αυλόπορτα
της παλιάς γειτονιάς;
Θα τολμήσει να πεί
έστω μια καλημέρα;

Αθόρυβοι κύκλοι
Ανεπανόρθωτα παγωμένα χαμόγελα
κι οι ξεχασμένες μέρες
φυλάνε ακόμα βαρδια από μόνες τους
στην ίδια τους τη λησμονιά
Κι ας αιωρείται εκκρεμής
Πανω απ' του απείρου τη χαράδρα

Άνοιξε λίγο την πόρτα
Μια σπρωξιά στη φοβιτσιάρα
θλίψη, τόλμα
λίγο αέρα, λίγο αέρα
μια στάλα αντιπυρετικό
στην παιδική αφέλεια τόλμα
κι άστην να κάνει καμιά τρέλα
Που ξέρεις...
.             .             .γιώργος σαρρής.              .               .

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Aν...

Αν μιλούσες,
αν άρθρωνες λόγο
θα ήμουν
Αν ηχούσες
στην άγρια σου δόνηση
απ' τη ρίζα μου
θα έτρεμα
Αν σεισμουργούσες
θα ξαστέρωναν τ'αρχαία μου χείλη
και για πρώτη φορά
θα φιλούσα κι εγώ
την κλωστούλα του χρόνου
κι ας κοβόταν
ακόρεστο
 το άστρο μου
.           .            .γιώργος σαρρής.            .               .

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Μου τό'πε!



Βαθύ σκοτάδι ολόμαυρο
αζύγιστο άστρο, άλυωτο
τυφλό φεγγάρι σ' άγνωστη τροχιά
να ορίσει κύκλο ακύκλωτο
παλεύει
Φιλάει βοριάς το στόμα μου
το κέντρο μου θυμός
κι ο φόβος άχνα


Φυσάν μεσα μου χίμαιρες
χρυσάφι σκοτεινό
τραντάζει η ζάλη τ' άρμενα
της λογικής λατίνια
ή σακολέβες.
Χύνεται αυγή στ' αλάφιασμα της γύμνιας
μα όποιος ξεχνιέται με έρωτα
ψέμματα λέει
ας βγάλει το σκασμό


Φεύγουνε πλοία δαιμονικά
στα δυό κομμενα
Αλλού τραβάει το σκαρί
κι αλλού η ρότα


Μιλάει το θαύμα
πείσμα δροσερό
Άπνοια ψαριού, σπασμένη φλέβα, μαύρο αίμα


Φεγγάρι ασήμι λίμνασε
στο βλέμμα του ουρλιαχτού
Καιρός για γκρεμοτσάκισμα!


Βράδυ αξεδίψαστο
βροχή σπάζει τα τζάμια
κι οι εκβολές σβήσανε φώτα για καλά..

Σε λίγο θ'αρμενίζουμε στο Δέλτα των τεράτων

Στο μάτι του μονόφθαλμου κυκλώνα
τα πόδια ανοίγει και οργάζει η καταιγίδα
Σπορά τυφώνα ή θύελλας;


Φεγγάρι ασήμι άλυωτο αζύγιστο άστρο,
Θα το γλέντήσουνε οι άμοιροι, βραδυάζει,
στων σκιάχτρων τους χρησμούς
θα βγάλουν γλώσσα


Μαζί μας θα πλαγιάσει απόψε η Θέαινα
Μου τό'πε! 
.            .             .γιώργος σαρρής.             .               . 

 Ιn the Delta of the monsters
 
Deep dark pitch-black
unweighed star, unmelted
blind moon on unknown orbit
to set untwined circle
it struggles
Northern wind kisses my mouth
my centre wrath
and the fear silent


There blow chimeras inside me
dark gold
daze jars the sails
logic’s latin sails 

or sakolevas.
There flows dawn in the fuss of nakedness
but whoever forgets himself with love
he lies
he ‘d better shut up


There go demonic ships
cut in two pieces
To one side goes the hull
and elsewhere goes the course

There speaks the miracle
cool obstinacy
fish apnoea, broken vein, black blood


Silver moon puddled
in howl’s gaze
Time for dropping off!


Unquenched evening
rain breaks the window glasses
and the estuary turned off the lights for good..

In a while we will be sailing in the Delta of the monsters


In the eye of the one-eyed cyclone
the storm opens the legs and is in orgasm
Seed of typhoon or tempest?


Silver moon unmelted unweighed star,
Those hapless will enjoy themselves, it is getting dark,
the scarecrows’ oracles
they will sneer at


The Goddess will lay back with us tonight
She told me!
. . .giorgos sarris. . .

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Κάποιος κάποια μέρα...



Kάποιος κάποια μέρα
θα δείξει το δρόμο
Το μέλλον θα ανάψει ένα φως
και θα ασημώσει τη θάλασσα
Ξέρεις, οι πόλεις ειν΄ακόμα γεμάτες ανάσες,
τα βράδια φορτωμένα χαμόγελα
κι οι ονειροπόλοι ιχνηλατούν αδοκίμαστες διαδρομές
κι ετοιμάζουν την έξοδο
Κι εγώ μέσα από μάσκες
διακρίνω σιγά-σιγά
το βαθύ και το άσπιλο


Κι αν μιλάω με σιωπές η με χρώματα
δεν είναι που δεν έχω κάτι να πώ
αλλά που ακόμα δεν υπάρχουν λόγια.
Αφού το αληθινό και το απέραντο
δε χωράνε σε ρούχα στενά


Πρεπει μια στάλα να μεγαλώσω
Δεν είμαι αυτό που μου λένε
Ειμαι από βροχή και κεραυνό
που σαρώνει το χάος
Ειμαι από πετρα και άνεμο
που αφουγκράζεται αστροπέλαγα να επιστρέφουν,


που με ένα τίποτα μπορεί ξανά να γεννηθεί
και να ξαφνιάσει το αναμφίβολο! 


.            .            .              .γιώργος σαρρής.            .               .               .

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Εξορία

Ήταν μια οπτασία, ένα όνειρο
φορώντας πέπλα αχνά κατέβαινε
τη σιδερένια σκάλα
κι εγώ την ακολούθησα ο τρελός
μέσα στο λίγο φως και τις σκιές

Βρεθήκαμε σε υπόγειο υγρό
κι αγκαλιαστήκαμε
Πέρασαν νύχτες, μέρες, χρόνια
πέρασαν γυάλινοι καιροί
περιχυμένοι μέταλο,
δεμένοι με τσιμέντο
και  υλικά ημιαγωγών
με μουσικές ανώφελες
 ανέφελες και γλυκερές
σ' ωραίες αυταπάτες ανεβήκαμε

΄Ηπιαμε θάλασσες φτιαγμένο αλκοόλ
και τη ζωή την είδαμε
σε  αισθήσεων εργαστήρια
και ιδανικές συνθήκες
σε υγρών κρυστάλλων
ξεχαστήκαμε οθόνες
και σε ξυλόσπιτα
αγκαλιάσαμε φωτιές
ανυποψίαστοι
και ηλίθια αφελείς!

Τωρα εκείνη εχει χαθεί
κι όπου κοιτάξω ερείπια
γελάνε ειρωνικά 
που ακόμα πιο χαμένο
είναι ετούτο το σκαρί το ματαιόδοξο
που ψέμματα και σκοτεινιές
γουστάρει να ερωτεύεται

Και έτσι εδώ παρέα με τρωκτικά
διαπραγματεύομαι μια διέξοδο
Εκτίω φρικτή μα ίσως δίκαιη εξορία
φυλακισμένος
σ' ένα υπόγειο υγρό
.          .          .            .γιώργος σαρρής.          .             .              .



Και με τη βοήθεια ανώνυμου μεταφραστή

Exile

She was an illusion, a dream
wearing glimmering veils she went down
the iron stairs
and I the madman followed her
into the precious light and the shadows

We met in a wet basement
and we embraced
There slipped away nights, days, years
there slipped away glass times
spilled over with metal,
bound with cement
and semiconductor materials
with useless music
cloudless and schmaltzy
onto beautiful delusions we climbed up

We drank seas of high alcohol
and we saw life
in labs of senses
and in ideal conditions
in liquid crystal
screens we forgot ourselves
and in wooden lodges
we embraced fires
unwary
and stupidly naïve!

Now she is gone
and wherever I look at

remains
laugh ironically
that it is even more wasted
this vain hull
who lies and darknesses
he grooves to fall in love with

And here thereby in company with ridents
I negotiate a way-out
I am on a horrendous but just exile sentence
prisoner
in a wet basement