II
Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το
μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
τα χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ' οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι
του Aλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
απ' τον καημό της δύσης.
H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
λεκιασμένη απ' τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο
η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.
Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ' η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.
A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του
καλοκαιριού "κι αυτό θα περάσει"
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ' τα εφτά
σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.
Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.
A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει
το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρό-
φυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ' αστροπερίχυτα περβόλια;
Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το
αλάτι.
Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ' Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο
δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κρι-
θαρένιο τους καρβέλι.
Έλα κυρά με τ' αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ' τα πολλά τα χρόνια -
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατα-
κόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ' η μάνα κάτου απ' τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.
Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού -
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις
πάλι τ' άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και
τ' Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυ-
ρώσει τις δαγκάνες του.
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011
Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου, Ανέκδοτα Ποιήματα
ποιείν
H σάρκα αποχωρίζεται από το σώμα της,
Το σούρουπο, σαν σπόρος εκσφενδονίζεται,
στα ρημαγμένα χωράφια, που αδιάντροπα
χάσκουν αποκαμωμένα.
Τι να θρέψης; Τι να μαζέψεις;
Χρόνια Πολλά..! φώναξε ο αγροφύλακας…
Από το θεωρείο οι νεκροί μειδιούν.
Ε, αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.
Οι νεκροi…Νεκροί..
Οι ζωντανοί ….ηλίθιοι.
2. W.B.Y
Φορούσε ανάποδα τα μάτια, το βραδύ εκείνο
Που ξημέρωσε χωρίς τον ήλιο.
Διάβαζε ακατανόητες λέξεις από παιδικά
Παραμύθια
Κάτω από τις γριές λεύκες, χάραξε με μαχαιριές
το σώμα τ όνομα του
Θελτωρ….θελτωρ….
Η μνήμη των ματιών κορεστηκε.
Οι εικόνες μοιραία εξοστρακίζονται,
Τα πληρωμένα πάθη του, ενα ένα γεμίζουν
ατελεύτητα το κιβώτιο προσφορών.
Θελτωρ….θελτωρ….
Πειρασμός, ουκ εστιν..
3. Ρ.Ε
Το χαμόγελο της, την ώρα που η αγκαλιά
σου, δεν χωρά παρά μόνο εκείνη
Τα μάτια της, που ατενίζουν το κενό με ελπίδα
Δεν αμφιβάλλει, δεν μιλά, δεν αναπνέει…
Τα χέρια παρατημένα στο σώμα, πλήρη από αγάπη
Χορτασμένα, σχεδόν αχρείαστα
..Τα μπράτσα σου αγαπημένε σκιάζουν το φως,
που απροσκάλεστο ξεγελά τις γρίλιες..
Κλείνεις την Νυς στο σώμα σου, κοιτάς με δέος
την ευτυχία ξανά.να Καλπάζει, με το έρεβος
συνεπιβάτη.
4.Α.Ν
Όταν θα έρθω, θα πλυθώ,
να μην σου βρωμούν τα χνώτα
Θα λουστώ κιόλας, μην πληγωθείς
στα κομπιασμενα μου μαλλιά,
Λέω να σου χαρίσω το λουλούδι, που
μάδησα, μόλις χτες, Ίσως, τότε να με θέλεις.
Αν η τύχη το θελήσει, ίσως τότε να δακρύσεις.
5.Εκει
Την άφησα εκεί, στην πόρτα, σχεδόν γυμνή,
να περιμένει.
Έφυγα!
Να γυρίσω ούτε κουβέντα. Δεν το έλπιζα..
Πέρασαν μέρες, μήνες, χρόνια,.
Δυο σκυλιά, ένα γατί και καμπόσα χελιδόνια
Εκείνη αγέρωχη….Εκεί.
Κι ήρθε ο πόλεμος, πολύ το χιόνι και
Ο θάνατος.
Τα δέντρα καήκαν, τα νερά στέρεψαν, κι ο ουρανός
αποχώρησε.
Εκείνη δεν με λυπήθηκε.. και στέκει ακόμα Εκεί.
6.Ωρα 12,00
Αγάπη μου, ήρθε η ώρα.
Σ αποχαιρετώ.
Σηκώνω ψηλά το ποτήρι μου,
γα το ανεξίτηλο ύστατο αντίο.
Μοναδική μου αποσκευή η θύμηση
των φίλιων σου. Θα καρτερώ τον χρόνο
να περάσει, και το Φθινόπωρο, στην Γη
θα τα στρώσω με την πρώτη βροχή
να θρεψουν.
Μην κλαις .Όρκο μην πάρεις. χορό μην χορέψεις
Όταν περιπλανώμενος, πάλι θα επιστρέψω,
κέντησε, στο λαιμό σου, κομμάτι από τον
βράχο που παιδιά, μαζί σκαλίσαμε,.
Εγώ ,μια ανθοδέσμη θα κρατώ, ίδιο χρώμα
με τα φιλιά σου.
7.Γραμμα στον Γιαννη Ριτσο
Που να οδηγούν άραγε, τούτες οι
υγρές πατημασιές, από άμμο και
θαλασσινό νερό σχηματισμένες;
Ποιος, άραγε κρύβει με τα χέρια του
όλα τούτα τα νεκρά, ξεψυχισμένα φύλλα;
Περά για πέρα έως ότου αντέχει το νεφικο να κουβαλά
ο ήλιος καίει σε μια γωνιά τις απαντήσεις.
Αλήθεια, ποιος τολμά να αντιδράσει αλήθεια; ποιος να ζήσει
μπορεί, πέρα από τον ήλιο, πάνω απ τον ήλιο
μέσα στον ήλιο, Χωρίς τον ήλιο;
Αλήθεια, πέστε μου, Υπάρχει κανείς, ανάμεσα
στα φύλλα και τις
υγρές πατημασιές
Βιαστείτε, το νεφικό πλησιάζει. Δεν θα αργήσει,
θα σκεπάσει τον ήλιο.
8. Ταξίδι Ορφανό
Δεν είχα σκοπό να σου μιλήσω, για τις λεμονιές στην Λάπηθο.
Ούτε πάλι για το λαμπυρισμα της θάλασσας, στον κόλπο της Κερύνειας.
Είχα σκοπό, όλα τα μυστικά κι ανείπωτα να σου φανερώσω κι όσο χρειαστεί να καρτερώ τα γιασεμιά στο Bellapais ν ανθήσουν.
Θα σε φιλούσα τότε στα μαλλιά, θα σ έπαιρνα απ το χέρι,
και σαν ιπτάμενος σκιερ, θα σε ταξίδευα πάνω απ τις κόκκινες στέγες,
Τα κρύα νερά που αβίαστα αναβλύζουν ώριμα φρούτα στα δέντρα, τις πατημασιές που χαράζουν το χώμα, τα σκιάχτρα με τα κουρελιασμένα πουκάμισα, και τ αλώνια που ανέμελα τα αγόρια μεγαλώνουν.
9. Το Όνομα
Απόκρυφο τα όνομα, μην το ξεστομίσεις, Χάθηκε.
Ρίξε τα ζάρια, συγύρισε τ άστρα, αλλά κρυφο το όνομα. Κρυφό!
Τ ονομα να λες, με τ όνομα του,
Την γη να φωνάζεις γυναίκα σου,
Τα βουνά να τρομάζεις με ανεμηδες,
Των πόταμων τα νερά θαλασσινά, κι η Αλμύρα αλάτι
να γίνεται ,το αλάτι νερό να μην χορταίνει.
Τ Όνομα όμως Κρυφό, όσο η ζωή που κυνηγά την ζωή,
Κι ο θάνατος τον θάνατο.
Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011
Αλλά σαν έφτασε στο ικρίωμα- Μπρεχτ
Αλλά σαν έφτασε στο ικρίωμα για να τον σκοτώσουν
έφτασε σ'ένα ικρίωμα, που το χαν όμοιοι του φτιάξει.
Ακόμα κι ο μπαλτάς που τον περίμενε
απ' όμοιους του ήτανε φτιαγμένος. Είχανε φύγει μοναχά
ή δεν τους είχαν διώξει, όμως εκεί
μέσα στο έργο τους βρίσκοταν τα χέρια τους. Ως και το φως
στους διαδρόμους που πέρασε για να πάει στο θάνατο
δε θα υπήρχε χωρίς αυτούς. Ακόμα και το σπίτι
απ' όπου τον αρπάξανε, ακόμα κι όποιο άλλο σπίτι.
Γιατί
λοιπόν να 'ναι ολομόναχος, αυτός που μιλούσε για χάρη τόσων
άλλων;
Επειδή
οι καταπιεστές ενώνονται
μα οι καταπιεσμένοι μένουν χωρισμένοι!!!
έφτασε σ'ένα ικρίωμα, που το χαν όμοιοι του φτιάξει.
Ακόμα κι ο μπαλτάς που τον περίμενε
απ' όμοιους του ήτανε φτιαγμένος. Είχανε φύγει μοναχά
ή δεν τους είχαν διώξει, όμως εκεί
μέσα στο έργο τους βρίσκοταν τα χέρια τους. Ως και το φως
στους διαδρόμους που πέρασε για να πάει στο θάνατο
δε θα υπήρχε χωρίς αυτούς. Ακόμα και το σπίτι
απ' όπου τον αρπάξανε, ακόμα κι όποιο άλλο σπίτι.
Γιατί
λοιπόν να 'ναι ολομόναχος, αυτός που μιλούσε για χάρη τόσων
άλλων;
Επειδή
οι καταπιεστές ενώνονται
μα οι καταπιεσμένοι μένουν χωρισμένοι!!!
Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011
Η αγάπη είναι ο φόβος-Μανόλης Αναγνωστάκης
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιος θα' ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.
Μανόλης Αναγνωστάκης
Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951)
Ετικέτες
Αναγνωστάκης
Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011
Άκου...
Άκου το φεγγάρι πάνω στο νερό
Ό,τι σε απορρίπτει
εγκατάλειψέ το
Βγες απ΄ την παλιά σου ύπαρξη
Φύγε απ΄ την πνιγηρότητα
και τα περίτρομα μέλλοντα.
Είναι μαθητεία βάναυση κι αχρείαστη.
Μην της μιλάς καν!
Μπες στο λεωφορείο μιας καινούργιας λαχτάρας
Φόρα λευκό πουκάμισο ξανά
Έτσι αδειανό,
για μιαν άλλη Ελένη
λούσου με μιας καινούργιας πλάνης το νερό,
κι ανοίξου
ανοίξου
ανοίξου
Δεν χρειάζεσαι εισιτήριο
Θα βρεις τον άνεμο στο δρόμο
Ου γαρ έρχεται μόνον το έαρ
Κι ένα λιμάνι λαμπερό
στων άστρων τα βεγγαλικά χαμένο,
μελλούμενο κι αυτό
σε περιμένει.
. .γιώργος σαρρής . .
Ανεβαίνω- Κ.Αθανασούλης
Πάρτε με στην αγκαλιά σας και πέστε μου: είσαι ζαλισμένος.
Βάλτε με να καθίσω με την συντροφιά σας και πέστε μου: είσουν πολύ μοναχός.
Στρώστε μου ένα κρεβάτι με απαλά χέρια και πέστε μου: πολύ κουράστηκες.
Πέστε το ο ένας στον άλλο πως από σήμερα μ'ανεβάζουν τα χέρια σας
σ' ένα φώς που γεννιέται μέσα σε μάτια αποφασισμένα.
Σύντροφοι αυτής της πορείας βγάλτε από μέσα μου
τη λάσπη που η ψυχή μου πατεί, λερώνεται κι αγωνίζεται να ξεπεράσει.
Πιο πέρα είναι ο καλοκαιρινός δρόμος. Λίγο πιο πέρα
ανθίζουν οι ακακίες, τραγουδούν οι σειρήνες. Και μεις βουλώνουμε τα αυτιά μας φοβισμένοι
μήπως χαθούμε μέσα σε μια γλυκιά μουσική.
Εμπρός λοιπόν. Τ' άστρο μου κρέμασε μια αχτίνα. Ανεβαίνω
κρατώντας αυτή τη φωτεινή κλωστή, αιωρούμαι στην αγκαλιά τόσων κινδύνων.
Αν πέσω, ας πέσω, όλα τα χέρια σας ανοιγμένα θα με κρατήσουν και δε θα πεθάνω ποτέ,
μέσα σ' αυτά τα αγαπημένα σας χέρια.
Βάλτε με να καθίσω με την συντροφιά σας και πέστε μου: είσουν πολύ μοναχός.
Στρώστε μου ένα κρεβάτι με απαλά χέρια και πέστε μου: πολύ κουράστηκες.
Πέστε το ο ένας στον άλλο πως από σήμερα μ'ανεβάζουν τα χέρια σας
σ' ένα φώς που γεννιέται μέσα σε μάτια αποφασισμένα.
Σύντροφοι αυτής της πορείας βγάλτε από μέσα μου
τη λάσπη που η ψυχή μου πατεί, λερώνεται κι αγωνίζεται να ξεπεράσει.
Πιο πέρα είναι ο καλοκαιρινός δρόμος. Λίγο πιο πέρα
ανθίζουν οι ακακίες, τραγουδούν οι σειρήνες. Και μεις βουλώνουμε τα αυτιά μας φοβισμένοι
μήπως χαθούμε μέσα σε μια γλυκιά μουσική.
Εμπρός λοιπόν. Τ' άστρο μου κρέμασε μια αχτίνα. Ανεβαίνω
κρατώντας αυτή τη φωτεινή κλωστή, αιωρούμαι στην αγκαλιά τόσων κινδύνων.
Αν πέσω, ας πέσω, όλα τα χέρια σας ανοιγμένα θα με κρατήσουν και δε θα πεθάνω ποτέ,
μέσα σ' αυτά τα αγαπημένα σας χέρια.
Ετικέτες
Κ.Αθανασούλης
Μπρεχτ-'Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι
(Το μεταφερω από σχόλιο της Πολίνας Μοίρα και την ευχαριστώ)
'Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του, «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;».«Σίγουρα» απάντησε αυτός.
«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Οταν π.χ. ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό, γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία μέσα σε αυτές τις κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν π.χ. τη γεωγραφία για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες που θα βρίσκονταν κάπου τεμπελιάζοντας. Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον.
Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ’ όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα από αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θα απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σε αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο.
Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πώς ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θα άρχιζε η αληθινή ζωή.
Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά από αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τα άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα.
Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»
'Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του, «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;».«Σίγουρα» απάντησε αυτός.
«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Οταν π.χ. ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό, γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία μέσα σε αυτές τις κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν π.χ. τη γεωγραφία για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες που θα βρίσκονταν κάπου τεμπελιάζοντας. Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον.
Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ’ όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα από αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θα απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σε αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο.
Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πώς ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θα άρχιζε η αληθινή ζωή.
Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά από αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τα άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα.
Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)