Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Στάθης Κουτσούνης-Ελένη, ενόραμα

Ελένη



καθόταν μόνη στον κοιτώνα
η ακόλαστη σάρκα της συντηρούσε τη μνήμη
και στο μυαλό της έρχονταν
σκηνές από τον πόλεμο
παλικάρια που πέσανε για χάρη της στη μάχη
ήρωες που λιώνανε για ένα άγγιγμα
για μια ματιά της

της άρεσε κι ο Πάρις κι ο Μενέλαος
και τόσοι άλλοι Τρώες και Έλληνες

τώρα καθώς κοιτάζεται γυμνή στον καθρέφτη
ξελιγωμένη απ’ τη λαγνεία
που βράζει αμείωτη στο κορμί της
βλέπει τις ρυτίδες της σαν τύψεις
για τους εραστές που πόθησε
μα δεν την κλέψανε

και ξεσπάει σε λυγμούς
όταν φαντάζεται πόσες ακόμη Τροίες
θα μπορούσε η αχαλίνωτη
μανία της να κουρσέψει




ενόραμα
χτυπά μεσάνυχτα η πόρτα του στάβλου της
και μπαίνει αποφασισμένος


σε θέλω της είπε και της πρόσφερε
ανθοδέσμη από τριφύλλι

η αγελάδα ξαφνιάστηκε
μισό λεπτό καθίστε ψέλλισε
κι έσπευσε στο λουτρό κολακευμένη
για να βάλει λίγο κραγιόν

αμέσως έπειτα τον άκουσε να λέει
λόγια τρυφερά και παθιασμένα
για την ξεχωριστή περπατησιά της
το συνεσταλμένο βλέμμα της
για το χνότο της που ονειρευόταν μήνες
να τον ζεσταίνει τις νύχτες του χειμώνα
της εξομολογήθηκε πως γούσταρε
ν’ αρμέγει με το στόμα τα μαστάρια της
πως λύσσαγε να γλείφει σαν λουκούμι
τα πλούσια πισινά και τα λαγόνια της
ή να ρουφάει από τα πόδια της το κότσι

προς τα χαράματα την είχε καταφέρει
έπεσαν και παλέψανε άγρια στον αχυρώνα
λιγωμένη εκείνη από τη γλύκα της γλώσσας

σε λίγο ένιωσε μέσα της το μόριο του
μαχαίρι ακονισμένο να τρυγάει τα σωθικά της
να την κόβει αλύπητα ως το κόκαλο

όταν ξημέρωσε κρεμόταν κομματιασμένη
στη βιτρίνα του κρεοπωλείου
και στο βάθος του αίματός της
άκουγε τον Χασάπη να την κολακεύει ακόμη
στους λιμασμένους του πελάτες