Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Κατερίνα Καραγιάννη! Τι ζήτησα, Πρόκληση


τι ζήτησα;

τι ζήτησα;
την αγκαλιά σου ζήτησα

αυτή την ξεπεσμένη αθωότητα
στο σουλάτσο του δρόμου
σε μια γωνιά
πίσω απ' τον κάδο των σκουπιδιών
εκεί κάπου στη ζούλα
στη πλατεία Αριστοτέλους
ανάμεσα από χνώτα και ιδρωμένες μασχάλες
μέρα μεσημέρι
και ο πλανόδιος πωλητής με τα μαύρα γυαλιά, να κόβει
κίνηση

τι ζήτησα;
να ανακατευτούμε
μες στην απλωμένη γλώσσα των αισθήσεων
μπροστά απ' τα γδαρμένα σκηνικά
της αφόρητης αναμονής
στου ενός λεπτού την ακριβή ώρα

αδειανά χέρια
τρύπια η καρδιά
κι φωνή ξεκούρδιστη
άγρια αποτυπώματα
πατάνε στο στήθος
γέρνω στα σπλάχνα μου μέσα
και τρώω
μικρά χαρτάκια από στιχάκια
ένδοξων λυγμών

Κατερίνα Καραγιάννη
από τη συλλογή Ζουμ, 2012


πρόκληση


κάθεται απέναντι του
προκλητικά σταυρωμένα
έχει τα χυτά της πόδια,
το ψηλά της παπούτσια
ανοίγουν κομψά το κουντεπιέ
και η φούστα όσο να φανεί
το λεπτό της γόνατο
κολλάει το τσιγάρο στο κραγιόν
και αναστατώνει τα μαλλιά της
κι αυτό το κάθισμά της!
όπως το φίδι πριν επιτεθεί
ρημάζει την αρσενική ματιά του
κι αυτή το γλεντάει
κούκλα ζωντανή, πανάθεμά την
κολασμένη, πύρινη
καρφί στα μάτια τον κοιτάει
και σταματάει ο κόσμος να κινείται
γεννημένη να αφήνει έναν πεινασμένο πόθο
κάθεται απέναντι του
τον τυλίγει και τον ξετυλίγει αφόρητα
πνιγμός του 'ρχεται
χτυπήματα ακαριαία
θα τον φέρουν υπνωτισμένο κοντά της
για εκείνη τη νύχτα



Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Ντύλαν Τόμας - Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα






Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε,
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε,
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
Καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγρια δάκρυα σου,
προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ’ αυτή την όμορφη νύχτα,
Οργήσου, οργήσου για το θάνατο της μέρας.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Τίτος Πατρίκιος :Τελική νίκη -Ησυχασμένες απαντήσεις -Απονομή δικαιοσύνης




Ησυχασμένες απαντήσεις 


Οι έτοιμες, ησυχασμένες απαντήσεις
δε γίνεται πια να με χορτάσουν
όπως δεν επαρκούνε σε μια πόρνη
οι ταχτικοί, αξιοπρεπέστατοι πελάτες της.


Τελική νίκη 

Έφερε βιαστικά το χέρι του στο πρόσωπο
μα μόλις τα δάχτυλά του άγγιξαν τη φτυσιά
σταμάτησε. Δε θέλησε να τη σκουπίσει.
Την έσπρωξε πιο βαθιά, ώσπου να φάει τις σάρκες, τη γλώσσα.

Από την τρύπα που άνοιξε, ανάσανε
μ’ έναν καινούργιο τρόπο.
Κι υψώνοντας λιγάκι το κορμί του συνέχισε το δρόμο του.

Απονομή δικαιοσύνης 

Όταν οι άνθρωποι δεν αμφιβάλλουν για το δίκιο τους
πόσο μπορούνε ν’ αδικούνε…
Όπως τυφλοί
τυφλούς.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Μ. Λουντέμης: «Άουσβιτς»





Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //

Στις 27 Γενάρη 1945 οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού (60ή Στρατιά του 1ου Ουκρανικού Μετώπου) απελευθερώνουν τους 7.000 περίπου εναπομείναντες κρατούμενους του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Με αφορμή αυτή την επέτειο δημοσιεύουμε το ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη «Άουσβιτς», όχι όμως στη μορφή που το ξέρουμε σήμερα, όπως δημοσιεύτηκε στα ποιητικά του. Αλλά όπως πρωτογράφτηκε τον Αύγουστο του 1947 και δημοσιεύτηκε στις 8 Σεπτέμβρη 1947 στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Είναι περίοδος που ξαναγεμίζουν οι τόποι εξορίας στα ελληνικά ξερονήσια και η σύνδεση στο ποίημα είναι προφανής. Στα ποιητικά του που κυκλοφόρησαν από το «Δωρικό» και αργότερα από τα «Ελληνικά Γράμματα» το ποίημα διαφοροποιείται πάρα πολύ, προσπαθώντας να το κάνει επίκαιρο με βάση τα δεδομένα της εποχής, στηλιτεύει την αμερικανοκρατία (παραθέτουμε κι αυτή την εκδοχή).



Άουσβιτς
Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα είναι ένα τεφρό χωνευτήρι.
Κι ένα δάπεδο που γκρεμίστηκε παρασέρνοντας στον Άδη τις ζωές του.

Τώρα εκεί λιώνει πεσμένη η ζωή ανάμεσα σε φρύγανα, στάχτη και σποδό

Τώρα «Άουσβιτς» λένε κάτι στήθια και κάτι έρημες μητρικές αγκαλιές…

Κάτι αραχνιασμένα δώματα και κάτι μάτια που βράδιασαν νωρίς…
Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα είναι μια νεκρόπολη που πήρε τη λαλιά της κι έφυγε.

Έφυγε αφήνοντας πίσω της έναν χειμωνιάτικο οδυρμό.
Το βράδυ κατεβαίνει ο Αίολος και παίζει στα κρανία τον αυλό του.
Κατεβαίνουν τ΄ άστρα και φωσφορίζουν μέσα στους άδειους φεγγίτες των ματιών.
Κατεβαίνουν οι νυχτερίδες και κωπηλατούνε έντρομες στα σκότη.

«Άουσβιτς» το λέγανε. Τρία χρόνια το λέγανε έτσι. Τώρα είναι χωράφι.
Ενα απέραντο βοσκοτόπι για τους γύπες που κρώζουνε νυχτοήμερα νηστικοί.
Άχρηστο υλικό, σκεύη ανάκατα από συντρίμμια λευκάζουνε στη χλόη

Κόμες ξέπλεκες κυνηγιούνται έξαλλες στους θάμνους
Κόμες που γέρασαν κλαίοντας πάνου απ’ τα λείψανά τους.
Βρέθηκαν ακόμη εκεί κοκάλινα χεράκια παιδικά – ολάνυχτες πεντάφυλλες μαργαρίτες.

Και παπουτσάκια… πλήθος παπουτσάκια από απίθανα μικρά πόδια που ψάχνουν να βρουν το ταίρι τους.

Ναι. Έτσι το λέγανε κάποτε. Οι άνθρωποι ανατρίχιασαν και ξέχασαν.
Μα φέτος η Άνοιξη ήρθε κι απόθεσε εκεί τους σπόρους της

Μυριάδες παπαρούνες κι αγριολούλουδα πλουμιστά στόλισαν την έκταση

(γάργαρα γελάκια και σκιρτήματα παιδικά ακομπούνε στις ρίζες τους…)

Είναι γι’ αυτό που η Άνοιξη είναι φέτος συλλογισμένη

Είναι γι’ αυτό που οι πεταλούδες βάψανε μαύρα τα βελούδα τους.
Γιατί εκεί κάτου πλάι-πλάι στις ρίζες κοιμάται σαν απέραντο παράπονο
το βλέμμα του μικρού παιδιού…

«Άουσβιτς». Έτσι το λέγανε κάποτε. Τίποτε άλλο. Τώρα έφυγε.
Πήρε μια νύχτα τους σκελετούς του και κατέβηκε στη Μεσόγειο

Εδώ, στο ακρωτήρι μας, που κλαίνε τα χώματά του ατάιστα απ’ ανθρώπους
Έφυγε μια νύχτα μπρος απ΄ τα αδιάφορα μάτια των φυλάκων
που έπαιζαν κρίκετ κι έφτυναν σαξονικές βρισιές.
Έφτυναν και εκπαιδεύουνταν στην υψηλή Τέχνη του Κράμερ και της Ιλζέ Βέσνε

Και προχτές πήραν το δίπλωμά τους και κατέβηκαν με τ’ αεροπλάνα τους εδώ,

και ξωπίσω τους ένα κοπάδι από κοράκια που εκπατρίστηκαν

(γιατί είχε καιρό να βρέξει αίμα στο Άουσβιτς…).

Έτσι το ΄λεγαν κάποτε. Τώρα η Λορελάι φυτεύει στο χώμα του πατάτες,
γιατί Άουσβιτς δεν υπάρχει πια. Δεν υπάρχει εκεί.

Το Άουσβιτς το σήκωσαν σα σκήνωμα μια νύχτα χλιαρή
και το κατέβασαν στην Ελλάδα

Άουσβιτς! Φτωχή, πεσμένη Μεγαλειότητα… Τώρα κλάψε

Τώρα τη δόξα σου τη σκέπασαν οι ψηλές φωτιές που ανεβαίνουν απ’ την Ελλάδα!

Γιούρα, Μακρόνησο, Ψυττάλεια, Ικαρία – ω δόξα!

Κι ο Ράιχ, ουαί! – νενικήκαμεν σε!

Αθήνα – Αύγουστος 47

***

Το ποίημα όπως δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Το σπαθί και το φιλί» (εκδόσεις «Δωρικός» 1977)

«Άουσβιτς»

Έτσι το ΄λεγαν κάποτε. Κι ήταν
μια φάμπρικα παραγωγής στάχτης
με πρώτη ύλη τον άνθρωπο.
Σήμερα είναι ένα πελώριο χωνευτήρι.
Ένα δάπεδο που βούλιαξε στη γη
παρασέρνοντας στον Άδη τους σταυρούς του.

Τώρα εκεί λιώνει η ζωή
μεταστοιχειωμένη σε χλόη!
Και δεν απόμεινε απ΄ όλα τίποτα
παρά μια περιπλανώμενη ανάμνηση
που κούρνιασε μες στ΄ άδεια στήθια
και στ΄ αραχνιασμένα κρανία των νεκρών.

Έτσι το λέγανε κάποτε. Άουσβιτς!
Τώρα είναι μια απέραντη νεκρόπολη
που πήρε τη μιλιά της κι έφυγε. Έφυγε…
Αφήνοντας πίσω της έναν χειμωνιάτικο οδυρμό.
Κι όταν πέφτει το βράδυ
ο Πάνας παίζει τον αυλό του
στα διάτρητα κόκαλα.
Και τ΄ άστρα φωσφορίζουν λυπητερά
στους φεγγίτες των άδειων ματιών.
Μόνο οι νυχτερίδες ξυπνούν νωρίς
και κωπηλατούνε τρομαγμένες μες στα σκότη.

Έτσι το λέγανε κάποτε.
Τρία χρόνια το λέγανε έτσι.
Τώρα δεν είναι πια
παρά ένα εφιαλτικό χωράφι
όπου γύπες κρώζουνε νηστικοί.
Και κόμες ξέπλεκες τρέχουνε στους θάμνους
κλαίοντας τον εαυτό τους.
Όπου χεράκια παιδικά
λευκάζουνε σα μαργαρίτες. Και παπουτσάκια,
-απίθανα μικρά παπουτσάκια-
ψάχνουνε να βρούνε τα ποδάρια τους.

Έτσι το ΄λέγαν κάποτε.
Μα οι άνθρωποι βάλθηκαν να το ξεχάσουν.
Και κάλεσαν την Άνοιξη να ΄ρθεί,
ν΄ αποθέσει εκεί τους σπόρους της
και να καλέσει τα πουλιά της
και να σπείρει τις πεταλούδες της
και τα γάργαρα γελάκια των παιδιών.
Όμως… Η Άνοιξη…
Κατέβηκεν εφέτος λυπημένη
κι οι πεταλούδες βάψαμε μαύρα τα φτερά τους.
Γιατί εκεί… πλάι-πλάι με τις ρίζες
κείται –σαν απέραντο παράπονο-
το βλέμμα του μικρού παιδιού.

Έτσι το λέγανε κάποτε. Τώρα έφυγε.
Πήρε μια νύχτα τους σκελετούς του
κι έφυγε μπρος απ΄ τα μάτια των σκοπών
που ΄παιζαν κρίκετ κι έφτυναν εγγλέζικες βρισιές.
Και μαζί τους…
Έφυγε κι ένα σμήνος από κοράκια
που οδύρουνταν χρόνια νηστικά.
Γιατί είχε καιρό να βρέξει αίμα στο Άουσβιτς.
Έτσι το ΄λεγαν κάποτε.
Τώρα η Λορελάι,
φυτεύει στο χώμα του πατάτες,
γιατί Άουσβιτς δεν υπάρχει πια.

Γιατί το Άουσβιτς το σήκωσαν μια νύχτα χλιαρή
το φορτώσαν σε βαριά αεροπλάνα
και το μοίρασαν σ΄ Ασία κι Αφρική
(και σε λιγάκι Αλαμπάμα). Εκεί…
Που καίνε πάλι οι υπαίθριες ψησταριές
(Ζώα ανάκατα με σπίτια και γυναίκες).
Ανακατωμένος –όλα- ο ερχόμενος,
χωρίς τη λεπτή επιστήμη των «Φον».
Γιατί τώρα διευθύνουν οι «Μακ»,
κάτι χοντρομπαλάδες απ΄ το Νότο,
που καίνε και σφάζουνε με ουρλιαχτά.
Ανίκανοι να σου ψήσουν έναν καθηγητή
με λίγην υπόκρουση Μπετόβεν.

Εκεί όλα γίνονται τώρα άχαρα
σκότωμα μόνο για το σκότωμα
(η Τέχνη για την Τέχνη…)
Την ανεβάσανε, φτωχό μου Άουσβιτς,
την ανεβάσανε τη γκάμα του φονικού.
Ποσότητα… ποσότητα… ποσότητα…
Ναι, φτωχό μου Άουσβιτς.
Και να γιατί νικηθήκαμε.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Tάσος Λειβαδίτης : Διαπιστώσεις- Ραψωδία της Οδύσσειας

Διαπιστώσεις

Οι ονειροπόλοι στέκονται πάντα στην άκρη γιατί μόνον από κει θα περάσει,
οι φτωχοί που τους ελεούν προσφέρουν μεγαλόψυχα τον εαυτό τους
οι λέξεις μεγαλώνουν μέσα σε βράδια λησμονιάς
γυναίκες σιδερώνουν τα ξένα ασπρόρουχα κι ύστερα
πηγαίνουν στην πόρτα και κλαίνε
κι αυτός που κάνει ένα μεγάλο κύκλο πριν πάει στο σπίτι του,
γιατί δεν θέλει ακόμα να το παραδεχτεί- όχι μη με ρωτάς ,
τίποτα δεν θα επανορθωθεί
παιδιά έρημα που φεύγουν αθόρυβα από την παιδική ηλικία
ανέμελα πουλιά που βρίσκονται έναν ολόκληρο χρόνο σε άδεια
τ' αγάλματα έχουν κι αυτά τις μελαγχολικές τους ώρες
ποιήματα-κλειδιά για την τρέλα ή τον ουρανό
η φήμη - αυτό το σφαγείο
ονειρεύομαι ένα νοσοκομείο για τ' άρρωστα παραμύθια,
κύκνους μες τα καπέλα των κατάδικων,
δάφνες για νικημένους,
εμείς οι ξεχασμένοι που μας αρκεί ένα χαμόγελο
για να περάσουμε τα σύνορα του κόσμου.
Αντίο, αντίο...Τίποτα δεν θα επανορθωθεί


25η Ραψωδία της Οδύσσειας (απόσπασμα)


Και νάμαι τώρα
διασχίζοντας το Άπειρο
πιο ανάλαφρος απ' τους τρελλούς και τα παιδιά,
η έλξη της γής δεν είναι παρά τα χέρια αυτού του τέρατος που λέγεται: χώμα
μα, να, 
η ταχύτητα ξυστρίζει το πετσί μου απ' την κόπρο της βαρύτητας,
ενώ σκυμένα πάνω μου τα ουράνια σώματα, 
σα νυστέρια
χειρουργούν το απόστημα
της προϊστορίας μου.

....

Α το θαυμαστό ταξίδι μου!
Βλάστηση από λάμψεις
εκρήξεις σιωπής
ήλιοι που δε βασίλευαν ποτέ, πυρπολώντας το κρανίο μου
με καινούργιες περηφάνειες,
γιγάντιες εικόνες τίναξαν στον αέρα
το φτωχό παλαιοπωλείο της μνήμης μου,
μετεωρίτες σαν ολοπόρφυρα πουλιά, σκοτάδια που τραγουδούσαν, τοπεία
 από αιώνια νεότητα --με τούτα τα λαχανιασμένα χέρια
θέρισα
της πρώτης αθωότητας τα γιασεμιά,
 κάτω απ' τα πόδια μου διαβαίνουν οι χιλιετητρίδες, 
ραχητικές βοιδάμαξες
φορτωμένες αγάλματα που πέθαναν,
και φθαρμένα σκηνικά από παλιές επαναστάσεις.


Ενώ σκυφτές στου γαλαξία τις όχθες
πλύστρες με κυκλώπεια χέρια
πλένουν μες στη λάμψη
τα λαρύγγια των ποιητών

Είδα τη μέρα σαν έναν καταράχτη χρυσά νομίσματα
ξεπληρώνοντας κάθε αυγή
όλα τα προαιώνια χρέη,
είδα τη νύχτα σα μια ζάχαρη από πεφτάστερα
να πέφτει μες το γάλα των παιδιών.
Είδα τη ζωή και το θάνατο να ρίχνονται στα ζάρια
στο απερίγραπτο παιχνίδι της αιωνιότητας
Και πάντα ο νικητής ήμουν εγώ. Εγώ που όλα τα γνώρισα
και τ'αγάπησα όλα. Εγώ
που θα ζήσω
και θα πεθάνω.



Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Καντάτα

                         


Καντάτα


ΣΚΗΝΙΚΟ:
Συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης. Αρχίζει να βραδιάζει

ΠΡΟΣΩΠΑ:


Ποιητής: σκυμμένος στο τραπέζι μιας καμάρας γράφει. Φαίνεται όμως πως η έμπνευση είναι δύστροπη απόψε. Πετάει το στυλό και βγαίνει στο μπαλκόνι ν’ ανασάνει λίγο.

Ο άνθρωπος με το κασκέτο: ψηλός, βλογιοκομένος άντρας .

Περνάει συχνά απ’ αυτό το δρόμο, πάντα κατά το ηλιοβασίλεμα - και κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται, ούτε πού πάει. Μόνο τα παιδιά που παίζουν, μόλις τον δουν σταματάνε το παιχνίδι και τον τριγυρίζουν. Εκείνος χαμογελάει. Κάθεται ύστερα σ’ ένα σκαλοπάτι κι αρχίζει κάθε φορά κι απόνα ωραίο παραμύθι. Και τα μάτια των παιδιών, μεγάλα κι ερωτηματικά μέσα στο βράδι, τον κοιτάζουν. Σήμερα θα τους πει μια ιστορία παλιά όσο κι ο κόσμος. Α, ναι – συχνά του αρέσει να μιλάει σε ύφος βιβλικό.


Διάφοροι περαστικοί: αυτός που σφύριζε την Παλόμα, ο άλλος που νόμιζε πως ήτανε σοφός, ένας με μάτια πυρετικά αυτός που βγήκε απ’ το καπηλιό. Ο πιο τρομερός απ’ όλους, ο γέρος με την κρεατοελιά, ένας αγνωστικιστής, αυτός με την κουρασμένη μνήμη, κάποιος που μας έμοιαζε πολύ- άπειροι τύποι σαν την άμμο της θάλασσας και σαν τ’ άστρα τ’ ουρανού. Και σαν τα σκιρτήματα της ψυχής άπειροι.

Χορός: Γυναίκες, δεξιά, μαζεμένες σε μια ξώπορτα κουβεντιάζουν τα δικά τους.

Αριστερά, άντρες, πλάϊ στη σκαλωσιά μιας οικοδομής, λένε ένα τραχύ, δυνατό τραγούδι. Αλήθεια, πού τόμαθαν;





---



ποιητής  Ω αρετή της συγγνώμης, αρετή της υπομονής, αρετή της αυταπάρνησης,  μα πάνω απ’ όλα, υπέρτατη αρετή, σαν τους απλούς ανθρώπους,
 να δέχεσαι υπάκουα , κατανυχτικά, το πέρασμα του χρόνου,
 κατανοώντας αόριστα το βαθύ μυστήριο της αιώνιας κίνησης κι αλλαγής
 και σχεδόν συγκατανεύοντας – σα να σαι λίγο κι εσύ ο δημιουργός του.

Κι α, ποιά άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία
υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,
 απ’ το τραγούδι.

( Κοιτάζει στο βάθος την πολιτεία. )

Το βράδι έπεσε αθόρυβα κι ανέκκλητα
 σαν τη σκιά του αιώνιου χωρισμού πάνω από έναν μεγάλον έρωτα.
 Ανάβουν τα φώτα, οι απίθανες ρεκλάμες στους κινηματογράφους,
οι βιτρίνες με τους απαγορευμένους παραδείσους ,
 μεταξωτά, μισόγυμνα φορέματα με πόδια και κεφάλι
 παριστάνοντας απεγνωσμένα τις γυναίκες, λαχεία, νοσταλγίες,
 τα μπαρ με τα ξένα ονόματα, κι οι τράπεζες που κλείνουν,
 τα σκοτεινά χρηματοκιβώτια σα μεγάλα υδρωπικά φέρετρα
κι οι υπάλληλοι που πηγαινόρχονται πάνω στις άσπρες
και μαύρες πλάκες, σαν τα θλιβερά πιόνια
 σ’ ένα πελώριο φανταστικό σκάκι – αόρατα χέρια
 παίζουν ένα παιχνίδι τρομερό.

« Είναι αργά, αύριο », λέει ο θυρωρός της πολυκατοικίας,
 η γυναίκα κρατάει αγκαλιασμένο ένα παλιό, ξεθωριασμένο εικόνισμα μιας αγίας,
«μα είναι θαυματουργό », κλαίει εκείνη, σ’ έναν κόσμο
που κανείς δεν πιστεύει
κι ο θυρωρός κλείνει τη βαρειά τζαμωτή πόρτα
 κατάμουτρα στις δυο άγιες θλιμμένες γυναίκες. Και πέφτει το βράδυ.

Τυχαίες συναντήσεις, χειρονομίες ανεπαίσθητες, βλέμματα αφηρημένα
 δίχως πρόθεση – μικρές, αόριστες λεπτομέρειες ορθώνοντας σιγά-σιγά
 ένα βαρύ πεπρωμένο. « Αύριο », λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.



Ασήμαντες λέξεις ειπωμένες αδιάφορα
που σε συντρίβουν για πάντα.


Ο άνθρωπος με το κασκέτο

1. Και τις ημέρες εκείνες οι άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες πήραν το έγγραφο της διαταγής.
2. Και πήγαν να τον συλλάβουν.
3. Ήταν δε αυτός άνθρωπος φτωχός, επιγραφοποιός το επάγγελμα.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Kοράσιον ετραγούδαγε

(Παραδοσιακό μικρασιάτικο τραγούδι από την Ύστερη Βυζαντινή εποχή)

Kοράσιον ετραγούδαγε σ' ένα ψηλό παλάτι
κι επήρ' αγέρας τη φωνή στα πέλαγα την πάει.
Kι όσα καράβια τ' άκουσαν όλα πανιά εμαϊνάραν.
[Kι ένα καράβι της φιλιάς, καημένο της αγάπης
ούτε μαϊνάρει τα πανιά ούτε τα παίρνει κάτου
τα μπάσο μούδο τα'ριξε και στη φωνή πηγαίνει.
- Kόρη μ' άλλαξε το σκοπό [και πες άλλο τραγούδι.
- Kαι πως ν' αλλάξω το σκοπό, να πω άλλο τραγούδι,
εγώ κι αν ετραγούδησα για μοιρολόι το 'πα:
έχω άντρα στην ξενιτιά, έχω αδελφό στα ξένα
κι ο άντρας μ' βαριαρρώστησε και γιατρικά γυρεύει,
θέλει νερό απ' τον τόπο του και μήλ' απ' τη μηλιά του,
σταφύλι από το κλήμα του οπο' 'χει στην αυλή του.
Όσο να πάγω για νερό να φέρω και το μήλο,
ο άντρας μου ξαρρώστησε κι άλλη αγάπη πήρε.
Κάνω να τον καταραστώ και πάλι τον λυπούμαι.
Από ψηλά να γκρεμιστεί στα χαμηλά να πέσει
κι γης ξουράφια να γενεί και να τον πετσοκόψει.
Κι εγώ διαβάτης να γενώ κι από 'κει να περάσω.
Καλώς τα κάνετε γιατροί, καλώς τα πολεμάτε,
'κονίστε τα μαχαίρια σας, κόφτε και μη λυπάστε.
Έχω πανί στον αργαλειό σαράντα πέντε πήχες,
τις δέκα τ'ς έχω για ξαντό, τις δέκα για φιτίλι
και τ'ς άλλες τ'ς αποδέλοιπες να δένει τις γιαράδες.