Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Μανόλης Αναγνωστάκης -Οι στίχοι αυτοί ,Δρόμοι παλιοί, Όταν μιαν άνοιξη


Δρόμοι παλιοί 

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα

Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ

Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα του πόθου μου

Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος κρατώντας

Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.



Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανέναν κι ούτε

Κανένας με γνώριζε





Οι στίχοι αυτοί 


Οι στίχοι αυτοί, μπορεί και νά ναι οι τελευταίοι

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δεν ζούνε πια

Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς οι νέοι


Όταν μιαν άνοιξη 

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
 θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
και θα ’ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου 
 παλιέ μου φίλε

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις 
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, 
πικραμένη σου μνήμη

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας, 
 ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας 
 και τα όνειρά μας

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες 
 μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου 
 παλιέ μου φίλε

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Μανώλης Αναγνωστάκης -Σκυφτοί περάσανε...




ΣΚΥΦΤΟΙ ΠΕΡΑΣΑΝΕ…


Σκυφτοὶ περάσανε καὶ φύγανε, δειλοί, μ’ ἕναν ἴσκιο
στα μάτια
Οὔτε ἕνα μαντήλι ἀνεμίσανε –ξέραμε τὸ χαιρετι-
σμό τους-
Ἡ σκόνη μπῆκε στὰ σπίτια μας ἀπὸ τὰ πέταλα
των ἀλόγων
Φτάνουνε τόσο μικρὲς οἱ ἐποχὲς ποὺ δὲν ἔχουν τὸν
καιρό νὰ φωτίσουν τὴ σιωπή μας.
Εἶναι ποὺ ὅλοι οἱ χειμῶνες περάσανε καὶ διάβα-
στήκαν ὅλα τὰ βιβλία
Σὰν τὶς διαβατικὲς γυναῖκες ποὺ παραλλάζουνε τ’
όνομα.
Ἐμεῖς πιστεύουμε ἐκεῖ ποὺ ἕνας ἄλλος θὰ τ’ ἀπὸ-
διωχνε σὰν ἕνα ὄνειρο κακὸ
Σὰ μία νεροποντὴ ποὺ τὸν βρῆκε στὴ μέση του κάμπου
Σὰ μία φρικτὴ περιπέτεια ποὺ ξεβιδώνει τὸ λογικὸ
του
Ἡ μνήμη τοὺς εἶναι τὸ πόδι ποὺ νοσταλγέι ὁ ἀνὰ-
πηρος
Εἶναι ἡ σπασμένη θερμάστρα στὸ γεναριάτικο δῶ-
μάτιο
Εἶναι τὰ φύλλα ποὺ στοιβάζονται καὶ ξεθωριάζουν
στὸ συρτάρι.

Ἀκούοντας τὰ παιδιὰ νὰ τραγουδοῦν στὸ δρόμο ξὲ-
νοιαστα
Σκεφτόμουν ἂν αὐτὸ στ’ ἀλήθεια εἶναι ἡ προϋπὸ-
θεση τῆς γαλήνης
Μίας κάποιας ἀνάπαυλας μὲ μόνη τὴν εὐθύνη της
αδιαφορίας
Ἢ μήπως ὅταν οἱ στρατιῶτες ἐπιστρέφουνε μὲ τὲ-
λευταίαν ἐλπίδα
Ἕνα λευκὸ σεντόνι χωρὶς αἷμα, ὅταν ὁ ταξιδιώτης
Ἀκούει τὰ μακρυσμένα βήματα τοῦ γέρικου πιστοῦ
του σκύλου.
Ὅμως μία μέρα φτάνουν ὅλα χωρὶς τὴν ἁρμονία
της διαλογῆς
Δὲν προφταίνουμε ν’ ἀγαπήσουμε ἕναν ἄνθρωπο κι
ὕστερα τὸν χάνουμε
Πεθαίνει μία μέρα καὶ μαθαίνεις τὸ θάνατό του
απ’ τὶς ἐφημερίδες
Φεύγει –«τελείωσαν ὅλα»- κι ἐσὺ δὲν ἔχεις ἀκὸ-
μὰ γνωρίσει τὴν ἀρχὴ
Ψάχνεις μία θύμηση μαζί του (…τὸ τελευταῖο βρὰ-
δυ ποὺ βρεθήκαμε στὸ καφενεῖο Φ…)
Δὲν ξέρεις ποιὰ ζωὴ σ’ ἀξίζει καὶ ταξιδεύεις ἃ-
σκοπα.
Ἅ! πῶς ψεύτισαν ὅλα! Ἀφήσανε στοὺς δρόμους
τὰ χαλάσματα δὲν τὰ προσέχει πιὰ κανεὶς
Σέρνονται τὰ παιδιὰ ξυπόλυτα οὔτε ποὺ τὰ γνωρὶ-
ζουν οἱ μανάδες
Στοὺς τάφους τὰ λουλούδια μαραθήκανε καὶ τὰ
σαπίζει ἡ βροχὴ
Τὰ σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία
ξεδοντιασμένα
Δείχνουνε τὶς πληγές στὰ στήθια τους καὶ ζητια-
νεύουν τὰ κορίτσια
Τὰ κάρα βούλιαξαν στὴ λάσπη καὶ πεθάναν οἱ ἅμα-
ξάδες
Κι οἱ μαστροποὶ ποιητὲς βουβοὶ τρέμαν τὶς νύχτες
στα κατώφλια.
Μία μέρα φτάνουν ὅλα χωρὶς τὴν ἁρμονία τῆς διὰ-
λογής
Ἀξίζει τέλος νὰ σταθεῖς τύψη μὲ τύχη
-Καί, Θέ μου, πόσος λυρισμὸς μέσα στὸ ἀνέκφραστο
Κι εἶχα μέσα μου ἀκόμα τόσες εἰκόνες ποὺ ζητοῦσα
Φυλαχτὰ τόσων πολύτιμων κρυφῶν ἀναδρομῶν-
Δὲν τὸ ‘ξερὰ πὼς ἤμουν πλασμένος νὰ ‘ρθῶ μία
μέρα
Πίσω στὰ σκονισμένα μονοπάτια νὰ κοιτάξω κὰ-
τάματα
Τὴ φλεγόμενη πόλη τὰ σωριασμένα κουφάρια στοὺς
δρόμους
Νὰ κλάψω κι ἐγὼ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲ
γνώρισα
Γιὰ τὶς πικρὲς γυναῖκες ποὺ δὲ φίλησα ποτέ μου
Γιὰ τὰ σπασμένα χέρια τῶν παιδιῶν ποὺ μὲ κλῶ-
τσούσαν
Νὰ κάτσω στὴν πιὸ μαύρη πέτρα καὶ νὰ σκεπάσω
Τὸ μαραμένο μου πρόσωπο μὲ λιπόσαρκα χέρια
Νὰ μάθω ξένα ὀνόματα καὶ ξένες προσευχὲς
Νὰ κρατήσω σφιχτὰ στὰ χέρια μου λίγο χῶμα
θυσίας.

(Πῶς θὰ ζήσουμε μὲ μία κατάμαυρη σκιὰ στὴ θύμηση ἐπάνω;
Πῶς θὰ κοιμήσουμε τὰ εἴκοσι χρόνιά μας στὴ θὰ-
λασσα τῆς λησμονιᾶς;)
Ἄκουγα πάλι τὴ φωνή σου ὅταν γυρνοῦσα χτὲς
από τὸ πληκτικὸ νοσοκομεῖο
Ἀνάμεσα στὰ βρώμικα πανιὰ καὶ στὰ νερὰ τά μου-
χλιασμένα
Πλῆθος ἐνέδρες τῆς ζωής παραμονεύουν τὴν πτῶ-
ση σοὺ
Τὰ ξίφη διασταυρώνονται σὲ ματωμένες ἀστραπὲς
Ὁ θάνατος εἶναι κι αὐτὸς μία περασμένη ἀφήγηση
Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει.
«Μὲ μία κατάμαυρη σκιά…». Κι ἐγὼ σκεφτόμουν
πεδιάδες μὲ μαῦρα ἄλογα καὶ πλοῖα λευκὰ στὴ
θάλασσα.
Κι ἐγὼ σκεφτόμουν μία φευγαλέα μορφὴ πού μου
‘χε γνέψει
Δὲν ξέρω ἂν σ’ ἕνα χαμένο μου ὄνειρο ἢ στὰ παῖ-
δικά μοῦ χρόνια.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Μαν.Αναγνωστάκης(10/3/1925): Στο παιδί μου και τρία ακόμη ποιήματα



Το θέμα είναι τώρα τι λές...

Το θέμα είναι τώρα τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τι λες.



Στο παιδί μου...

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.




Ο Ουρανός

Πρώτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στΟ δάσος
Ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στὸν κάθε κορμὸ έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερὰ ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζὶ
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν τὸ κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν ἀπὸ δω ξυλοκόποι.


Απολογία νομοταγούς

Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη: Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε «ποιητική»: στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία.

Γράφω ποιήματα που δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως.


Μανόλης Αναγνωστάκης, Προσχέδιο δοκιμίου πολιτικής αγωγής*

Οι τσαγκαράδες να φτιάνουν όπως πάντα γερά παπούτσια
Οι εκπαιδευτικοί να συμμορφώνονται με το αναλυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου
Οι τροχονόμοι να σημειώνουν με σχολαστικότητα τις παραβάσεις
Οι εφοπλιστές να καθελκύουν συνεχώς νέα σκάφη
Οι καταστηματάρχες ν' ανοίγουν και να κλείνουν σύμφωνα με το εκάστοτε ωράριο
Οι εργάτες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην άνοδο του επιπέδου παραγωγής
Οι αγρότες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην κάθοδο του επιπέδου καταναλώσεως
Οι φοιτητές να μιμούνται τους δασκάλους τους και να μην πολιτικολογούν
Οι ποδοσφαιριστές να μη δωροδοκούνται πέραν ενός λογικού ορίου
Οι δικαστές να κρίνουν κατά συνείδησιν και εκτάκτως μόνον, κατ' επιταγήν
Ο τύπος να μη γράφει ό,τι πιθανόν να εμβάλλει εις ανησυχίαν τους φορτοεκφορτωτές
Οι ποιητές όπως πάντα να γράφουν ωραία ποιήματα

* Πρόκειται περί προσχεδίου, ως ο τίτλος, και προσφέρεται εις ελευθέραν δημοσίαν συζήτησιν. Μετά τας ακουσθησομένας απόψεις θα γίνει τελική επεξεργασία υπό ομάδος εγκρίτων Ποιητών και θα παραδοθεί εις το κοινόν προς γνώσιν και αναμόρφωσιν.


(Κ.Π.:το σχόλιο με τον αστερίσκο ανήκει στο ποίημα)

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Απροσδιόριστη Χρονολογία-Μανώλης Αναγνωστάκης

      
Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση
Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες
(Ίσως η απαρχή ομοίων ημερών)
έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε
χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά
Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκρισην η νύχτα.

Μια μέρα τόσο διάφορη απ' τις άλλες
Χωρίς τα σύμβολα του «πλήν» και του «συν»
π' αυλακώνουν τη σκέψη
Χωρίς να βαραίνει καν τη ζυγαριά της μνήμης
Πες σα μια σαπουνόφουσκα που τρυπήσαμε με την καρφίτσα
Σαν τον καπνό τσιγάρου χωρίς άρωμα.

Έτσι έπεσε ένα φύλλο από το καλαντάρι
Δίχως τον παραμικρότερο ήχο
(Χάθηκε και δεν ψάξαμε να το βρούμε)
Έμεινε το συρτάρι μας όπως το αφήσαμε.

Ίσως -λές- πως δεν ήτανε καν μια μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν αρνητικά οι αριθμοί
Το ρολόι γυρισμένο ένα ακόμη εικοσιτετράωρο
-Λές- πως περάσαμε ασυνείδητα τα μεσάνυχτα
Έναν ολόισιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο.

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Η αγάπη είναι ο φόβος-Μανόλης Αναγνωστάκης


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν

Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.

Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα' ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951)

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Μανώλης Αναγνωστάκης

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925.Μέγας ποιητής της λεγόμενης γεννιάς της ήττας. Εθνική Αντίσταση, ΕΠΟΝ, κι ύστερα πολιτική δράση με φυλακές εξορίες και όλο το σχετικό τραπέζι που έστρωσε αυτή η χώρα σε όσους πραγματικά την τίμησαν δωρίζοντάς της όχι μόνο το ταλέντο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελεύθερη ψυχή τους. Εγραψε λίγο επιλέγοντας τη σιωπή από τη δημόσια έκθεση που άλλοι επέλεξαν να απολαύσουν μετά την πτώση της χούντας. Ηταν όπως θα έλεγε ο Ο.Ελύτης "του ολίγου και του ακριβούς..."
Εφυγε στις 23 Ιουνίου του 2005

 
"Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες" (Στόχος, 1970)



 Μιλῶ…

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.
Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει
Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.

Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε...

Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε
Ἀλλότριο πλῆθος ἕρπει τώρα στὶς λεωφόρους
Ἀλλάξαν καὶ τῶν προαστίων οἱ ὀνομασίες
Ὑψώνονται ἄσυλα στὰ γήπεδα καὶ στὶς πλατεῖες.
Ποιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου; Ἐδῶ οἱ ἐπίγονοι
Λιθοβολοῦν τοὺς ξένους, θύουν σ᾿ ὁμοιώματα,
Εἶσαι ἕνας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκλησίασμα
Κι ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ἀφορίζουνε τοὺς ξένους
Ρίχνουνε στοὺς ἀλλόγλωσσους κατάρες
Ἐσὺ στοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους χώσου
Στὶς δαιδαλώδεις κρύπτες ποὺ δὲν προσεγγίζει
Οὔτε φωνὴ ἀγριμιοῦ ἢ ἦχος τυμπάνου·
Ἐκεῖ δὲ θὰ σὲ βροῦν. Γιατί ἂν σ᾿ ἀφορίσουν
Κάποιοι –ἀναπόφευκτα– στὰ χείλη τους θὰ σὲ προφέρουν
Οἱ σκέψεις σου θ᾿ ἀλλοιωθοῦν, θὰ σοῦ ἀποδώσουν
Ψιθυριστὰ προθέσεις, θὰ σὲ ὑμνήσουν.
Μὲ τέτοιες προσιτὲς ἐπιτυχίες θὰ ἡττηθεῖς.
Τεντώσου ἀπορρίπτοντας τῶν λόγων σου τὴν πανοπλία
Κάθε ἐξωτερικὸ περίβλημά σου περιττὸ
Καὶ τῆς Σιωπῆς τὸ μέγα διάστημα, ἔτσι,
Τεντώσου νὰ πληρώσεις συμπαγής.

Κι ἤθελε ἀκόμη...

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Δρόμοι παλιοί
Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ' ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε