Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Εκκρεμή

Θ' αλλάξει άραγε ο κόσμος Κεμάλ;
Θα ξεχάσουν την ήττα  οι νικημένοι;
Κι η μεγαλοψυχία του ανθρώπου
θα περάσει ξανά την αυλόπορτα
της παλιάς γειτονιάς;
Θα τολμήσει να πεί
έστω μια καλημέρα;

Αθόρυβοι κύκλοι
Ανεπανόρθωτα παγωμένα χαμόγελα
κι οι ξεχασμένες μέρες
φυλάνε ακόμα βαρδια από μόνες τους
στην ίδια τους τη λησμονιά
Κι ας αιωρείται εκκρεμής
Πανω απ' του απείρου τη χαράδρα

Άνοιξε λίγο την πόρτα
Μια σπρωξιά στη φοβιτσιάρα
θλίψη, τόλμα
λίγο αέρα, λίγο αέρα
μια στάλα αντιπυρετικό
στην παιδική αφέλεια τόλμα
κι άστην να κάνει καμιά τρέλα
Που ξέρεις...
.             .             .γιώργος σαρρής.              .               .

ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ -Νίκος Καρούζος


Στους δρόμους περπατώντας τηλεφώνου κουδούνισμα
τα’ άκουσα σαν τρίλια του έαρος
κι αναθυμήθηκα την επίδοση του πόνου στο θάνατο
τη βροντή να μοιράζεται στο δάσος μνημονεύοντας
το νευρικό γεωμέρτημα της αστραπής αιωρούμενο
θυμήθηκα το χθεσινό μου όνειρο (πιωμένος) και ξαφνικά!
ο Πάπας στην εντέλεια ξυρισμένος και υακίνθινος
με τόση γλωσσομάθεια στη δοξασμένη μύτη.
Καθάριζε το άχραντο και χύνονταν αηδόνια
πέφτοντας από τη φύση τα ονόματα
κι όπως ο ήλιος απ’ τον ένα βράχο
στον άλλο σέρπεται ως ιμάτιο
τις λέξεις έβλεπα να χώνονται στις χαράδρες τ’ ουρανού
με τ’ αστραπόφωτο της ερημιάς τυλιγμένες.
Βαθιά μεσάνυχτα την άλλη μέρα κι ολάνοιχτο
ευαγγέλιο το φεγγάρι
στα νώτα της χαράς ταξιδεύοντας προς το χάραμα
να παραδώσει τη σκυτάλη στον ήλιο
με τα μεγάλα εκείνα ζυγωματικά του Ιουλίου
με κείνη τη γαλάζια καρωτίδα που φουσκώνει.
Θεόληπτος ο διάβολος και δεν το ’χουμε νιώσει.

(από τη συλλογή ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ 1986)

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Αυτούς τους έχω βαρεθεί : Wolf Biermann-Δημοσθένης Κούρτοβικ


Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Ευρωπαίους, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.
Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Σοφία Κολοτούρου, Ιριδισμοί

Το άλλο μας μισό-
δεν υπάρχει.
Υπάρχουν άνθρωποι.
Οι κύκλοι μας τέμνονται.
Ορίζουν υποσύνολα, κοινούς τόπους.
Αφήνοντας τόσα στοιχεία μοναχικά,
ακάλυπτα,
αταίριαστα.
Μίλησα
τη γλώσσα της Γεωμετρίας, να καταλάβεις.
Μετέτρεψα
τις λέξεις μου σε σχήματα.
Κύκλους συγκεκριμένους, ορισμένους,
ωραία τεμνόμενους-
τους τάραξες.
Σαπουνόφουσκες τώρα οι λέξεις μου
πετούν προς τον αέρα.
Πετούν, γελούν
και με περιγελούν,
με ωραία χρώματα ιριδίζοντας.

Μήνυμα του ετοιμοθάνατου ποιητή στη νεολαία -Μπ.Μπρέχτ


Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
 Καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
Πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
 Πού δέ γεννηθήκατε, άκούστε τώρα
 Τη φωνή τή δική μου, πού πέθανα
 Όχι δοξασμένα.

 ‘Αλλά
Σάν τόν αγρότη πού δέν όργωσε τό χωράφι του
Καί τόν χτίστη πού ξετσίπωτα τό ‘βαλε στά πόδια
Σάν είδε την τρύπια στέγη,

Έτσι κ’ εγώ,
Δέ βάδισα μέ τήν εποχή μου, ξόδεψα τίς μέρες μου,
Καί τώρα πρέπει νά σας παρακαλέσω
Νά πείτε εσείς αυτά πού δέν ειπώθηκαν,
 Νά κάνετε αυτά πού δέν έγιναν, καί μένα
 Γρήγορα νά μέ ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
Γιά νά μήν παρασύρει καί σας
Τό δικό μου κακό παράδειγμα.

 Αχ, γιατί κάθησα στων στείρων τό τραπέζι
Τρώγοντας τό φαΐ
Πού αυτοί δέν ετοίμασαν;
 Αχ, γιατί ξόδεψα τά καλύτερα μου λόγια
Στη δική τους
Άσκοπη κουβέντα.  Έξω όμως
 Διάβαιναν οι άδίδαχτοι
 Διψασμένοι νά μάθουν.

Αχ, γιατί
Τά τραγούδια μου δέν υψώνονται στά μέρη εκείνα
 Πού θρέφουν τίς πολιτείες, εκεi
 Πού ναυπηγούνται τά καράβια;
Γιατί δέν υψώνονται
Απ’ τίς γρήγορες ατμομηχανές
Σάν τόν καπνό
Πού αφήνουν πίσω τους στόν ορίζοντα;

Γιατί ο δικός μου λόγος
Είναι σταχτη και μεθυσμένου παραλήρημα στο στόμα
 Εκείνων πού είναι χρήσιμοι καί δημιουργικοί.

 Ούτε μιά λέξη
 Δέν ξέρω νά πω σέ σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
 Μήτε μιά υπόδειξη δε θά μπορούσα νά σάς κάνω
Μέ δάχτυλο τρεμάμενο,
Γιατί πώς τό δρόμο νά δείξει
 Αυτός πού δέν τόν διάβηκε!

 Γι αυτό σε μένα που τη ζωή μου
Έτσι σπατάλησα άλλο δέ μένει
Παρά νά σας ζητήσω
Νά μή δώσετε προσοχή σε λέξεις
Πού βγαίνουν άπό τό δικό μας
 Σάπιο στόμα, μήτε καί συμβουλή
 Καμιά νά μή δεχτείτε
‘Απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
‘Αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
Ποιό τό καλό γιά σάς καί τί σάς βοηθάει
 Τόν τόπο νά χτίσετε πού εμείς αφήσαμε
 Νά ρημάξει σάν τήν πανούκλα,
Καί γιά νά κάνετε τίς πολιτείες
 Κατοικήσιμες.

Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι - Επίκαιροι αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα
τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί, περίεργα θα ’λεγες είναι
φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας -Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)


Στο φως της πανηγυρικής
αυτής ημέρας


Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Φρουροί ασάλευτοι προσμένουν διαταγές
Και αν μερικοί συμπολιτεύονται με τους ολέθρους
Και άλλοι κοιτάζουν τ'άλογα στα δόντια
Μάχεται τους ολέθρους ο αιγίπαν
Κι ενώ κροτούν επίμονα τα τύμπανα
Γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.

Και το μεγάλο πανηγύρι αρχίζει.

Συν γυναιξί και τέκνοις
Οι κάτοικοι των πόλεων ξεχύνονται στα ξέφωτα
Γιατί τα τύμπανα αντηχούν στα ηλιακά των πλέγματα
Και οι κραδασμοί μέσ' απ' τη γη ξεχύνονται
Σπάργωσιν φέρνοντας στα σώματα και τις ψυχές.
- 2-
Και το μεγάλο πανηγύρι συνεχίζεται.

Κούροι λιγνοί σηκώνουν τους αλτήρες
Άλλοι παλεύουν παίζοντας στα χώματα
Πίδακες αναπηδούν από τη γη
Επιταχύνειται η έκκρισις των σιελογόνων
Τα ντέφια των αθιγγανίδων πάλλονται
Όσον και οι μαστοί των όταν
Σαν αυροφίλητες μπρατσέρες βολτατζάρουν
Στα κύματα των χορευτικών στροβίλων
Δίνοντας σάρκα και οστά στους μύθους
Δίνοντας σάρκα και οστά στους ζωντανούς ρυθμούς
Με όρθιες τις ρώγες στους αρσενικούς ανέμους
Με όρθιους τους στημόνες των μυστικών ανθέων
Κάτω απ' το σέλας των πλατυγύρων φορεμάτων
Όταν τ' αγόρια ορθώνονται με την ψυχή στο στόμα
Και ο Σείριος καλεί την Ανδρομέδα
Κι οι γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.


- 3 -

Τι κι αν δε φαίνονται του στερεώματος τ' αστέρια
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ακούονται οι φωνές των ουρανίων σωμάτων
Και πάλλεται ο αήρ και αντιβοούν της πανηγύρεως τα πλήθη
Και ενώ με λόγια αστράπτοντα ξεσπούν οι χρησμοί
Εκθλίβεται απ' τους κορμούς των δένδρων το ρετσίνι
Ευφραίνονται μες στο τριφύλλι οι μόσχοι
Και χρεμετίζουν τ' άλογα καθώς
Κούροι λιγνοί σηκώνουν τους αλτήρες
Και σείονται οι αθιγγανίδες

Και αγαλλιούν μπρος στους γυμνούς μαστούς τ' αγόρια
Ολίγος κόσμος έμεινες στις πόλεις
Μες στις αυλές στους δρόμους στις πλατείες
Οι απομένοντες καρατομούν τα βλοσυρά του παρελθόντος χρόνια
Διότι οι μοίρες γράψαν στα ντουβάρια


- 4 -
Τα ριζικά των νέων εποχών
Κι αίφνης παντού όπου τα δέντρα υψώνονται
Σε κήπους σε δενδροστοιχίες
Και ας είναι ο μήνας Μάριτος
Σαν προανάκρουσμα του επερχομένου θέρους
Εκστατικές ξεσπούν οι συνηχήσεις
Των δονουμένων τζιτζικιών.

Κι αίφνης κοντά στης πανηγύρεως τον χώρο
Μέσα από σπήλαιον βαθύ προβαίνει
Ως άνθρωπος Νεαντερντάλειος
Ως άνθρωπος απόλυτος οριστικώς erectus

Πολύ πριν ακουσθή η κλαγγή των λεγεώνων
Πρωτόκλητος και αρχέτυπος προβαίνει
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ως μέγας αναμάρτητος Αδάμ
Μ' ένα λαλίστατον ειρηνικό πουλί στον ώμο
Ως άρχων της γης μοιραίος προβαίνει
Αναζητών λαόν πιστόν και αγέλας καλιμμάστων νεανίδων
Βαρύγδουπος κισσοστεφής προβαίνει
Θανάτω θάνατον πατήσας
Ο νέος αιών.