Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (αποσπάσματα)

.....
Θυμάμαι το 36
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρει ένα καρβέλι ψωμί.
Άχνιζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες .
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε
τ’ άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα, τραγούδια
νοιώθαμε να χορταίνουμε .
Η μάνα ακούμπαγε το μπάλωμα στα γόνατα κι άκουγε σιωπηλή.

Μάνα, που είσαι , μάνα
έζησες όλες σου τις μέρες με δάκρυα
έζησες όλα τα βράδια σου με μια κούπα φασκόμηλο και μια φέτα ψωμί
ήμουν μεγάλος, άντρας πια, κι έκλαψα σαν μικρό παιδί
σαν έμαθα πως είχες κάποτε ζητιανέψει
για μας μάνα
μάνα
ο άνεμος σάρωνε το στρατόπεδο
πεθαίναμε απ’ την πείνα και την παγωνιά
μα εγώ έβρισκα λίγο απάγκιο γιατί μου ‘στελνες την έγνοια σου.

Τώρα έφυγες , μάνα, δίχως να σε δω.
Πέθανες την ώρα που έτρωγα με τα μάτια τον ορίζοντα
πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
να βρω κατά πού πέφτει το σπίτι μας
να βρω μια μικρή σπίθα απ’ το μεγάλο τζάκι της στοργής σου.

Μα απόψε, συγχώρα με, σε νοιώθω, μάνα, και σένα πολύ μακριά.
Απόψε νοιώθω σαν να μην είμαι πια δικό σου παιδί.
Είναι τα εκατομμύρια αδέρφια μου κι ο αγώνας μας που σαν μια γόνιμη φαρδιά κοιλιά με γέννησε σ’ αυτό το σταυροδρόμι που φυσάει.

Και το τραγούδι μου γεννήθηκε μες στα αίματα όπως γεννιέται μια σημαία


Νύχτα.
Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες.
Ερημιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
κλαίνε ολομόναχοι
ζητιανεύουν
κοιμούνται κάτω απ’ τις εκκλησιές
πόσοι αγκαλιάζονται παράφορα μες στο σκοτάδι.
Πόσοι άνθρωποι απόψε θάβουν στα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Πόσοι απόψε ξεκινάν περήφανοι
πόσοι γυρίζουν νικημένοι
πόσοι χωρίζονται για πάντα χωρίς να ξαναϊδωθούν ποτέ
πόσοι αγρυπνάνε πλάι σε νεκρούς
ενώ απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο ακούγεται να βουίζει ο κόσμος
πόσοι φωνάζουν απελπισμένα ,
πόσοι σωπαίνουν πιο απελπισμένα
οι φάροι αναβοσβήνουνε
μακριά κυλάνε ουρλιάζοντας τα τραίνα
μες στη νύχτα κυλάει ο χρόνος
οι πολιτείες κοιμούνται τυλιγμένες στην καταχνιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε σέρνονται στο σκοτάδι
μεταφέρουν πυρομαχικά ανατινάζουν τις γέφυρες
βάζουν μεγάλες φωτιές
προδίνουν
πόσοι άνθρωποι απόψε αυτήν την ώρα
πεθαίνουν μες στη νύχτα σιωπηλά
ζωή ζωή
σ’ ακούμε να σε ποδοπατάνε μες στη νύχτα
σ’ ακούμε μέσα στο σκοτάδι να φωνάζεις βοήθεια
α, ζωή, στη μια γωνιά σε ντουφεκίζουν
και στην άλλη σηκώνεσαι ξανά και τραγουδάς
μ’ ακόμα πιο δυνατή τη φωνή σου…

τραγουδάω και ξανατραγουδάω εσάς αδέρφια
εσάς που ανατινάζατε τα γερμανικά τάνκς με μια μπουκάλα μόνο γεμάτη απ’ το θυμό σας.
Τραγουδάω εσάς που περπατήσατε τα 8.000 μίλια της υποχώρησης
αφήνοντας πάνω στο χιόνι της Κίνας τους νεκρούς σας
σαν μεγάλα σημάδια για να σας δείχνουνε το δρόμο
απ’ όπου θα ‘πρεπε να ξαναγυρίσετε.
Τραγουδάω εσάς που ξαναγυρίσατε.
Τραγουδάω εσάς που πολεμάγατε από πάτωμα σε πάτωμα
και χάνατε στο ισόγειο τόνα χέρι σας,
μ’ από τα κεραμίδια πυροβολούσατε με τα’ άλλο σώζοντας το Σταλιγκραντ και την ανθρώπινη ελπίδα.
Τραγουδάω εσάς μικρά μου αγόρια, που με τα παιδικά σας σπίρτα
ανάψατε αυτή την πυρκαγιά που ζέστανε τον κόσμο.
Τραγουδάω εσάς που βασανιστήκατε
εσάς που σας ζητούσαν να πείτε ένα όνομα
κι εσείς απαντούσατε πάντοτε Λευτεριά.

Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες
και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι
και δείχνατε στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια
κι είχατε μείνει καταμόναχοι πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προχωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε.
Τραγουδάω εσάς..

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
Τραγουδάω τους άσπρους , τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο
με το λαρύγγι μου πεταγμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε , αδέρφια, δεν είμαι πια ποιητής.
Απόψε δε θέλω να μια ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα.
Και προχωράμε .

...

Αγαπημένη
Μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου που κάποτε σε κράτησαν
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν’ αρνηθώ το ξεροκόμματο που μοιράσαμε είκοσι άνθρωποι
πώς ν’ αρνηθώ τη μητέρα μου που καρτεράει μια κούπα φασκόμηλο
πώς ν’ αρνηθώ το παιδί μας που του τάξαμε ένα χωνάκι ουρανό
πως ν’ αρνηθώ το Νικόλα –
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν..

Αν γυρίσω δε θα χουμε λάμπα, δε θα χουμε
που ν’ ακουμπήσουμε τα’ όνειρό μας
Θα καθόμαστε αμίλητοι .
Κι όταν θα θέλω να κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα

Να μ’ αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθήσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δεν σ΄ αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια – θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Έν’ άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
Και να κλάψω.

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακί ξεχασμένο από χρόνια.
Ψάχναμε να βρούμε τις κάλτσες που φορούσες σύντροφε
τα χέρια σου, την σταματημένη ζωή σου.
Η πίκρα έριχνε στα μάτια μας
μια χούφτα καρφιά.
Ύστερα πλύναμε τα μαγειρεία
ανάψαμε τη φωτιά και μοιράσαμε ένα τσιγάρο στα δύο
κάτω απ τα κουρελιασμένα σύννεφα.

Εδώ που η ζωή μας ήταν ένα τσόφλι αβγού
κάτω απ τα πόδια τους με το θάνατο πιο κοντά
κι από ένα μπάλωμα στον τρύπιο αγκώνά σου
με τα’ όνομα του νεκρού συντρόφου
σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου
πώς να τραγουδήσεις ;

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Tάσος Λειβαδίτης : Διαπιστώσεις- Ραψωδία της Οδύσσειας

Διαπιστώσεις

Οι ονειροπόλοι στέκονται πάντα στην άκρη γιατί μόνον από κει θα περάσει,
οι φτωχοί που τους ελεούν προσφέρουν μεγαλόψυχα τον εαυτό τους
οι λέξεις μεγαλώνουν μέσα σε βράδια λησμονιάς
γυναίκες σιδερώνουν τα ξένα ασπρόρουχα κι ύστερα
πηγαίνουν στην πόρτα και κλαίνε
κι αυτός που κάνει ένα μεγάλο κύκλο πριν πάει στο σπίτι του,
γιατί δεν θέλει ακόμα να το παραδεχτεί- όχι μη με ρωτάς ,
τίποτα δεν θα επανορθωθεί
παιδιά έρημα που φεύγουν αθόρυβα από την παιδική ηλικία
ανέμελα πουλιά που βρίσκονται έναν ολόκληρο χρόνο σε άδεια
τ' αγάλματα έχουν κι αυτά τις μελαγχολικές τους ώρες
ποιήματα-κλειδιά για την τρέλα ή τον ουρανό
η φήμη - αυτό το σφαγείο
ονειρεύομαι ένα νοσοκομείο για τ' άρρωστα παραμύθια,
κύκνους μες τα καπέλα των κατάδικων,
δάφνες για νικημένους,
εμείς οι ξεχασμένοι που μας αρκεί ένα χαμόγελο
για να περάσουμε τα σύνορα του κόσμου.
Αντίο, αντίο...Τίποτα δεν θα επανορθωθεί


25η Ραψωδία της Οδύσσειας (απόσπασμα)


Και νάμαι τώρα
διασχίζοντας το Άπειρο
πιο ανάλαφρος απ' τους τρελλούς και τα παιδιά,
η έλξη της γής δεν είναι παρά τα χέρια αυτού του τέρατος που λέγεται: χώμα
μα, να, 
η ταχύτητα ξυστρίζει το πετσί μου απ' την κόπρο της βαρύτητας,
ενώ σκυμένα πάνω μου τα ουράνια σώματα, 
σα νυστέρια
χειρουργούν το απόστημα
της προϊστορίας μου.

....

Α το θαυμαστό ταξίδι μου!
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνειες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα πουλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν, τοπεία
 από αιώνια νεότητα --με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώτης αθωότητας τα γιασεμιά,
 κάτω απ' τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετητρίδες, 
ραχητικές βοιδάμαξες
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν,
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.


Ενώ σκυφτές στου γαλαξία τις όχθες
πλύστρες με κυκλώπεια χέρια
πλένουν μες στη λάμψη
τα λαρύγγια των ποιητών

Είδα τη μέρα σαν έναν καταράχτη χρυσά νομίσματα
ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη,
είδα τη νύχτα σα μια ζάχαρη από πεφτάστερα
να πέφτει μες το γάλα των παιδιών.
Είδα τη ζωή και το θάνατο να ρίχνονται στα ζάρια
στο απερίγραπτο παιχνίδι της αιωνιότητας
Και πάντα ο νικητής ήμουν εγώ. Εγώ που όλα τα γνώρισα
και τ'αγάπησα όλα. Εγώ
που θα ζήσω
και θα πεθάνω.



Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Καντάτα

                         


Καντάτα


ΣΚΗΝΙΚΟ:
Συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης. Αρχίζει να βραδιάζει

ΠΡΟΣΩΠΑ:


Ποιητής: σκυμμένος στο τραπέζι μιας καμάρας γράφει. Φαίνεται όμως πως η έμπνευση είναι δύστροπη απόψε. Πετάει το στυλό και βγαίνει στο μπαλκόνι ν’ ανασάνει λίγο.

Ο άνθρωπος με το κασκέτο: ψηλός, βλογιοκομένος άντρας .

Περνάει συχνά απ’ αυτό το δρόμο, πάντα κατά το ηλιοβασίλεμα - και κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται, ούτε πού πάει. Μόνο τα παιδιά που παίζουν, μόλις τον δουν σταματάνε το παιχνίδι και τον τριγυρίζουν. Εκείνος χαμογελάει. Κάθεται ύστερα σ’ ένα σκαλοπάτι κι αρχίζει κάθε φορά κι απόνα ωραίο παραμύθι. Και τα μάτια των παιδιών, μεγάλα κι ερωτηματικά μέσα στο βράδι, τον κοιτάζουν. Σήμερα θα τους πει μια ιστορία παλιά όσο κι ο κόσμος. Α, ναι – συχνά του αρέσει να μιλάει σε ύφος βιβλικό.


Διάφοροι περαστικοί: αυτός που σφύριζε την Παλόμα, ο άλλος που νόμιζε πως ήτανε σοφός, ένας με μάτια πυρετικά αυτός που βγήκε απ’ το καπηλιό. Ο πιο τρομερός απ’ όλους, ο γέρος με την κρεατοελιά, ένας αγνωστικιστής, αυτός με την κουρασμένη μνήμη, κάποιος που μας έμοιαζε πολύ- άπειροι τύποι σαν την άμμο της θάλασσας και σαν τ’ άστρα τ’ ουρανού. Και σαν τα σκιρτήματα της ψυχής άπειροι.

Χορός: Γυναίκες, δεξιά, μαζεμένες σε μια ξώπορτα κουβεντιάζουν τα δικά τους.

Αριστερά, άντρες, πλάϊ στη σκαλωσιά μιας οικοδομής, λένε ένα τραχύ, δυνατό τραγούδι. Αλήθεια, πού τόμαθαν;





---



ποιητής  Ω αρετή της συγγνώμης, αρετή της υπομονής, αρετή της αυταπάρνησης,  μα πάνω απ’ όλα, υπέρτατη αρετή, σαν τους απλούς ανθρώπους,
 να δέχεσαι υπάκουα , κατανυχτικά, το πέρασμα του χρόνου,
 κατανοώντας αόριστα το βαθύ μυστήριο της αιώνιας κίνησης κι αλλαγής
 και σχεδόν συγκατανεύοντας – σα να σαι λίγο κι εσύ ο δημιουργός του.

Κι α, ποιά άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία
υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,
 απ’ το τραγούδι.

( Κοιτάζει στο βάθος την πολιτεία. )

Το βράδι έπεσε αθόρυβα κι ανέκκλητα
 σαν τη σκιά του αιώνιου χωρισμού πάνω από έναν μεγάλον έρωτα.
 Ανάβουν τα φώτα, οι απίθανες ρεκλάμες στους κινηματογράφους,
οι βιτρίνες με τους απαγορευμένους παραδείσους ,
 μεταξωτά, μισόγυμνα φορέματα με πόδια και κεφάλι
 παριστάνοντας απεγνωσμένα τις γυναίκες, λαχεία, νοσταλγίες,
 τα μπαρ με τα ξένα ονόματα, κι οι τράπεζες που κλείνουν,
 τα σκοτεινά χρηματοκιβώτια σα μεγάλα υδρωπικά φέρετρα
κι οι υπάλληλοι που πηγαινόρχονται πάνω στις άσπρες
και μαύρες πλάκες, σαν τα θλιβερά πιόνια
 σ’ ένα πελώριο φανταστικό σκάκι – αόρατα χέρια
 παίζουν ένα παιχνίδι τρομερό.

« Είναι αργά, αύριο », λέει ο θυρωρός της πολυκατοικίας,
 η γυναίκα κρατάει αγκαλιασμένο ένα παλιό, ξεθωριασμένο εικόνισμα μιας αγίας,
«μα είναι θαυματουργό », κλαίει εκείνη, σ’ έναν κόσμο
που κανείς δεν πιστεύει
κι ο θυρωρός κλείνει τη βαρειά τζαμωτή πόρτα
 κατάμουτρα στις δυο άγιες θλιμμένες γυναίκες. Και πέφτει το βράδυ.

Τυχαίες συναντήσεις, χειρονομίες ανεπαίσθητες, βλέμματα αφηρημένα
 δίχως πρόθεση – μικρές, αόριστες λεπτομέρειες ορθώνοντας σιγά-σιγά
 ένα βαρύ πεπρωμένο. « Αύριο », λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.



Ασήμαντες λέξεις ειπωμένες αδιάφορα
που σε συντρίβουν για πάντα.


Ο άνθρωπος με το κασκέτο

1. Και τις ημέρες εκείνες οι άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες πήραν το έγγραφο της διαταγής.
2. Και πήγαν να τον συλλάβουν.
3. Ήταν δε αυτός άνθρωπος φτωχός, επιγραφοποιός το επάγγελμα.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Τ.Λειβαδίτης - Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, Ασφαλής κατεύθυνση


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.



Ασφαλής κατεύθυνση

Κι επειδή τα οικονομικά μου πήγαιναν όλο και στο χειρότερο, άρχισα να γίνομαι εφευρετικός : κατέβαινα, λόγου χάρη, στο υπόγειο όπου βρισκόταν ένα παλιό χαλασμένο ρολόι, το έβαζα στην πιο κρίσιμη ώρα και περίμενα - κι ας είναι ευλογημένο τ' όνομα του Θεού, ποτέ δεν έπεσα έξω, ύστερα, υπερήφανος, πήγαινα στο οινομαγειρείο, όπου ο ατμός απ' τις κατσαρόλες με γέμιζε θρησκευτικές σκέψεις, συνωστιζόταν ο φτωχόκοσμος, μέθυσοι με ποδοπατημένα καπέλα, λόγια χιλιοειπωμένα σαν τις εποχές, ώσπου, τέλος, πιωμένος, έπαιρνα από πίσω κάποιον απ' τους νεκρούς μου κι έτσι έβρισκα πάντα το σπίτι μου.


Μια νύχτα θα κάνουμε μία μεγάλη σκέψη αλλά δεν πρέπει να την πούμε πουθενά, είναι η μόνη δικαιοσύνη. Ύστερα θα βγούμε στους δρόμους, θα βρέχει και η βροχή έχει και εκείνη την ιδιωτική της ζωή, ενώ εμείς δεν είχαμε. Θα αργοπορήσουμε μπροστά σε ένα φαρμακείο, μιας και είμαστε θνητοί και αφού οι ουρανοί γνωρίζουν την αθωότητα μας. Τέλος όπως θα ξημερώνει θα χτυπήσουμε την πόρτα του σπιτιού μας, αλλά κανείς δεν θα μας γνωρίζει. Είναι απίστευτο σαν τις μεγάλες μέρες που ζήσαμε. Αντίο λοιπόν, ας ανοίξουμε την ομπρέλα μας και ας προσπεράσουμε βιαστικά το τέλος μίας εποχής.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Αυτός που σωπαίνει - Τάσος Λειβαδίτης


Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο που…

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ” άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ” τους μεγάλους στεναγμούς…

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια

Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από πού ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Τάσος Λειβαδίτης: ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…


από τις “Βιολέτες για μια εποχή”:

…κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό

“ΑΝΤΙΟ” από τις “ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ”



Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Και θα μπορούσε να γραφτεί η συγκλονιστική περιπέτεια μιας γυναίκας που της έπεσε η βελόνα στο πάτωμα, εκείνη γονατίζει κι αρχίζει να ψάχνει, εκεί συναντάει την παλιά της ζωή: χαμένα όνειρα, σφάλματα, νεκροί, μα η βελόνα πρέπει να βρεθεί, το φόρεμα να παραδοθεί, ο Χριστός να σταυρωθεί κι η γυναίκα ψάχνει, ψάχνει ώσπου ξαναβρίσκει τη βελόνα – σηκώνεται τότε, κάθεται στην καρέκλα εξαντλημένη και συνεχίζει να ράβει, ενώ κλαίει σιγανά γιατί κατάλαβε άξαφνα
πως γυρισμός δεν υπάρχει…




από τα ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ:

Διαθήκη
Ίσως να το ‘βρα. Αλλά δε θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα ψάχνετε;

Ο ποιητής Ι
Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

Καθ’ ημέραν βίος
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί -
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

Αυτοπροσωπογραφία
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.

Ευλογία
Καλότυχοι εκείνοι που δε γνώρισαν τον εαυτό τους
ανδρείοι εκείνοι που αποσιώπησαν την αθωότητά τους
μα ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κι ύστερα κοίταξαν έν’ άστρο
σαν τη μόνη ανταπόδοση.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ “ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ




ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

Eίμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ “ΠΟΙΗΣΗ Α΄” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ





Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988)





“Τάσου Λειβαδίτη: Απάνθισμα”:

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΡ. 1 (1957):

…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον. Γιατί ο έρωτας
είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.



ΚΑΝΤΑΤΑ (1960):

“Αύριο”, λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.

Να ‘σαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα
τόσο αιώνια!



ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1958-1964):

αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

(Ποίημα)



Όταν λες: μισώ, ο πρώτος φόνος του κόσμου ξαναγίνεται μέσα σου.

(Μικρή υπαρξιακή παρένθεση)



Και κάθε βράδυ κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτήν την πολυσήμαντη αυριανή σου μέρα.

(Από μέρα σε μέρα)



η αμαρτία μας: ότι θελήσαμε πολλά, το έγκλημά μας: πράξαμε τόσα λίγα

(Απόντες)



Γι’ αυτό σου λέω
πρέπει να βρεις έναν άλλο τρόπο να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους,
όχι να περιμένεις την πράξη – είναι τότε αργά.

(Φίλιππος)



ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν
χιλιάδες ανείπωτα λόγια.

(Πυλάδης)



Το ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς – την πρώτη μέρα
που διστάσαμε να πάρουμε μια απόφαση ή που σταθήκαμε εύκολοι
σε μιαν αναβολή.

Όλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

(Στέφανος)


ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣ (1979):

κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.

(Το κλειδί του μυστηρίου)



Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ (1983):

Ποτέ δε φανταζόμουν ότι τόσες πολλές μέρες κάνουν μια τόσο λίγη ζωή.

(Τα ψεύδη του ημερολογίου)



ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ (1990):

η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο

(Τραγούδι στο δρόμο)



κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον -

(Φύλλα ημερολογίου)



Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…

(Ερωτήματα)



Η ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.

(Η ελπίδα)



Και μόνον όσοι πέθαναν νωρίς δεν έχασαν τον δρόμο.

(Ο δρόμος)



ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ “ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ”
επιλογή ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

(τα αποσπάσματα των ποιημάτων τα βρήκαμε στό  Λογομνήμων)

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Τάσος Λειβαδίτης: Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος- Αιχμαλωσία- Αιώνας εμπορίου


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αιχμαλωσία

Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι.
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας
Αθάνατες κοινοτυπίες
Οι ονειροπόλοι γυρίζουν κουρασμένοι (από πού;)-
μέσα στα μάτια τους έχουν πνιγεί τα προάστια,
στο άσυλο μετράνε με τις ψείρες τους την υπομονή,
με τα δάκρυά τους το μέγεθος της μέρας,
άξαφνα ο φύλακας μ’ αρπάζει απ΄ το λαιμό, εγώ σα-
στίζω και τότε ακούγεται η ωραιότερη μουσι-
κη-
σαν μια σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η
γηραιά μας ήπειρος.

Αιώνας εμπορίου

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης:Χειρονομίες- Παρομοιώσεις

 Χειρονομίες

Μια ακαθόριστη μεγάλη υποσχεση, όπως συμβαίνει παντα στις παλιές κάμαρες
ή μια χειρονομία απαλή, όπως καρφιτσωνεις ένα ρόδο στο στήθος
μιας γυναίκας
που ποτέ δεν υπήρξε

Παρομοιώσεις

Σαν τον ποιητή που σκίζει τα χειρόγραφά του και φεύγει για τον Ωκεανό
σαν τη γυναικα που αφήνει την κουρτίνα να πέσει κι ενδίδει
σαν ένα προάστιο πολύ μεγάλο για ένα ραχητικό παιδί
σαν το θολό γέλιο ενός παρείσακτου σ'ένα σπίτι που εορτάζει
σαν τους αλήτες που πετάνε μια πέτρα στον ουρανό
σαν αυτό που λέγαμε κάποτε "μια μεγάλη εποχή!"
σαν τα μικρά ραφτάδικα στις συνοικίες όπου ντύνεται κανείς για να πεθάνει...

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης (20 Απριλίου 1921-30/10/1988)


Από όλους τους αγαπημένους τι νόημα έχει να ψάχνεις ποιον προτιμάς.
Τι αγαπάς περισσότερο; Το καλοκαιρινό αεράκι που ανεμίζει ένα λευκό πουκάμισο κόντρα στο πέλαγος, η ένα απόγευμα κρύο με μια κούπα καφέ στο χέρι, την ώρα που η βροχή γαζώνει με ριπές το παράθυρο; Το χέρι που σ'αγγίζει και χάνεσαι ή τα γέλια που ανεβαίνουν το πέτρινο καλντερίμι κι ο χρόνος σταματάει;
Τον Ελύτη, τον Ρίτσο η το Λειβαδίτη; Απάντηση δεν υπάρχει.
Παρ' όλα αυτά ο Τάσος Λειβαδίτης είχε μέσα μου πάντα μια δική του διαφορετική γωνιά. Ενα δικό του σοκάκι που περνούσε σκυφτός, ύστερα σήκωνε το βλέμμα, έλεγε μια γλυκειά ευγενικη καλησπέρα και χανόταν σ΄ένα δικό του πάντα...

ΕΥΝΟΙΕΣ

Άνθρωποι που πολύ τους ταπείνωσαν κι ο Θεός τους λυπήθηκε
και τους έδωσε και μια προηγούμενη ζωή-
έτσι θυμούνται τώρα περισσότερα

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Οι ονειροπόλοι στέκονται πάντα στην άκρη γιατί μόνον από κει θα περάσει,
οι φτωχοί που τους ελεούν προσφέρουν μεγαλόψυχα τον εαυτό τους
οι λέξεις μεγαλώνουν μέσα σε βράδια λησμονιάς
γυναίκες σιδερώνουν τα ξένα ασπρόρουχα κι ύστερα
πηγαίνουν στην πόρτα και κλαίνε
κι αυτός που κάνει ένα μεγάλο κύκλο πριν πάει στο σπίτι του,
γιατί δεν θέλει ακόμα να το παραδεχτεί- όχι μη με ρωτάς ,
τίποτα δεν θα επανορθωθεί
παιδιά έρημα που φεύγουν αθόρυβα από την παιδική ηλικία
ανέμελα πουλιά που βρίσκονται έναν ολόκληρο χρόνο σε άδεια
τ' αγάλματα έχουν κι αυτά τις μελαγχολικές τους ώρες
ποιήματα-κλειδιά για την τρέλα ή τον ουρανό
η φήμη - αυτό το σφαγείο
ονειρεύομαι ένα νοσοκομείο για τ' άρρωστα παραμύθια,
κύκνους μες τα καπέλα των κατάδικων,
δάφνες για νικημένους,
εμείς οι ξεχασμένοι που μας αρκεί ένα χαμόγελο
για να περάσουμε τα σύνορα του κόσμου.
Αντίο, αντίο...Τίποτα δεν θα επανορθωθεί

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Φωτισμένο Παράθυρο - Τάσος Λειβαδίτης

Ακόμα κι οι πιο μεγάλες περιπέτειες πεθαίνουν κι εκείνες άδοξα,
 σ' ένα βιβλίο,
στο θλιβερό προάστιο το μικρό κοιμητήρι αχνίζει τα πρωινά σαν ένα τσαγερό,
τα πουλιά διασχίζουν δίχως οίκτο τα γεγονότα
στις απόμερες συνοικίες ξενοδοχεία φθηνά όπου ζευγάρια
ανεβαίνουν, από μια ετοιμόρροπη σκάλα, στα Ηλύσια πεδία
στο σταθμό οι ατμομηχανές ανασαίνοντας βαριά σαν τους εραστές
κι ύστερα στιγμές σιωπηλές που μέσα τους κλαίνε όλα τα λόγια
κι άλλοτε μια αίσθηση  ότι κέρδισες το χρόνο σαν μια λέξη ή μια ταπείνωση-
λοιπόν, τι απόμεινε; ένας άλλος έζησε τη ζωή μας κι εμείς τώρα
πρέπει να πεθάνουμε στη θέση του
τραίνα περνάνε το βράδυ μακριά σαν μέσα σε όνειρο και το πρωί
είσαι εξουθενωμένος  από τόσους αποχωρισμούς
θυμάμαι, αλήθεια, παιδιά, τότε που τα παιχνίδια μας εξαφανίζονταν μυστηριωδώς,
ξεχασμένα σε εκείνα τα απαγορευμένα βασιλεία που τριγυρίζαμε,
χωρίς κανείς να το ξέρει,
ύστερα αποχαιρετίσαμε την αιωνιότητα και μεγαλώσαμε
κάπου αλλού φταίξαμε κι εδώ κάθε χειρονομία μας είναι και μια τιμωρία-
γνώρισα πολλούς ανθρώπους, τους έβγαλα το καπέλο μου, άνθρωποι
κυριακάτικα θλιμμένοι κάθε Δευτέρα
οι λυπημένοι στρατιώτες έχουν ένα δικό τους τρόπο να συνομιλούν
με το άπειρο
όπως οι τυφλοί που περπατάνε πιο καλά το βράδυ
κι η νιότη μου που φεύγει, όλο φεύγει χωρίς να μ' εγκαταλείπει
ποτέ
σκέφτομαι κάποτε να φτιάξω μια γέφυρα που θα περνάει πάνω απ' τη λησμονιά ή να μιλήσω με τόση αθωότητα που να ξαναβρώ τους γονείς μου   κι αφού ο χρόνος είναι τόσο πολύτιμος να
μπορώ να κοιμάμαι όρθιος σαν τους κρεμασμένους
πράγματα ανύπαρκτα ή φανταστικά, όμως όταν κλαίω νοιώθω οτι
όλα υπάρχουν
και κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ' ένα άστρο ή ένα γιασεμί
είμαι μελαγχολικός από ευδαιμονίες απερίγραπτες
είμαι λησμονημένος για να μπορώ να θυμάμαι
ένα μόνο φωτισμένο παράθυρο τη νύχτα κάνει τον κόσμο πιο βαθύ-
έχω έναν απέραντο οίκτο για μας, Άννα, οι πιο καλές μας μέρες τέλειωσαν,
δε θα ξαναγίνουμε ποτέ νέοι-αλήθεια, γιατί
δεν ξαναγίνονται νέοι οι άνθρωποι
γεράσαμε,σε λίγο θα χωριστούμε για πάντα-και δε μας ειδοποίησε κανείς,
αλλά και τι θα 'βγαινε; ίσως βέβαια κάτι κάναμε, ίσως βιαζόμασταν
πιο πολύ, ίσως δε δίναμε τόση σημασία σε πράγματα
που μας πέθαναν γρηγορότερα
ανοησίες! - έπρεπε κι εμείς να πληρώσουμε και ήρθε η ώρα
κι ούτε θα μάθει ποτέ κανείς με πόση εγκατάλειψη έγινε αυτό το
ημίφως που όλα τα συγχωρεί ή με πόση λίγη αθανασία γράφεται
ένα αθάνατο ποίημα.





Κριτική- Τασος Λειβαδίτης

Ειναι στιγμές που μια μεγάλη περιπέτεια διασχιζει το δρόμο, τρέχω να την προλάβω, σκοντάφτω, οι άλλοι με ποδοπατάνε, ξανασηκώνομαι, αλλά με πιάνει η κακία, "οχι, λέω, θα πάω καλύτερα στον Κύριλλο", πίνουμε τσάι στην κουζίνα και μένουμε αμίλητοι ως το πρωί, - τι άλλο να κάνει κανείς σ΄αυτό τον κόσμο! Κι απόδειξη, τόσοι χρυσοδετοι τόμοι ανιαρής Ιστορίας.

Απογευματινό τσάι-Τάσος Λειβαδίτης



Άλλα γιατί με κατηγορούν για σκοτεινές προθέσεις. Ίσως
γιατί στέκομαι πάντα κάτω από μια μαρκίζα, αλλά δε βλέπουν ότι μια ζωή δεν αρκεί
όταν αρχίζει να βρέχει. Κι αλήθεια τι θα συμβεί αύριο; Τι συνέβη χτες; Πράξεις χωρίς καμιά σημασία
που κάνουν ακόμα πιο βαθύ το μυστήριο κι οι νεκροί μας φεύγοντας άφησαν στην είσοδο αυτή την ακαθόριστη ελπίδα
που κάνει πιο αβέβαιο τον κόσμο. Όλα τόσο θολά, σαν μια συνομιλία σ' έναν πολυθόρυβο δρόμο
«μα δεν ακούς, λοιπόν — δεν ακούς;» «ν' ακούσω τι;»
μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου ν' απομακρύνεται αδιάφορος
κι άλλοτε είδα ανθρώπους πάνω στις έρημες αποβάθρες
να χειρονομούν απεγνωσμένα — ποιόν ειδοποιούσαν; Τι ήθελαν να πουν;

Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.

Έτσι, παρ' όλο που το σπίτι ήταν άδειο, κανείς δεν ερχόταν, «αλήθεια, πόσος καιρός πέρασε», σκεφτόμουν
και θα πεθάνουμε ολομόναχοι — κι εκείνο το μικρό καράβι που μας
χάρισαν σε κάποια παιδικά γενέθλια
μας πήγε μακριά. (Πότε γυρίσαμε χωρίς να το καταλάβουμε!) Τώρα περιπλανιέμαι σε βράδια που δε θα ξανάρθουν ποτέ ή μένω
κλεισμένος στην κάμαρα μου — μόνο, για το Θεό, μην τραβήξετε την κουρτίνα
είναι ανατριχιαστικό!

«Μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε, είχε πει ο Φίλιππος, αλλά θα 'ναι αργά» και σκέφτηκα τα φαντάσματα
που εμφανίζονται όταν όλα έχουν τελειώσει (κι ίσως για να κρύψουν ακριβώς αυτό).
Άλλα τώρα χειμώνιασε, ας κατεβούμε στην κήπο κι ας θάψουμε τα παλιά χειρόγραφα.
Και κάποτε θα τρομάξεις
όταν καταλάβεις ποιος είσαι.

Κι οι εραστές υστέρα από μια νύχτα απερίγραπτη ξυπνάνε σ' ένα
φτωχό πρωινό του Νοέμβρη ενώ η βρύση στο νιπτήρα στάζει αργά σαν υπόμνηση της μονότονης
διαδοχής των ήμερων. Και πεθαίνουμε στερημένοι σ' έναν παράδεισο από λέξεις.

Κι άξαφνα
έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιστρέψεις, βράδιασε, στη σάλα έχουν ανάψει τα φώτα — στάθηκα στο διάδρομο, είχα ένα σπουδαίο άλλοθι, αλλά το ξεχνούσα την κρίσιμη στιγμή — με κατηγορούσαν ότι συναντούσα, λέει, κρυφά τις σκιές τού παλιού σχολείου
ναι, δεν το αρνούμαι, όμως χυνόταν μόνο το δικό μου αίμα
κι υστέρα τα θλιβερά απογεύματα στέκομαι συνήθως έξω από κάποιο ορφανοτροφείο
κι απορούσα μάλιστα που στα άσυλα μοιράζουν πάντα τόσο νωρίς το δείπνο, ίσως γιατί το σούρουπο είναι μια δύσκολη ώρα
και καλύτερα να 'χει κανείς αλλού το νου του. Έξαλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

Γι’ αυτό κιόλας μ' αρέσει να χαιρετώ τα πλοία που φεύγουν για τον Άγιο Δομίνικο
ή έφτιαχνα πύργους με παμπάλαιες εφημερίδες που 'γραφαν για μια χαμένη εξέγερση — ποιος τη θυμάται;
κι αυτό το μυστικό που περίμενα χρόνια: κάποιος, λέει, θα με πλησίαζε και θα μου το ‘λεγε ξαφνικά —
έτσι δεν πρόσεξα τίποτ' άλλο στον κόσμο. Κι εσύ, καλέ μου φίλε, μόλις πεθάνω
θα σου γράψω με ειλικρίνεια, θα σου πω για τον άνθρωπο που μ' έφτυσε
για το κονιάκ που μου λείπει, για τα πουλιά το πρωί που με ξαναγυρίζουν στο σπίτι τού παππού.

Κι η Τερέζα κάθε φορά που πίναμε τσάι και μου επέστρεφε το φλιτζάνι, το χέρι
της ήταν ωχρό
απ’ το μακρύ ταξίδι — που είχε πάει και πότε θα γυρίσουν οι νεκροί «δε σέβεστε λοιπόν ούτε το άπειρο;» τραύλισα, γι' αυτό ετοιμάζω
τις αποσκευές μου αλλά δεν απομακρύνομαι — αφού για να γνωρίσεις τον κόσμο αρκεί
εν' ανεξήγητο όνειρο.

Τότε το εκκρεμές άρχισε να χτυπάει κι ακούστηκε η ώρα του αναπότρεπτου
έτρεξα να τους προλάβω στη σκάλα, «κανείς δεν πέθανε, τους λέω, μα όλοι είναι σιωπηλοί μάρτυρες γι' αύριο»
ενώ την ίδια στιγμή «κάπως έτσι θα 'ναι η τιμωρία», σκεφτόμουν — όπως και τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα 'ναι εκεί και θα μας περιμένουν.

Και συχνά τις νύχτες ανέβηκα στις γέφυρες των σταθμών
και κοίταξα τα φωτισμένα τραίνα να χάνονται πέρα στο πουθενά.
Ώ εποχή μου, όλα ειπώθηκαν και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονο του.

Ώσπου σιγά-σιγά το παρελθόν γίνεται όλο και περισσότερο αίνιγμα και το φως της μέρας δεν έχει επιείκεια γι' αυτούς που ενδίδουν κι υστέρα είναι κι εκείνο το επικίνδυνο άστρο μιας αναγνώρισης που
άργησε οι φίλοι που πέθαναν, οι άλλοι που χάθηκαν κυνηγώντας κάτι
άπιαστο
λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο
ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή. Ποιόν θέλουμε να ξεγελάσουμε ή ποιος μας εμπαίζει;

Και καμία φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει βοήθεια ακούγεται απ’ το παρελθόν — ακριβώς γιατί ποτέ δεν το ζήσαμε
ή μας βασανίζουν αναμνήσεις από γεγονότα που δε συνέβησαν ποτέ — αλλά ποιος είναι βέβαιος για το τι συνέβη;
εξάλλου η κάμαρα μου μοιάζει με όλες τις κάμαρες της γης, θέλω να πω πόσο στο βάθος είμαστε άδικοι ή ξένοι.

Ώ, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχρι που δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ' ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.


*Το εργο της φωτογραφίας του Κασιμίρ Μάλεβιτς(Face of a peasnt girl)