Ακόμα κι οι πιο μεγάλες περιπέτειες πεθαίνουν κι εκείνες άδοξα,
σ' ένα βιβλίο,
στο θλιβερό προάστιο το μικρό κοιμητήρι αχνίζει τα πρωινά σαν ένα τσαγερό,
τα πουλιά διασχίζουν δίχως οίκτο τα γεγονότα
στις απόμερες συνοικίες ξενοδοχεία φθηνά όπου ζευγάρια
ανεβαίνουν, από μια ετοιμόρροπη σκάλα, στα Ηλύσια πεδία
στο σταθμό οι ατμομηχανές ανασαίνοντας βαριά σαν τους εραστές
κι ύστερα στιγμές σιωπηλές που μέσα τους κλαίνε όλα τα λόγια
κι άλλοτε μια αίσθηση ότι κέρδισες το χρόνο σαν μια λέξη ή μια ταπείνωση-
λοιπόν, τι απόμεινε; ένας άλλος έζησε τη ζωή μας κι εμείς τώρα
πρέπει να πεθάνουμε στη θέση του
τραίνα περνάνε το βράδυ μακριά σαν μέσα σε όνειρο και το πρωί
είσαι εξουθενωμένος από τόσους αποχωρισμούς
θυμάμαι, αλήθεια, παιδιά, τότε που τα παιχνίδια μας εξαφανίζονταν μυστηριωδώς,
ξεχασμένα σε εκείνα τα απαγορευμένα βασιλεία που τριγυρίζαμε,
χωρίς κανείς να το ξέρει,
ύστερα αποχαιρετίσαμε την αιωνιότητα και μεγαλώσαμε
κάπου αλλού φταίξαμε κι εδώ κάθε χειρονομία μας είναι και μια τιμωρία-
γνώρισα πολλούς ανθρώπους, τους έβγαλα το καπέλο μου, άνθρωποι
κυριακάτικα θλιμμένοι κάθε Δευτέρα
οι λυπημένοι στρατιώτες έχουν ένα δικό τους τρόπο να συνομιλούν
με το άπειρο
όπως οι τυφλοί που περπατάνε πιο καλά το βράδυ
κι η νιότη μου που φεύγει, όλο φεύγει χωρίς να μ' εγκαταλείπει
ποτέ
σκέφτομαι κάποτε να φτιάξω μια γέφυρα που θα περνάει πάνω απ' τη λησμονιά ή να μιλήσω με τόση αθωότητα που να ξαναβρώ τους γονείς μου κι αφού ο χρόνος είναι τόσο πολύτιμος να
μπορώ να κοιμάμαι όρθιος σαν τους κρεμασμένους
πράγματα ανύπαρκτα ή φανταστικά, όμως όταν κλαίω νοιώθω οτι
όλα υπάρχουν
και κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ' ένα άστρο ή ένα γιασεμί
είμαι μελαγχολικός από ευδαιμονίες απερίγραπτες
είμαι λησμονημένος για να μπορώ να θυμάμαι
ένα μόνο φωτισμένο παράθυρο τη νύχτα κάνει τον κόσμο πιο βαθύ-
έχω έναν απέραντο οίκτο για μας, Άννα, οι πιο καλές μας μέρες τέλειωσαν,
δε θα ξαναγίνουμε ποτέ νέοι-αλήθεια, γιατί
δεν ξαναγίνονται νέοι οι άνθρωποι
γεράσαμε,σε λίγο θα χωριστούμε για πάντα-και δε μας ειδοποίησε κανείς,
αλλά και τι θα 'βγαινε; ίσως βέβαια κάτι κάναμε, ίσως βιαζόμασταν
πιο πολύ, ίσως δε δίναμε τόση σημασία σε πράγματα
που μας πέθαναν γρηγορότερα
ανοησίες! - έπρεπε κι εμείς να πληρώσουμε και ήρθε η ώρα
κι ούτε θα μάθει ποτέ κανείς με πόση εγκατάλειψη έγινε αυτό το
ημίφως που όλα τα συγχωρεί ή με πόση λίγη αθανασία γράφεται
ένα αθάνατο ποίημα.
Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012
Κριτική- Τασος Λειβαδίτης
Ειναι στιγμές που μια μεγάλη περιπέτεια διασχιζει το δρόμο, τρέχω να την προλάβω, σκοντάφτω, οι άλλοι με ποδοπατάνε, ξανασηκώνομαι, αλλά με πιάνει η κακία, "οχι, λέω, θα πάω καλύτερα στον Κύριλλο", πίνουμε τσάι στην κουζίνα και μένουμε αμίλητοι ως το πρωί, - τι άλλο να κάνει κανείς σ΄αυτό τον κόσμο! Κι απόδειξη, τόσοι χρυσοδετοι τόμοι ανιαρής Ιστορίας.
Απογευματινό τσάι-Τάσος Λειβαδίτης
Άλλα γιατί με κατηγορούν για σκοτεινές προθέσεις. Ίσως
γιατί στέκομαι πάντα κάτω από μια μαρκίζα, αλλά δε βλέπουν ότι μια ζωή δεν αρκεί
όταν αρχίζει να βρέχει. Κι αλήθεια τι θα συμβεί αύριο; Τι συνέβη χτες; Πράξεις χωρίς καμιά σημασία
που κάνουν ακόμα πιο βαθύ το μυστήριο κι οι νεκροί μας φεύγοντας άφησαν στην είσοδο αυτή την ακαθόριστη ελπίδα
που κάνει πιο αβέβαιο τον κόσμο. Όλα τόσο θολά, σαν μια συνομιλία σ' έναν πολυθόρυβο δρόμο
«μα δεν ακούς, λοιπόν — δεν ακούς;» «ν' ακούσω τι;»
μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου ν' απομακρύνεται αδιάφορος
κι άλλοτε είδα ανθρώπους πάνω στις έρημες αποβάθρες
να χειρονομούν απεγνωσμένα — ποιόν ειδοποιούσαν; Τι ήθελαν να πουν;
Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
που δεν το θυμάσαι.
Έτσι, παρ' όλο που το σπίτι ήταν άδειο, κανείς δεν ερχόταν, «αλήθεια, πόσος καιρός πέρασε», σκεφτόμουν
και θα πεθάνουμε ολομόναχοι — κι εκείνο το μικρό καράβι που μας
χάρισαν σε κάποια παιδικά γενέθλια
μας πήγε μακριά. (Πότε γυρίσαμε χωρίς να το καταλάβουμε!) Τώρα περιπλανιέμαι σε βράδια που δε θα ξανάρθουν ποτέ ή μένω
κλεισμένος στην κάμαρα μου — μόνο, για το Θεό, μην τραβήξετε την κουρτίνα
είναι ανατριχιαστικό!
«Μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε, είχε πει ο Φίλιππος, αλλά θα 'ναι αργά» και σκέφτηκα τα φαντάσματα
που εμφανίζονται όταν όλα έχουν τελειώσει (κι ίσως για να κρύψουν ακριβώς αυτό).
Άλλα τώρα χειμώνιασε, ας κατεβούμε στην κήπο κι ας θάψουμε τα παλιά χειρόγραφα.
Και κάποτε θα τρομάξεις
όταν καταλάβεις ποιος είσαι.
Κι οι εραστές υστέρα από μια νύχτα απερίγραπτη ξυπνάνε σ' ένα
φτωχό πρωινό του Νοέμβρη ενώ η βρύση στο νιπτήρα στάζει αργά σαν υπόμνηση της μονότονης
διαδοχής των ήμερων. Και πεθαίνουμε στερημένοι σ' έναν παράδεισο από λέξεις.
Κι άξαφνα
έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιστρέψεις, βράδιασε, στη σάλα έχουν ανάψει τα φώτα — στάθηκα στο διάδρομο, είχα ένα σπουδαίο άλλοθι, αλλά το ξεχνούσα την κρίσιμη στιγμή — με κατηγορούσαν ότι συναντούσα, λέει, κρυφά τις σκιές τού παλιού σχολείου
ναι, δεν το αρνούμαι, όμως χυνόταν μόνο το δικό μου αίμα
κι υστέρα τα θλιβερά απογεύματα στέκομαι συνήθως έξω από κάποιο ορφανοτροφείο
κι απορούσα μάλιστα που στα άσυλα μοιράζουν πάντα τόσο νωρίς το δείπνο, ίσως γιατί το σούρουπο είναι μια δύσκολη ώρα
και καλύτερα να 'χει κανείς αλλού το νου του. Έξαλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.
Γι’ αυτό κιόλας μ' αρέσει να χαιρετώ τα πλοία που φεύγουν για τον Άγιο Δομίνικο
ή έφτιαχνα πύργους με παμπάλαιες εφημερίδες που 'γραφαν για μια χαμένη εξέγερση — ποιος τη θυμάται;
κι αυτό το μυστικό που περίμενα χρόνια: κάποιος, λέει, θα με πλησίαζε και θα μου το ‘λεγε ξαφνικά —
έτσι δεν πρόσεξα τίποτ' άλλο στον κόσμο. Κι εσύ, καλέ μου φίλε, μόλις πεθάνω
θα σου γράψω με ειλικρίνεια, θα σου πω για τον άνθρωπο που μ' έφτυσε
για το κονιάκ που μου λείπει, για τα πουλιά το πρωί που με ξαναγυρίζουν στο σπίτι τού παππού.
Κι η Τερέζα κάθε φορά που πίναμε τσάι και μου επέστρεφε το φλιτζάνι, το χέρι
της ήταν ωχρό
απ’ το μακρύ ταξίδι — που είχε πάει και πότε θα γυρίσουν οι νεκροί «δε σέβεστε λοιπόν ούτε το άπειρο;» τραύλισα, γι' αυτό ετοιμάζω
τις αποσκευές μου αλλά δεν απομακρύνομαι — αφού για να γνωρίσεις τον κόσμο αρκεί
εν' ανεξήγητο όνειρο.
Τότε το εκκρεμές άρχισε να χτυπάει κι ακούστηκε η ώρα του αναπότρεπτου
έτρεξα να τους προλάβω στη σκάλα, «κανείς δεν πέθανε, τους λέω, μα όλοι είναι σιωπηλοί μάρτυρες γι' αύριο»
ενώ την ίδια στιγμή «κάπως έτσι θα 'ναι η τιμωρία», σκεφτόμουν — όπως και τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα 'ναι εκεί και θα μας περιμένουν.
Και συχνά τις νύχτες ανέβηκα στις γέφυρες των σταθμών
και κοίταξα τα φωτισμένα τραίνα να χάνονται πέρα στο πουθενά.
Ώ εποχή μου, όλα ειπώθηκαν και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονο του.
Ώσπου σιγά-σιγά το παρελθόν γίνεται όλο και περισσότερο αίνιγμα και το φως της μέρας δεν έχει επιείκεια γι' αυτούς που ενδίδουν κι υστέρα είναι κι εκείνο το επικίνδυνο άστρο μιας αναγνώρισης που
άργησε οι φίλοι που πέθαναν, οι άλλοι που χάθηκαν κυνηγώντας κάτι
άπιαστο
λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο
ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή. Ποιόν θέλουμε να ξεγελάσουμε ή ποιος μας εμπαίζει;
Και καμία φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει βοήθεια ακούγεται απ’ το παρελθόν — ακριβώς γιατί ποτέ δεν το ζήσαμε
ή μας βασανίζουν αναμνήσεις από γεγονότα που δε συνέβησαν ποτέ — αλλά ποιος είναι βέβαιος για το τι συνέβη;
εξάλλου η κάμαρα μου μοιάζει με όλες τις κάμαρες της γης, θέλω να πω πόσο στο βάθος είμαστε άδικοι ή ξένοι.
Ώ, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχρι που δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ' ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.
*Το εργο της φωτογραφίας του Κασιμίρ Μάλεβιτς(Face of a peasnt girl)
Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012
Κι ύστερα άναψε τσιγάρο και νοιώσε ήσυχος
Mην τους αφήνεις σε ησυχία
Ξεφτίλισέ τους
Κουρέλιασε τα ρούχα τους
κι ας τους γυμνούς μεσα στο κρύο
να δουν τι σούκαναν
Χτύπα αλύπητα και σύντριψε
τα επιχειρήματά τους
Πέτα στα μούτρα τους
τις απειλές και τα σκοτάδια τους
Πες τους πως δεν τρομάζεις πια
Βούτηξέ τους
στον ίδιο τους το βούρκο
και πνίξ' τους στα βρωμόνερα
Μαστίγωσέ τους πετροβόλησέ τους
μην τους ανέχεσαι λεπτό,
Τσάκισέ τους,
μην τους ακούς κλείσ' τους το στόμα
όπως στο κλείσανε κι αυτοί
Για τους φόβους σου μιλάω
Εχουν πολλά κορμιά και πρόσωπα οι φόβοι
Χειρότεροι κι απο Λερναίες Υδρες
Γυμνωσέ τους, αποκάλυψέ τους
κι ύστερα άναψε τσιγάρο
και νοιώσε ήσυχος
πως κανεις επιτέλους
ό,τι πρεπει.
Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011
Τείχη - Κ.Π. Καβάφης
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι : τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη.
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
Κ.Π. Καβάφης
Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011
Σημειώσεις σε μια χαρτοπετσέτα στο Charbon-Xuan Bello
Υπάρχει ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού που τον διασχίζουν γαλάζια όνειρα
Oπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ δεν ξέρω ποιος ονειρεύεται ούτε και το μυστικό του
Μονάχα κάποιες σημειώσεις στην πίσω όψη μιας παρατημένης χαρτοπετσέτας
Και αυτό το τόσο τραχύ κρασί που πίνω στα τραπεζάκια έξω στο Charbon
(έχουν περάσει τόσα χρόνια που μοιάζει με όνειρο ή μ' ένα ξεστράτισμα της μνήμης
η ματιά σου να διασταυρώνεται με τη δικιά μου: λευκή ομίχλη πάνω από μαύρο ποταμό)
Υπάρχει και τον διασχίζουν άυπνοι πεζοί ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού
που τον λένε Rue Ménil Montant πολύ κοντά πια στην πόλη των νεκρών
Οριοθετημένη από Αραβες που σπαταλούν τη ζωή τους σε κοινότοπες συζητήσεις
ενώ πίνουν έναν καφέ. Eγώ λέω στον σερβιτόρο: «Αυτό το κρασί είναι πολύ καλό»
Αυτός αποκρίνεται: «Βοσνιακό. Τι περιμένατε;», και στέκει να κοιτά
τον δρόμο που ανηφορίζει αργά και τη σελήνη τόσο διακριτική τέτοιαν ώρα και λέω:
Η πόλη είναι γαλάζια όπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ
Γαλάζια σαν τη σελήνη στον πάτο του ποτηριού της νύχτας
ή σ' ένα πεζό του Βιγιέ ντε λ'Ιλ Αντάμ
Γαλάζιο συμβατικά γαλάζιο όπως τα βάτα στο χωράφι της αποθυμιάς
που με σέρνει ακόλαστο πίσω από τα γοργά και προσεχτικά βήματά σου
ω Παναγιά μου του Θανάτου
Υπάρχει ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού που τον διασχίζουν γαλάζια όνειρα
Oπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ δεν ξέρω ποιος ονειρεύεται ούτε και το μυστικό του
Μονάχα κάποιες σημειώσεις στην πίσω όψη μιας παρατημένης χαρτοπετσέτας
Και αυτό το τόσο τραχύ κρασί που πίνω στα τραπεζάκια έξω στο Charbon
(έχουν περάσει τόσα χρόνια που μοιάζει με όνειρο ή μ' ένα ξεστράτισμα της μνήμης
η ματιά σου να διασταυρώνεται με τη δικιά μου: λευκή ομίχλη πάνω από μαύρο ποταμό)
Υπάρχει και τον διασχίζουν άυπνοι πεζοί ένας δρόμος στην καρδιά του Παρισιού
που τον λένε Rue Ménil Montant πολύ κοντά πια στην πόλη των νεκρών
Οριοθετημένη από Αραβες που σπαταλούν τη ζωή τους σε κοινότοπες συζητήσεις
ενώ πίνουν έναν καφέ. Eγώ λέω στον σερβιτόρο: «Αυτό το κρασί είναι πολύ καλό»
Αυτός αποκρίνεται: «Βοσνιακό. Τι περιμένατε;», και στέκει να κοιτά
τον δρόμο που ανηφορίζει αργά και τη σελήνη τόσο διακριτική τέτοιαν ώρα και λέω:
Η πόλη είναι γαλάζια όπως σ' ένα ποίημα του Απολλιναίρ
Γαλάζια σαν τη σελήνη στον πάτο του ποτηριού της νύχτας
ή σ' ένα πεζό του Βιγιέ ντε λ'Ιλ Αντάμ
Γαλάζιο συμβατικά γαλάζιο όπως τα βάτα στο χωράφι της αποθυμιάς
που με σέρνει ακόλαστο πίσω από τα γοργά και προσεχτικά βήματά σου
ω Παναγιά μου του Θανάτου
από poihshkaipoihtes.blogspot.com
Σουαν Μπέλλο
Εγώ που δεν πιστεύω πια σ' ό,τι γράφω,
Που ψεύδομαι όταν τονίζω τις αποχρώσεις,
σ' αυτό που πραγματικά αξίζει, εγώ, στα είκοσι και κάτι χρόνια
της ζωής μου, στο Οβιέδο, εξηγώ
ότι δικαιώνονται τα πράγματα που φεύγουν,
ο καπνός των τσιγάρων, ο αέρας που ανασαίνω
η ζωή που ξεφεύγει μέσα από τα χέρια μου
σαν το νερό σ' ένα τρύπιο δοχείο.
Εγώ, που αυτή τη νύχτα κρυώνω
και διακρίνω μακρινό, απόμακρο
το φως απ' ένα παράθυρο εκείνου που δεν με περιμένει
εγώ, που έπραξα αυτό που θέλησα
και έπραξα κι αυτό που δεν θέλησα
εγώ με τη μοίρα της αβεβαιότητας
και με παρελθόν τη νοσταλγία
αυτού που ποτέ δεν αντίκρισα.
Στη σιωπή λησμόνησα τη σιωπή.
Στη σιωπή αβέβαιος και σκεπτικός, σκληρός
όποτε κάποιος περιμένει την κουβέντα μου
(εγώ δεν σκέφτομαι τίποτε, κοιτάζω το δώμα, νυστάζω
και ονειρεύομαι απίθανες υπονοούμενες ζωές).
Στη σιωπή σκέφτηκα εσένα, και για σένα,
ζωή μου, γιατί σε χάνω και τραγουδώ
ό,τι πεθύμησα μα δεν έχω.
Εγώ γνωρίζω το φως ενός παραθύρου, νυχτερινού,
και την ύπαρξη καλυμμένη από εκείνο το φως
γλυκιά και ξανθιά σαν τις ηλιαχτίδες μέσα από μια χάντρα.
Εγώ γνωρίζω τον μικρόψυχο χρόνο
και το πόδι που σκοντάφτει στο χαλί
και την ύπαρξη άτοπη, εκτός χρόνου, που μπαίνει μέσα μου
και δεν θέλει πια να βγει. Εγώ, ο Σουάν Μπέλλο,
που πέρασα όλη τη ζωή μου διαβάζοντας βιβλία,
που θέλησα να ζήσω από την άλλη πλευρά του καθρέφτη
(εδώ δεν υπήρχε περισσότερη ζωή),
εγώ που γνωρίζω τη θάλασσα μέσα από τα γραπτά μου
και το φως της ημέρας μέσα από τα γραπτά των άλλων,
υπήρξα ευτυχισμένος και δυστυχισμένος, αγαπήθηκα και αγάπησα
μ' έναν έρωτα που σμίγει βλέμματα και περίσκεψη.
Διασχίζω τον δρόμο και παρατηρώ τα πρόσωπα.
Τα πρωινά, στα μικρομάγαζα του Πουμαρίν
(όπου οι κουβέντες ανταλλάσσονται φειδωλά)
μίλησα ευγενικά, μετρημένα, ρώτησα για τη ζωή που δεν πονά.
Μα το απόγευμα κάλπασε και πέρασαν χρόνια,
Το απόγευμα κάλπασε μέσα στη ζωή μου
σαν γέρικο άλογο που τρέχει για να μη σταματήσει,
το απόγευμα ήρθε με γκρίζα φώτα και δίχως ψιχάλες.
Το απόγευμα έφερε μοναξιά, παλιούς ξαναδιαβασμένους στίχους
παθιασμένους μα τώρα πια προσποιητούς. Μουχλιασμένους παλιούς στίχους που
εδώ επαναλαμβάνω
υποκρινόμενος το πάθος, τον έρωτα, την ύπαρξη αυτών των λέξεων που προφέρω.
Υπήρξαν βαπόρια που έβλεπα στο λιμάνι και που ποτέ δεν μπήκα.
Υπήρξαν έρημοι που διέσχισα, στους χάρτες, με το δάχτυλο.
Υπήρξαν γυναίκες που αγάπησα, από έρωτα βουβό,
και άλλες που προσπέρασαν, χωρίς να με δουν.
Μετάφραση: Β. Ρούβαλη
Ετικέτες
Σουαν Μπέλλο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




