Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρουζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρουζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Νίκος Καρούζος- αντιστασιακός του συστήματος






«Για μάτωμα πιο πέρα κι απ’ το αίμα»



Οχι μόνο με λέξεις, αλλά και με έννοιες και με ιδέες… και με τη ζωή του την ίδια, περιπλανήθηκε στο αυτοσχέδιο όραμά του για τον κόσμο, για τον άνθρωπο, για τη ζωή. Ο Νίκος Καρούζος, εκφραστής της απλότητας και της άκρας λιτότητας στην προσωπική του ζωή, συστηματικά αποφεύγοντας την «υποταγή» στις «μικροανάγκες βολής», αφού η σχέση του με την ύλη περιοριζόταν στα εντελώς απαραίτητα για τη διαβίωση, κατάφερε να παραμείνει αλώβητος, σαν πραγματικός «αντιστασιακός» του συστήματος μέχρι τα στερνά της ύπαρξής του.

Φτωχός σαν ποιητής, πλούσιος σαν ψυχή, περήφανος σαν τη γενιά του, δε λύγισε μπροστά στο οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε και όταν η πολιτεία τον έκρινε ως ποιητή β΄ κατηγορίας δίνοντάς του σύνταξη 55.000, κατά 5.000 μικρότερη από την α΄ κατηγορία, ο αξιοπρεπής ποιητής δεν τη δέχτηκε. Το είχε άλλωστε προβλέψει από τα νεανικά του ποιήματα. «Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα». Και πέρασε από αυτό τον κόσμο μεταποιώντας την οδύνη σε ασυμβίβαστη ποιητική φωνή.


Συνυπάρχουμε συνοδυνόμενοι


Γέννημα, θρέμμα της Εθνικής Αντίστασης και της θυελλώδους μεταπολεμικής εποχής, άφησε πίσω του ένα μεγάλο καινοτόμο ποιητικό έργο και μια σεμνή αγωνιστική συνεισφορά στην υπόθεση της κοινωνικής προόδου.

«Είχα πάντα – είχε πει ο ίδιος, στο “Διαβάζω”- την κοινωνική διάσταση. Πώς θα μπορούσε να γινότανε κι αλλιώς; Είμαστε κοινωνία, είμαστε ιστορία. Συνυπάρχουμε, συνοδυνόμενοι».

Αλλά και η ποίησή του εκφράζει αυτή την κοινωνικότητα: «Κι αν χιονίζει στο πνεύμα/ Κι αν κρυώνουν οι μεγάλες ιδέες/ Ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει»… και ταυτόχρονα «συνθηματογραφούσε» με μια αυθεντική δυναμική: «Οταν παιδέψεις τώρα δα μια πεταλούδα/ δεν το βλέπεις/ αλλά αργότερα κάπου/ θα πονέσει ο πολιτισμός».

Επάγγελμα: η ψυχή μου

Δεκατέσσερα χρόνια από τη μέρα που ο θάνατος (28/9/1990), «βασιλέας των πραγμάτων» τον «ταξιδεύει στον ουρανό», εκείνος επιμένει να «γυρίζει μόνος», με ελάχιστους να τον θυμούνται πολύ περισσότερο να τον τιμούν. Τα «όνειρά» του δεν τον «έσωσαν» και δεν είναι σίγουρο αν με την αγάπη «σήκωσε την απελπισία του». Είχε δίκιο «σα να μην υπήρξαμε ποτέ κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη». Κι όμως, ήπιε και «της μοναξιάς το ηδύποτο», διάβηκε «αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό του», και σίγουρα «δε θα μπορούσε δίχως θάνατο»… Αλλά μέσα από τη σιωπή που επιβάλλει ο θάνατος και περισσότερο η λησμονιά που συνοδεύει το τέλος ενός ανθρώπου, εκείνος «κατέγραψε» την «εκδίκηση» στη λησμονιά και την αδιαφορία, συστηνόμενος: «Επάγγελμα: η ψυχή μου»…

Οπως έλεγε ο Νικηφόρος Βρεττάκος «κατά βάθος η ποίηση, είναι μι’ ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλο τον κόσμο».

Αυτό ήταν και η ποίηση του Νίκου Καρούζου, «μια καρδιά φορτωμένη» τον πόνο και τα όνειρα όλο του κόσμου. Στην περιπλάνησή της τούτη η καρδιά δεν ακίστηκε με τις λέξεις, με ιδέες και έγνοια, με πλήρη επίγνωση του θρυμματισμού των οραμάτων, αναζήτησε την ουσία της ύπαρξης, διακηρύσσοντας ταυτόχρονα την πίστη του ότι «η Ιστορία φυσικά/ δε μας περιμένει/ στη στάση του τρόλεϊ»… και εκτοξεύοντας έτσι βέλη στη στάση αδράνειας, παθητικότητας και βολέματος.

Το οπλοστάσιο του Καρούζου, δεν υπέκυψε στην ευκολία. Η πείνα και η δίψα του για ελευθερία ενδυνάμωνε τις αλήθειες για τη ζωή και την ποίηση. Η διάπυρη ύλη του πάθους, της οργής, της υπαρξιακής έκρηξης μεταβολίζεται σε μια «συνομιλία», που αποκτά νόημα με τον βαθύ ήχο με τον οποίο υπερασπίζεται αυτή τη «συνομιλία».


«Ενθύμια φρίκης»

Μπορεί ο ίδιος να έλεγε «Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το μαθα/ τι είναι τα ποιήματα/ Είναι πληγώματα/ είν’ ομοιώματα/ φενάκη/ φρεναπάτη;/… Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα./ Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης», όμως «συνομιλώντας» μέσα από την ποίησή του αναγνωρίζεις τον ποιητή που μοχθεί να μεταδώσει νοήματα, που πασχίζει, με τη «λεκτική αθανασία», «για μάτωμα πιο πέρα κι απ’ το αίμα».

Βαθιά πάσχων ως πολίτης ο Νίκος Καρούζος, με μοναχή οπλοφορία το «στήθος» του, πάλεψε την «ακαμψία», μίσησε «την ορατή μυθολογία τους παπάδες/ τη λεκτική τους αθανασία/ τους χλοερούς τόπους ψαλτικής αναψύξεως/ τρομακτικά ψέματα/… ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπος με το «θάνατο» στην ποίησή του, με την «εκθαμβωτική ασυνέπεια της ύλης», είκαζε «πως ο θάνατος θα έρθει όπως ο ύπνος,/ ο σκοτεινός θάλαμος όπου τραβά η ζωή, φωτογραφίες απ’ το υποσυνείδητο», για να δώσει την τελευταία του μάχη «με το θάνατο μέσα μου πλέον ορατό/ – σχεδόν αδιανόητο -/ μεράκι που το ‘χω να υπάρξω ακόμη!/ Φτερουγισμένος είμαι σήμερα στα ύψη/ στην πιο βλακώδη αστρογειτονιά μου πέρα./ Η τόση θεωρητική ωμότητα σε πανικού δροσούλα/ γιομάτη σωματικά γεγονότα./ Η ύλη δε με θέλει. Κι αφουγκράζομαι μόνος/ ουσιαστική τίγρη./ Πού πας με τόση ομορφιά;/ Στο βάθος θάνατος». (30/3/1989).

«Αιωρούμαι μονάχος»

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στο Ναύπλιο τον Ιούλη του 1925, από πατέρα δάσκαλο και κόρη παπά. Αρχισε σπουδές νομικών και πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας χωρίς να τις ολοκληρώσει. Ο πατέρας του ενταγμένος στο ΕΑΜ, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και αργότερα υπέστη όλα τα δεινά της περιόδου. Ο ίδιος ΕΠΟΝίτης τον καιρό του αγώνα, γνώρισε από νωρίς τις εξορίες (Ικαρία, Μακρόνησο). Πρώτη παρουσία του στη λογοτεχνία το 1949, όταν δημοσίευσε ένα ποίημα στο περιοδικό «Ο Αιώνας μας». Ο ίδιος σε συνέντευξή του στο «Ρ» είχε πει ότι τα πρώτα του ποιήματα τα είχε στείλει στο περιοδικό της ΕΠΟΝ «Νέα Γενιά», το 1945. Η πρώτη του ποιητική συλλογή ήταν «Η επιστροφή του Χριστού» (1954) και ακολούθησαν «Νέες δοκιμές», «Είκοσι ποιήματα», «Διάλογοι», «Η Ελαφος των άστρων», «Πενθήματα», «Απόγονος της νύχτας», «Αντισεισμικός τάφος», «Ερυθρογράφος» κ.ά.

Για το έργο του «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη», τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο το 1989. Επίσης το 1963 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο των Δώδεκα, ενώ το 1972 μοιράστηκε με τον Μίλτο Σαχτούρη και τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, το Εθνικό Βραβείο ποίησης.

Βέβαια όπως για τους περισσότερους ποιητές, ήταν περιπετειώδης ο τρόπος έκδοσης των βιβλίων του Νίκου Καρούζου. Για πολλά χρόνια, μέχρι τη δεκαετία του ’70, τύπωνε με έξοδα δικά του τα βιβλία του. Στη συνέχεια, συνέβαλαν η Εγνατία, το Πολύπλανο, το Υψιλον, ο Εξάντας, ο Ακμων (μία σημαντική ανθολογία, στα 1981), η Γοργώ, η Εστία, ο Καστανιώτης, ο Μίμνερμος, και η Απόπειρα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι εκδόσεις Ερατώ, προχώρησαν στην έκδοση των Απάντων του ποιητή, σε τόμους ανάλογα με τη δημιουργική του περίοδο. Εκδόθηκαν η Πρώτη Εποχή και η Δεύτερη Εποχή. Μετά το θάνατο του Νίκου Καρούζου, το έργο του εκδίδεται συγκεντρωμένο σε τόμους από τις εκδόσεις Ικαρος. Εχουν κυκλοφορήσει τα Ποιήματα A΄ και τα Ποιήματα B΄.

Ο,τι και να γράψεις για τον Νίκο Καρούζο, δύσκολο να κατακτήσεις με λέξεις τη φυσιογνωμία του ποιητή που μπήκε με σώμα και πνεύμα στις αγωνίες και τις ελπίδες των καιρών, τη φυσιογνωμία του Νίκου Καρούζου που με την ποίησή του – όπως έγραψε και ο Μ. Μουντές, «ενίσχυσε την αμυντική λειτουργία των ψυχών μας απέναντι στα καταιγιστικά συμπτώματα της καθημερινής κατακρήμνισης ονείρων και αξιών».

Το σίγουρο είναι πως ο Νίκος Καρούζος υπάρχει μαζί μας, γιατί εκείθε, πέρα από την ολόφωτη σιωπή της αιωνιότητας, μας θυμίζει ότι «σε μια κραυγή της νύχτας όλοι συνυπάρχουμε κι ανασαίνουμε τρόμο».



Ριζοσπάστης/ Σοφία Αδαμίδου

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Νίκος Καρούζος : Η εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας- Εἰκόνα


Η ευγένεια της κωμωδίας μας

Όταν ξεραθεί το χαμομήλι στον καλύτερο ήλιο τῆς χρονιάς
έρχονται βράδια νὰ γυρέψει απὸ δαύτο κι ὁ φτωχὸς κι ο πλούσιος
κι όπως κυλάει ζεστὸ μέσα μας καὶ βάλσαμο
κ᾿ ευωδιάζουν τα σπλάγχνα κι αρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αίσθημα φαγωμένης πεταλούδας μὲ τὰ χνούδια της
ένα τίποτα ένα χορτάρι φέρνοντας όλη τὴν ειρήνη
έτσι κι ο Ιησούς ένα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα η μέσα φλόγα ποὺ λιώνει τὴν αφὴ
κι ο Θεός γυμνοπόδης εν᾿ αρνί στὸν ἀέρα
ψηλά στο δέντρο της βυσσινιάς τὸ καιόμενο πέρα στη δύση.
Ά τί φριχτὸ που είναι το νερό ένα τίποτα κι ο αόρατος
μας έτυχε καθὼς το μαχαίρι στὸ λαιμὸ του κόκορα.


Πέντε Ποιήματα μέσ᾿ τὸ Σκοτάδι. Εἰκόνα

Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιών τὰ μαλλιά του.
Ωχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ρείθρα, ωχρὸς
έλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ελιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αισθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλάτε εἶναι άνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν του μιλᾶτε δὲ μιλούν στους καθρέφτες.
Άνθη τῆς λεμονιάς
λουλούδια του ανέμου
στεφάνωσέ τον Άνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ -Νίκος Καρούζος


Στους δρόμους περπατώντας τηλεφώνου κουδούνισμα
τα’ άκουσα σαν τρίλια του έαρος
κι αναθυμήθηκα την επίδοση του πόνου στο θάνατο
τη βροντή να μοιράζεται στο δάσος μνημονεύοντας
το νευρικό γεωμέρτημα της αστραπής αιωρούμενο
θυμήθηκα το χθεσινό μου όνειρο (πιωμένος) και ξαφνικά!
ο Πάπας στην εντέλεια ξυρισμένος και υακίνθινος
με τόση γλωσσομάθεια στη δοξασμένη μύτη.
Καθάριζε το άχραντο και χύνονταν αηδόνια
πέφτοντας από τη φύση τα ονόματα
κι όπως ο ήλιος απ’ τον ένα βράχο
στον άλλο σέρπεται ως ιμάτιο
τις λέξεις έβλεπα να χώνονται στις χαράδρες τ’ ουρανού
με τ’ αστραπόφωτο της ερημιάς τυλιγμένες.
Βαθιά μεσάνυχτα την άλλη μέρα κι ολάνοιχτο
ευαγγέλιο το φεγγάρι
στα νώτα της χαράς ταξιδεύοντας προς το χάραμα
να παραδώσει τη σκυτάλη στον ήλιο
με τα μεγάλα εκείνα ζυγωματικά του Ιουλίου
με κείνη τη γαλάζια καρωτίδα που φουσκώνει.
Θεόληπτος ο διάβολος και δεν το ’χουμε νιώσει.

(από τη συλλογή ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ 1986)

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Aθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι-Νικος Καρούζος

Ενα σπάνιο κείμενο του Ν.Καρούζου για την Τέχνη

Ο εικοστός αιώνας πλησιάζει πια στο χρονικό του τέλος. Η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της τεχνικής, μαζί με τις κοινωνικές επαναστασεις και τις ριζικές μεταβολές εξουσίας σε όλα σχεδόν τα σημεια του πλανήτη, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως είναι το κυριότερο χαρακτηιστικό της ιστορικης φυσιογνωμίας του. Τα μεγάλα επιτευγματα της τεχνικης περιβάλλουν τον άνθρωπο του αιώνα με ένα όλωσδιόλου κάλος, που όμως τον είχε μπερδέψει σε κάποιες περιπτωσεις, αναφορικά με τη διαλεχτική συνάρτηση ζωής και ποίησης (εννοώντας μ' αυτή την τελευταία λέξη  και συνολικά την καλλιτεχνικη δημιουργία). Ηδη το πρώτο αισθητικό κίνημα του αιώνα μας, ο φουτουρισμός, εκφράζει αυτή τη σύγχυση. Θα τη σχολιάσουμε στη σύντομη τούτη ομιλία μας, αντιμετωπίζοντας ειδικα την ταραχώδη φουτουριστική λογική, για να ξεμπλέξουμε τα πράγματα. Στις 20 Φεβρουαρίου 1909 δημοσιεύτηκε στον Παρισινό Φιγκαρό το "μανιφέστο του Φουτουρισμού" με την υπογραφή του αρχηγού του κινήματος Φίλιππου Μαρινέττι(1876-1944), ενός δαιμόνιου και έξαλλου Ιταλού γεννημένου και μεγαλωμένου στην Αλεξάνδρεια. Σ' αυτό το μανιφέστο που είναι ένα φανταχτερό μίγμα "μηχανολατρείας", αντιπαρελθοντισμού και κακώς εννοούμενου Νιτσεισμού, διαβάζουμε στην υπ' αριθμόν 4 πρόταση:
"Διακηρυσσουμε πως η λαμπρότητα του κόσμου πλουτίστηκε με μια καινούργια ομορφιά: Την ομορφιά της ταχύτητας. Ενα αυτοκίνητο κούρσας(...), ένα αυτοκίνητο που μουγκρίζει τρέχοντας ωσάν βολίδα, είναι ωραιότερο από την Ν ί κ η  τ η ς  Σ α μ ο θ ρ ά κ η ς"
Ανεξάρτητα με τη δημιουργική ανάγκη της ποίησης -και πολύ σωστά- να προσαρμόζεται στις ανοδικά εξελισσόμενες μορφές της Ζωής  και της Ιστορίας, η πρόταση του Μαρινεττι νοσεί  και πάσχει λογικώς. H ζωή βέβαια εισχωρεί πάντοτε και καθοδηγεί την Ποίηση, προσφεροντας ή επιβάλοντας τα νεα στοιχεια της, μα όμως ειν' αδύνατον να αντικαταστήσει την ποίηση, που με τη σειρά της σφραγίζει τη ζωή πνευματικά και ανεπανάληπτα. Ο φουτουρισμός εδώ συγχέει δύο διαφορετικές κινήσεις, τις οπόιες κάνει η ανθρώπινη συνείδηση.
Στο χώρο της ζωής ανήκει η μία κινηση, εκείνη ακριβώς που εντάσσεται στη χρονικότητα, στις χρονικές εκφάνσεις της Ζωής, αρχίζοντας απ' τις βιολογικές αναγκαιότητες έως οποιαδήποτε επαναληπτική διαδικασία ατομικού ή κοινωνικού χαρακτηρα.
Στο χώρο της Ποίησης η άλλη κίνηση που κάνει η ανθρώπινη συνείδηση γίνεται προς τη μή-χρονικότητα, προς το μή επαναλαμβανόμενο, είναι δηλαδή μια κίνηση προς την ακινησία.. Για να μιλήσουμε στη γλώσσα της ψυχολογίας, είναι μια κίνηση προς την αθανασία, είναι μια εναντίωση στο θάνατο, προς κάθε φθαρτότητα. Ειπωμένο αυτό με σινιάλα φιλοσοφίας, σημαινει ξεκάθαρα πως η Ζωή είναι "Ηρακλείτεια", ενώ η Ποίηση είναι "ελεατική". Το αυτοκίνητο κούρσας-επανερχόμαστε στη διατύπωση του Μαρινεττι- δέν είναι πιο όμορφο από τη Νίκη της Σαμοθράκης, είναι μονάχα κάτι διάφορο απ' αυτήν.
Οταν ο Duchamp, μπερδεμένος κι αυτός επήρε μια ρόδα ποδηλάτου και την εξέθεσε, τότε αυτόματα η περίφημη εκείνη ρόδα έπαψε να είναι το εξάρτημα ενός ποδηλάτου και μεταμορφώθηκε ή μεταποιήθηκε σε έργο Τέχνης, γιατί η κίνηση αυτή της συνείδησης ήτανε κίνηση προς τη μη χρονικότητα, ητανε κίνηση προς την ακινησία, περιείχε την απαίτηση του ανεπανάληπτου. Το ίδιο θα λέγαμε για το ποίημα του Μαρινεττι με τίτλο "Στο αυτοκίνητο κούρσας", ένα ποίημα δοξολόγημα, η αξιολόγηση δεν έχει την ώρα τούτη σημασία, μας ενδιαφέρει απλώς η κίνηση που κάνει η συνείδηση με την Ποίηση. Το αυτοκίνητο κούρσας της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, που έχει υπ' όψη του ο ποιητής, δεν υπάρχει πια σήμερα στην κίνηση της Ζωής, αναρίθμητα μεταγενέστερα μοντέλα το έβγαλαν απ' τη μέση. Το ποίημα ωστόσο του Μαρινέττι ως αξίωση του Ανεπανάληπτου δεν παραμερίζεται, δεν υπόκεται στις απορρίψεις του παράγοντα χρόνος. Διαβαζεται ή όχι, συγκινεί ή όχι, πάντως εμπεριέχει την αξίωση μιας αιωνιότητας. Αντίθετα, η Ζωή, σαν διάσταση της χρονικότητας, δεν παρουσιάζει για ό,τι την αποτελεί και τη συνθέτει τέτοιαν αξίωση. Κατ' αυτή την έννοια και μονο οφείλουμε να σκεφτόμαστε τη διαλεχτική σχέση ανάμεσα Ζωή και Ποίηση. Και έτσι η Νίκη της Σαμοθράκης, παρά τις ρητορείες του Μαρινέττι, δεν υποσκελίστηκε ποτέ και διόλου από την αστραφτερη γοητεία, την ήδη νενεκρωμένη, ενός αυτοκινήτου κούρσας της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Συνεχίζει την ακινησία της αδιατάραχτη, μετέχει στις χιλιετίες της αυτή η Νίκη αρνούμενη συνολικά το Χρόνο, ενσωματώνεται στο "αίδιον" του Παρμενίδη. Δεν έχει καν σημασία η πιθανη κάποτε υλική καταστροφή της. Εκείνο που "σημαίνει" ειναι μονάχα η κίνηση που κάνει η ανθρώπινη συνείδηση μέσα απ' τις πραγματώσεις της Ποίησης. Πομπός και δέκτης, καλλιτέχνης και αποδέκτης του καλλιτεχνήματος, κάνουν αυτή την κίνηση προς το ακίνητο, "μεσ' το Άπειρο που ελευθερωνει" για να αναφερθούμε σε ενα στίχι του ίδιου του Μαρινεττι. Ποια λοιπόν εδώ η αντιδιαστολή; Χωρίς καμιάν αμφιβολία το πεπερασμένο των μορφών της κίνησης. Η αντιδιαστολή της Ζωής ωσάν κίνησης και των εποχών της ιστορικής πραγματικότητας. Nα σημειώσουμε ακόμη κάτι σ' ετούτη την ανάλυση. Πως διαβάζουμε ένα ποίημα; Πως το διαβάζει ο ποιητής και πως το διαβάζει ο αναγνώστης; Θα πρέπει να 'χουμε παρατηρήσει πως η ανάγνωση, είτε ρητορική και παλαιότροπη, είτε κουβεντιαστή και αφιλόδοξη,προκαλεί πάντοτε κάποιαν αλλοίωση στη φωνητική δομή του διαβάσματος. Θέλουμε να υπερβαίνουμε διαβάζοντας ένα ποιημα τους όρους της καθημερινής ομιλίας, εισάγουμε την υποσταση σε βούληση ιερατική ή το λιγότερο σε "φωνητικά αμετακίνητα". Τόσο ο ποιητής, όσο κι ο αναγνώστης, ανάγονται μ' αυτόνε τον τρόπο στην απάρνηση του χρονικού βάρους της ύπαρξης. Άλλωστε, κι από μονη της η λέξη απαγγελία, που σχετικά χρησιμοποιούμε, διαφορίζει την εσωτερική κατάσταση  σε συσχετισμό με την απλή και τρέχουσα μεσα στις χρονικές ανάγκες της ζωής ομιλία, όποιες και να΄ναι. Στις θρησκευτικές τελετουργίες μονάχα θα διαπιστώσουμε ανάλογη μ' εκεινη της Ποίησης συνειδησιακή κίνηση, γιατί και το θρησκευτικό φαινόμενο τείνει προς τη μη χρονικότητα. Η διαλεχτική ενότητα Ζωής και Ποίησης εμφανίζει, κατά την ταπεινή μας αίσθηση και εννοιολογία,, την εικονα που προσπαθήσαμε να ιχνογραφήσουμε.. Η Τεχνική και οι μεγάλες της επιτυχίες, κυρίως όσες καλυτερεύουν τις συνθήκες της Ζωής και μας προτρέπουν -ευτυχώς- να οραματιζόμαστε το ανθρώπινο μέλλον όπως αξίζει στην πνευματική μας οντότητα, δεν είναι ολέθριο πραγμα. Η τέτοια στάση θα φανέρωνε σκέψη πισωδρομική και ακατανόητη. Η τεχνική εξέλιξη δεν είναι ελάττωμα του υπαρκτού πεπρωμένου, δεν είναι κατάρα της κοινωνικής πραγματικότητας, τουναντίον: ειναι δύναμη θαυμαστή που πρέπει όμως να την στρέψουμε καθολικά στη διάσταση πανανθρώπινου αφανισμού της δυστυχίας, και για να επιμείνουμε στους συλλογισμούς αυτής της εισηγησης: Η Τεχνική δεν πρεπει να συγχέεται με την Τέχνη, μολονότι μπορεί πια, και θα μπορεσει στο μέλλον ασφαλώς περισσοτερο, να συμβάλλει με τα μηχανικά της μέσα σε νεότροπες φασεις εκφραστικής, καθώς εκτεταμένα ήδη το βλέπουμε να συμβαίνει στην Αρχιτεκτονική, στη Μουσική, στη Ζωγραφική, και είναι θαυμάσιο. Η Τεχνική δεν έχει την υπαρξιακή σημασία που έχει η Τέχνη, και γι αυτόνε το λόγο δεν μπορεί ούτε να την εξουδετερώσει την τελεταία ουτε να την αντικαταστήσει, όπως ο Μαρινέττι στοχαζότανε αντιφάσκοντας με τον ποιητή εαυτό του.  Ζωή και Ποίηση αλληλοσυμπληρώνονται στην αντίθεση χρόνου και αιωνιότητας. Η εικοστή μετά Χριστόν εκατονταετία ξεκινησε τις αισθητικές της ανησυχίες με μια πελώρια σύγχυση. Προσεγγίζει τώρα στη λήξη της, χωρίς πλέον ανόητους εκθαμβωτισμούς, ως προς τα εκπληχτικά τεχνικά άλματα. Θα λέγαμε κάτι πιο πολύ: Γνωρίζει τώρα βαθύτερα τη Ζωή και σηκώνει ψηλότερα το νόημα της Ποίησης.

Νικος Καρούζος ξανά...


.
 Χωρίς περιττή πολυλογία θα πω ότι ο Ν.Καρούζος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου που συζητήθηκε και εκτιμήθηκε ίσως εξωφρενικά  λιγότερο από όσο πραγματικά του αναλογεί. Βεβαια αυτό δε σημαίνει και πολλά ούτε για την αξία των ποιημάτων του ούτε γι αυτούς που τα αγάπησαν. Σημαίνει κατι όμως γι όσους δεν έχουν ακόμη πραγματικά κατοικήσει έστω λίγο στο σπίτι του, για όσους δεν άραξαν έστω λίγες ώρες στους κηπους του.

Από τον τόμο ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α' (1961-1978) μια σχεδόν τυχαία επιλογή.




ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ
Είναι κορμί ο ουρανός της Αττικής χαίρεται και λυπάται
δείχνει τα μαύρα γερατειά
καθώς η νύχτα ομοούσια με τη θλίψη
κλώθει τα δικά της πετεινά
η νύχτα η καθίζηση του θείου
και θυμάμαι το γενετήσιο αίμα της.

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΑΔΙΟΥ

Τρέχει μια ξανθομάλλα
δυο φλόγες τριανταφυλλένιες
ανεβαίνουν απ’ το στήθος στο λαιμό της –
άραγε που πηγαίνει.
Και συ παιδί της λησμονιάς
ευωδιασμένο μέσ’ στα βάσανα
μικρέ έλληνα στρατιώτη της δυστυχίας
ανάμεσα περνάς απ’ τις δυνάμεις της οδού
κρατώντας λίγη πούληση στα χέρια.
Χάρισέ μου το μενεξεδένιο τραγούδι που λένε τα μάτια σου
γνωρίζω ’να κοράσι μ’ όνειρα στα χέρια
χαίρεται στο πιάνο κάποιες ώρες μακρινές
τα ξέρεις αυτά τα χέρια
που δεν έχουν την τόλμη του σώματος
αλλά μονάχα
τα πλήκτρα βυθίζοντας
μιαν εξαίσια ομορφιά απελευθερώνουν;
Με γιασεμί παράπονο στα χείλη
τρέχεις εμπρός, γυρίζεις πίσω
παρακαλείς τον κύριο με το καπέλο –
μικρέ φωνακλά του δρόμου
πληγώνεις την καρδιά.
Είν’ η μοίρα μας έτσι
ώς το θεό φτάνοντας μέσ’ στον ήλιο.
Αντίο αγόρι
για σένα λυπάμαι
εγώ πλάστηκα με πόνο για κάθε τόπο και καιρό.
Δεν είναι τίποτα η ξανθομάλλα το κατάλαβα
με τριάντα δραχμές ησυχάζω.


 ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

 Γυρίζει ο έφηβος με τα σφουγγάρια
της ψυχής πραμάτεια. είναι μονάχα ένας γέρος τ’ ουρανού μας
και δροσερός ο πανικός σε τέτοια πατρίδα.
Όλοι πηγαίνουν έχοντας τη φτώχεια ή τον πλούτο
αυτοκίνητα διασχίζουν τους δρόμους
με στεφάνια κηδείας φορτωμένα
όμως
ο γέρος που τον περονιάζει σαν κρύο η νεότητα
με απούλητα σφουγγάρια ψάχνει το κακό
να τ’ αφανίσει θα ’λεγες
απ’ τα σφουγγάρια τραβηγμένο σαν υγρό.



 ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

 Τρώει ο ρωμιός απάνω στο μάρμαρο
- μεσημεριάτικες απογνώσεις –
κ’ είναι σα μοναστηράκι του σώματος
γεμάτο φύλλα και πουλιά.
Έχει τον ήλιο το φτωχό εστιατόριο και τον διασπαθίζει
μέσα στη σκόνη του φωτεινού αέρα
γαλάζιες μύγες ωσάν ανθάκια
κομμένα γύρω μας βομβίζουν.
Τρώει με μια πικρή ματιά ο ταπεινός απάνω στο μάρμαρο
σκύβει κρατώντας το ζεστό ψωμί
και συλλογιέται
την πλάκα του τάφου.
Κοντό κριθάρι αγκυλώνει τη θύμηση
τα σπίτια οι δρόμοι και τα δίκαια χέρια
φυλλώματα κόκκινα δίχως ελπίδα...
Ήχοι και θάνατος
η ερωτική ασπράδα που πύκνωσε τα νέφη
ταυτισμένα στους κήπους με τα δέντρα.


Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ


 Θάλασσα πίνεις τα ποτάμια πίνεις όλα τα νερά
μέσ’ στον καιρό της υπάρξεως ανάστροφα νέμεσαι την ομορφιά
πέρα στη δύναμη που κλείνει ο ουράνιος αέρας
όπως εδώ στην άνομη πόλη
ο Εθνικός Κήπος καθαρίζει την ψυχή με ήλιο και με δέντρα.
Ένα μεγάλο φύλλωμα σκέπει την καρδιά μου
κλειδώνει τα πουλιά
σχίζοντας απ’ τις ευωδιές χιλιάδες αναστάσιμα
κ’ η γυναίκα βαθύ βασίλειο σκλαβώνει το δέρμα μου.

Όποιος έριξε τ’ αστέρια στην αγριότητα
νιώθει τον πλούτο του άνθους
οι θεοί κατεβαίνουν απ’ τους μίσχους ώς τη μοναξιά
και τους χυμούς ανεβάζουν με γαλάζια όργανα
γενετήσια.

Ω σιωπή βγαλμένη στα παράθυρα του αιθέρα
σα να δείχνεις
τις κυματιστές ρίζες του κήπου,
άλλη ματιά δεν εχάρισε το αόρατο μέσ’ στο αίμα πρόβατο
που σκύβει στο χορτάρι σου ψηλά, μονάχα των αγγέλων.
Κρήνη θανάτου ανθίζει με χρυσάφι
κ’ η όμορφη φτέρη ψιθυρίζει νέους ύμνους
φανερώνοντας τη σοφία της αναπνοής
ολόκληρο το θάμβος ωσά σώμα.



ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ

 Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθρο
ποιος θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές
όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα
δίχως τα δέντρα
δίχως της γυναίκας το φιλί
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές…


Να περιμένεις την πνοή π’ ανοίγει τις οράσεις
ο ποιητής ανθίζει
δεν τρέχει πίσω απ’ τις λέξεις
έχει σαν το λουλούδι μια μοίρα
είν’ ο αθέλητος
έρχετ’ η βροχή νοτίζει το χώμα ο ήλιος
θά ’ρθει κ’ η νύχτα θά ’ρθει κ’ η μέρα
και πάντα το φως.


ΣΥΝΤΟΜΟΝ


Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
είμαι των άστρων ο σκύλος
με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
με τα χερια γιορτάζω τη λάσπη


ΘΝΗΤΟΣ ΗΛΙΟΣ

 Η φωτεινή ταπείνωση μέσ’ στη βροχή
της πλατυτέρας ώρας ευτυχία στα μάτια...
Κι ακούω τις σάλπιγγες από ψηλά
κρότος χρυσός με πάει στους ουρανούς του πολέμου
γυρεύω τον αστέρα μέσ’ στο δάσος του φωτός
χαρίζοντας επτά χαρές του στέρνου μονάχος
όπως οι μέρες έρχονται σα δυνάστες.
Χαίρετε οι άγγελοι της παιδικής
κλίνης οι φύλακες
αιώρες του θεού μεταξύ των άστρων
η όραση μ’ εξουσιάζει πέρ’ απ’ το φθαρτό
η κόλαση δεσμεύει τα οστά μου στη σάρκα.
Τι ήχος
που μάχομαι
ώς την κραυγή σ’ αναζητώ Κλεισμένε.


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Σαν την πηγή που ακούεται μακριά
στους δροσερούς καρπούς και στις σκιές των εντόμων
έρποντας ο λαμπρός αστρίτης
όπου σε μάζες όνειρου φλέγεται ο τραγοπόδης
η χαρά των ήχων έρχεται ώς το αίμα
ώς την αγαλματώδη σιωπή του νου.



ΑΔΑΜΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

 C’ est le Christ qui monte au ciel mieux que les aviateurs
il detient le record du monde pour la hauteur

APOLLINAIRE

Ανθρώπινος ο ουρανός φωνάζει τις αισθήσεις
κι ο ήλιος να υφαίνει μια σχιζοφρένεια στα τέρματα της ψυχής
να ’χεις το έγκλημα στις λέξεις και στο στήθος
ένα μαχαίρι διπλωμένο μέσα στις ορμές –
κραυγάζεις την καταστροφή δεν έρχεται πλήρης
κ’ η εξουσία του σώματος πώς συνεχίζεται γύρω
σφάζοντας τ’ αφτιά μου...
Στον ύπνο, είδαμε, λύνονται τα νεύρα χαίρονται τα οστά
ο δρόμος τ’ ουρανού τι καθαρός που είναι
ξετυλιγμένος από δροσερούς αγγέλους
ένας ο δρόμος και πολλοί άγιοι
κάθε αυγή τον καθαρίζουν.
Εδώ σκυλεύεται ο μανικός
οίστρος από θεϊκές δυνάμεις.
Ώστε λοιπόν ας δώσουμε τ’ ανθρώπινο κράτος στην ενεργό κοίμηση.
Ένα πηγάδι αντίστροφο μας έλαχε ο αντίλευκος Αδάμ
αλλ’ όμως δεν αδειάζει στη Βαρύτητα κι αδειάζει στο Χρέος.

Είμαι θνητός
ας κοιμηθώ μέσ’ στην αγάπη
ας κοιμηθώ στην αφύπνιση.
Η αγάπη ’ναι το τέλος του σώματος.



ΑΣΜΑ

 Έρωτας η πηγή των ελλήνων
εορτάζει μ’ αετώματα με κίονες από φως
με καμπάνες φτάνει ώς τα ύψη
γέρος που δείχνει το ευλογημένο λάδι
έφηβος υμνώντας το κρασί
εαρινός αμνός και θείος τράγος.



 ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΝ' Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Ο άνεμος του σώματος απάνω στα μικρά σου δάση
κινεί τις μυρουδιές τ’ αρώματα τη θλίψη
που σε κρατά μοναχική χωρίς ελπίδα.
Κι αν γείρεις τα νερένια της χαράς αθώα μαλλιά στην κρήνη
θ’ αναστενάξουν άγγελοι μέσα στο θρόισμά τους.


 Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΡΦΙΤΣΩΜΕΝΗ


Τη μοίρα μου περιγέλασαν οι ανεμοι
γιατί φανέρωσα τους ίσκιους και δείχνω το νερό
μεσ' τη χερσαία πνιγμονή τα στηθη τους
θάμβος η δική μου ακινησία.
Λένε ιδού αυτός ο νομάς
ένα σώμα σπιθίζοντας εργασία το θάνατο.

Μα η χαρά να ειμ' ακίνητος
τρέφει την ιστορία μου.
Φρέαρ ειν' η άνοιξη που βγάζει δροσιά και άστρα.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Στα γυμνά περιβόλια της κωμωδίας- Νίκος Καρούζος


Η γλώσσα της ερημιάς μου

στεφανωμένος όπως είμαι στα μεσάνυχτα

με σκοτεινές φαντασίες

ο θείος περίγελως αντίκρυ στο μνήμα...

Και τη σελήνη βλέπω να ομορφαίνει

δέντρα γυναίκες όνειρα

τους τενεκέδες με τα σκουπίδια έξω στις πόρτες

ασήμι, ασήμι για να ελπίζουμε

κι όλα πάνε βαθιά στο τραγούδι.



Η ποίηση για μένα είναι μια ερυθρά περιουσία

και χαίρομαι σε χίλια χρόνια

κλαδεύω τα δύσκολα δέντρα των ονείρων

η γαλανή εναντίωση ψηλά

και μονάχος ο άδολος με πτηνά στα χέρια

συντυχαίνει τον Ελευθερωτή.



Στο ικρίωμα της ζωής

ανέβηκα και περιμένω τον αθώο δήμιο

με φέρατε σεις άνεμοι

και περιμένω τη λαμπερή καταιγίδα.

Μέσ’ στα δάση τρέχει πάντα το ελάφι μου

στους παιδικούς ύπνους αγγιγμένο.



Πώς θα πήγαινα στ’ άνθη χωρίς το κορμί

πώς θα χαιρόμουν απαρηγόρητος την ευωδιά τους

πώς θα γνώριζα τη θλίψη και τους ανέμους.

Είν’ αγαθό μεγάλο το κορμί

για να σπιθίζει ο μέσα πορφυρίτης.



Κελί γαλάζιο

κάθετη μοίρα σπαθίζοντας όλη την αγάπη

κ’ εγώ ανάποδα βλέπω τ’ αστέρια

σε τέτοιο σκοτεινό τροχό

πώς βρέθηκα δεμένος νύχτα

ο ουρανός ευωδερός κι ακράτητος ώς τη σελήνη.

Μαρία κόκκινη πού έχεις τα φτερά σου

για να πετάξεις τώρα με στιγμές από ηλιόχρυσο

με τη λαλιά την έβδομη στην άκρη του αετού

μ’ ένα θυσιαστήριο στα χέρια

τη βλασφημία στο λαιμό

τα λαμπερά σκαθάρια προς το στήθος

πού έχεις τα φτερά σου για να πας αλίμονο τόσο ψηλά

μ’ όλα τα χελιδόνια

με το δρακόντειο καλοκαίρι στα μαλλιά
τη δόξα μέσ’ στα μάτια.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Νίκος Καρούζος 2 ποιήματα

ΑΣΜΑ ΜΙΚΡΟ

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

ΟΥΡΑΝΟΘΕΝ

Η πλημμυρίδα των πουλιών τη χαραυγή
κ' η σιωπή εντός μου.
Κατόπιν η βροχή που μάχεται τα πρόσωπα
ύστερα πάλι σιωπή
πριν απ' τον ήλιο χρυσαφένιο.
Ήλιος για όλα τα χρόνια.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Nίκος Καρουζος - 6 Ποιήματα




ΤΟ ΙΕΡΟ ΧΑΣΜΑ

Η γυναίκα βαθαίνει το κορμί
ποτέ την ψυχή με τους ήλιους της
αλλάζει την όραση σε σκοτεινό δρόμο
είναι δίχως τρόμο.
Παίρνω τη λύπη σαν κλουβί
πουλιά δεν έχω
γυρίζοντας απ’ τα μαλλιά της
βλέπω το κέρδος αδειασμένο
δροσερός από τρόμο.



ΦΩΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δόξα στην ερημιά που λάμπει στο στήθος μου
βαθύτερος ο λυτρωτής κ’ η ομορφιά στις ουράνιες εντάσεις
εκείνος έζησε ψηλά
εκείνος πάλι αστράφτει μέσ’ στις νύχτες
οπού ξεχνά τους γενετήσιους κρωγμούς
ανεβασμένος ώς την άκρατη σιγή και μονομάχος.
Τα χόρτα και τα έντομα ποτέ δε με παιδέψαν
η ώρα πάντα μ’ αγαπούσε μέσα στην ανατολή
γύρεψα τα πουλιά και μου αποκρίθηκαν.
Υπήκοος του ανέμου
έρχομαι να φωνάξω δυνατά με τη φωνή σαν όπλο
είναι μικρός ο ήλιος της γυναίκας.


ΑΣΜΑ

Ταξιδεύοντας μέσα στις ξένες βροχές
κηρύσσοντας την αγαπημένη
θάνατος άλλος δεν υπάρχει μόνον ό,τι διάβηκε
την ώρα που ο σκύμνος νείρεται σκοτεινά
την ώρα που ο σκύμνος βαθαίνει το μαύρο
με λίγες φωτιές να αιωρούνται στα μάτια μου
όπως ο ουρανός διάτρητος από έρωτα σπιθίζει.

ΣΥΝΤΡΙΜΜΕΝΟΣ

Τι είναι ο έρωτας έζησα με τ’ άστρα
κρατώντας το στέρνο μου στα χέρια ξεκαρφωμένο
εγώ έπεφτα όπως ένας κάδος πέφτει σε πολλές σκάλες
χύνοντας το νερό τόσον άτυχο
εγώ έπεφτα
ενώ καίγονταν μέσα μου τα εικοσιτετράωρα.
Να η λαλιά της αγάπης στις σκόνες στα ποδήματα
έχω τη χάρη να γκρεμίζομαι απ’ τα σπλάχνα
και βλέπω, είναι με το μέρος μου ο ίλιγγος.


ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Διαβαίνω αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.

Κ’ η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.



Ο ΤΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

Ποτάμια δάση και νερά που με καλούν
αιώνες λουλουδιών εκείθεν…
Ω σώμα, τη μνήμη δεν κρατώ
μάχομαι στην ανάμνησή μου.
Ο κόσμος οπού θα λησμονηθώ κορυδαλλός είναι μονάχα
και το κελάηδημα είμ’ εγώ
και το φτερούγισμα δεν επιμένει
μα τα πουλιά βαραίνουν απ’ άλλη καταγωγή
φεύγοντας τη δική σου τύχη, σώμα.

Ποτάμι αχθοφόρε της πηγής
όταν ο μελαχρινός αέρας τραγουδήσει
της νύχτας ο μικρός αυθέντης
κινώντας φύλλα και πουλιά στη σιωπή
δεν είμαι μόνος.

Κι όταν μια έρημη μάντρα κοιμήσει τα ερπετά
κι όταν αγγίζω το στήθος της ωραίας κόρης
ο δρόμος δένει πάλι τ’ όνειρό μου.

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Νίκος Καρούζος-"Εικόνα"

Γιώργος Σαρρής

Όταν οι ποιητές πιάνουν κουβέντα με τα μέλλοντα...
Από τα "Πέντε ποιήματα μες το σκοτάδι"

Εικόνα

Γυρίζει μόνος
στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.
Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας.
Πάντα ο δρόμος μες τα μάτια του
κ' η λάμψη απ' τη φωτιά
που καταλύει
τη νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στα χέρια του κλαδί από ελιά
γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά
αισθάνεται
πως όλα χάθηκαν.
Μην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Μην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.
Άνθη της λεμονιάς
λουλούδια του ανέμου
στεφάνωσέ τον άνοιξη
τον κλώθει ο θάνατος.