Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Οδ.Ελύτης- Το μονόγραμμα


Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο


Ι

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός


Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

II

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική


Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.


III

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά


Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά

Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

IV

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς

Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει


Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;

Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.

V

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας
τον καλπασμό



Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι


Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης


Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.

VI

Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας

Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!


Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο

Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί 
δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!


VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Η επαναστατική τέχνη ως συνείδηση της εποχής





Η επαναστατική τέχνη ως συνείδηση της εποχής(Κείμενο ομιλίας στην παρουσίαση του βιβλίου του Η.Κακαβάνη, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», Θεσσαλονίκη 21/4/13)

Περικλής Παυλίδης*

Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης» είναι ένα πολύ φροντισμένο πόνημα το οποίο εξοικειώνει τον αναγνώστη με τη γενική πνευματική διαδρομή του ποιητή φωτίζοντας συνάμα κρίσιμες στιγμές της και αποκαλύπτοντας ουσιώδεις πτυχές της προσωπικότητάς του, πράγμα που επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το περιεχόμενο του έργου του.
Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια η σημασία της ενασχόλησης στις μέρες μας με το έργο του Βάρναλη, τι δικαιώνει το ενδιαφέρον για ένα τόσο αδιαμφισβήτητα στρατευμένο κομμουνιστή διανοητή.
Εκκινώ από την άποψη ότι η τέχνη συνιστά διαγενεακή επικοινωνία των ανθρώπων μέσω αισθητικών μορφών, οι οποίες μεταδίδουν και γεννούν συναισθήματα και σκέψεις. Σ’ αυτή όμως την επικοινωνία επιβιώνει διαχρονικά και διασώζεται ό,τι έχει καθολική σημασία για την ανθρωπότητα, για τις ανάγκες και προοπτικές της.
Για να αποκτήσει καθολική σημασία το έργο ενός δημιουργού, το οποίο ωστόσο αναπόφευκτα εντάσσεται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, θα πρέπει να αναδεικνύει τα πλέον θεμελιώδη για την ανθρωπότητα ζητήματα της εποχής, αυτά που διαμορφώνουν τον ανθρώπινο κόσμο και καθορίζουν την εξέλιξή του, να αποτελέσει δηλαδή συνείδηση της εποχής, και να το κάνει μάλιστα χρησιμοποιώντας μορφολογικά άρτιους τρόπους, λειτουργώντας βάσει των νόμων της αισθητικής ικανοποίησης.
Ο Βάρναλης υπήρξε εκπληκτικός τεχνίτης του λόγου. Ο στίχος του καλοδουλεμένος και ακριβής συνδυάζει την διεισδυτική κριτική ματιά με την καυστικότητα, την ειρωνεία και τη χλεύη. Συνάμα μας παρουσιάζει υπέροχα δείγματα λυρισμού.
Αυτό όμως που θα σημαδέψει το έργο του είναι η σπουδαία επιλογή ζωής, να ταχθεί με το μέρος του εργαζόμενου λαού σε μια εποχή μεγάλων επαναστατικών εγχειρημάτων.
Ο Βάρναλης ήταν από τους πρώτους διανοούμενους που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Υπήρξε πρωτοπόρος της ελληνικής επαναστατικής διανόησης, προτάσσοντας το νέο κοσμοϊστορικό ιδεώδες με απαράμιλλο ενθουσιασμό και ιδεολογική μαχητικότητα. Έργα του όπως «Το φως που καίει», «Ο λαός των Μουνούχων» και «Σκλάβοι πολιορκημένοι», αποτελούν λογοτεχνικό μανιφέστο του ιστορικού υλισμού.
Αυτή η επιλογή του ποιητή του επέτρεψε να βρεθεί στο ύψος της εποχής, να διαβεί το δρόμο σκληρών και κρίσιμων κοινωνικών αγώνων, ο οποίος συνάμα οδηγούσε σε γόνιμες πνευματικές αναζητήσεις και δημιουργικές καλλιτεχνικές υπερβάσεις.
Στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ο αστικός κόσμος με τα δικά του ιδεώδη της δικαιϊκής ελευθερίας και ισότητας και της εθνικοπατριωτικής αδελφοσύνης είχε ήδη εξαντλήσει την προοδευτική ορμή του, αποκαλύπτοντας με φρικτό τρόπο το πραγματικό του πρόσωπο, στέλνοντας εκατομμύρια ανθρώπινων ψυχών στην κρεατομηχανή του 1ου παγκόσμιου πολέμου (στην Ελλάδα επιπροσθέτως των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας).
Η διανόηση που παρέμεινε εγκλωβισμένη στα αστικά ιδεώδη βρέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μακριά από τα κρίσιμα ζητήματα της κοινωνικής προόδου ή και σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες προς αυτή.
Η διανόηση που αισθάνθηκε την παρακμή της αστικής κοινωνίας αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει προοπτικές χειραφέτησης και να αφοσιωθεί σ’ αυτές επίσης βρέθηκε στο περιθώριο της ιστορίας.
Από αυτή τη σκοπιά παρουσιάζει ενδιαφέρον η σχέση του Βάρναλη (την οποία αναδεικνύει επαρκώς ο Ηρακλής Κακαβάνης στο βιβλίο του) με διανοητές όπως ο Καβάφης, ο Παλαμάς και ο Δελμούζος, οι οποίοι υιοθέτησαν διαφορετικές ή και αντίθετες στάσεις απέναντι στην εποχή τους εν συγκρίσει με αυτή του ποιητή.
Δέον να τονιστεί ότι αυθεντικός και μαχητικός ανθρωπισμός στον 20ο αιώνα μπορούσε να υπάρξει μόνο μέσα από την προλεταριακή θεώρηση του κόσμου και τον αγώνα για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.
Η κοινωνική στάση του Βάρναλη τον ώθησε να δει τη ζωή από τη σκοπιά των υφιστάμενων την ταξική εκμετάλλευση, των φτωχών, των ταπεινών και καταφρονεμένων. Έτσι κατάφερε να αντιληφθεί το μόχθο και τη δυστυχία τους, (αυτά που πολλοί διανοούμενοι της εποχής κοιτούσαν αλλά δεν έβλεπαν) και να γίνει με το έργο του η φωνή τους.
Ο Βάρναλης πολεμά με πάθος και πείσμα τον κόσμο της αδικίας. Αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο των αφεντάδων της ζωής, των εκμεταλλευτών εργασίας, αυτών που χτίζουν την ευτυχία τους πάνω στα κόκαλα του λαού, χρησιμοποιώντας βία και απάτη.
Ο Βάρναλης αγαπά το λαό και γι’ αυτό δε τον κολακεύει. Αντιθέτως τον επικρίνει για τη δειλία, τη μοιρολατρία και τη μικροψυχία που συχνά τον διακρίνουν. Ο λαός κουβαλάει μέσα του όλη τη σαπίλα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Είναι ο «καλός λαός», αυτός που φρόνιμα και ταχτικά πάει με κείνον που νικά, είναι ο λαός των μοιραίων οι οποίοι, ενώ έχουν στερηθεί ό,τι όμορφο υπάρχει στη ζωή, εκτονώνονται με υποκατάστατα ευτυχίας, περιμένοντας κάποιο θαύμα.
Ο λαός μπορεί να προδώσει. Όπως σπαρακτικά αναφωνεί η βαρναλική Παναγία: Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Ο ποιητής γνωρίζει καλά ότι ο λαός υφίσταται κάθε μορφής πνευματική χειραγώγηση και καταγγέλλει με καυστικό τρόπο την απύθμενη υποκρισία όλων εκείνων των απολογητών της ταξικής κυριαρχίας, οι οποίοι διδάχνουν την αγιότητα της σκλαβιάς και της πείνας ώστε να μπει ρυθμός και τάξη στο μυαλό και στην ψυχή των αδικημένων και να ζητάνε μοναχοί τους ν’ αδικιούνται – για το καλό τους.
Ο Βάρναλης με το καθαρτήριο φως της σκέψης και του λόγου του αντιμάχεται τα ιδεολογικά φαντάσματα του κόσμου της εκμετάλλευσης, της καθημερινής ψευδούς συνείδησης, τα οποία ηγεμονεύουν το μυαλό και τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου. Το έργο του λειτουργεί ως νυστέρι που αποκαλύπτει τις θεμελιώδεις πλευρές της κοινωνικής αδικίας.
Γράφει στο «Λαό των μουνούχων»: απόχτησε σε μια-δυο γενιές νομιμότητα και κάποια ιερότητα. Ήταν η ιδιοκτησία. Κανένας δε θυμόταν, πως ήταν κλεμμένη.
Σπάνια μπορεί κανείς να συναντήσει τόσο οξυδερκή και κριτική στάση απέναντι στη θρησκεία, στην ισχυρότερη δηλαδή μορφή πνευματικής υποδούλωσης, η δύναμη της οποίας πηγάζει από όλη τη συσσωρευμένη στους αιώνες αδυναμία και απελπισία των ανθρώπων αναφορικά με το εφικτό της χειραφέτησής τους σε αυτό τον κόσμο και με τις δικές τους δυνάμεις.
Στους λίγους δόθηκεν η Γη, στα πληθ’ οι Ουρανοί
δεν είν’ αξιότερο αγαθόν απ’ την υπομονή.
Συνάμα περιβάλλει με ιδιότυπο σεβασμό τις θρησκευτικές μορφές του Χριστού και της Παναγίας, όχι γιατί εισάγει κατά λαθραίο τρόπο στοιχεία θρησκευτικότητας στο έργο του, αλλά γιατί κατανοεί πολύ καλά ότι με τα σύμβολα του «θείου δράματος» εκφράστηκε το ανθρώπινο δράμα (πόσο Χριστέ σουν άνθρωπος, αναφωνεί η Μαγδαληνή), αλλά και η φαντασιακή αναζήτηση διεξόδου και λύτρωσης από την επίγεια μάβρη Κόλαση.
Είναι εξαιρετικά θαρραλέα και επαναστατικά συνεπής η στάση του Βάρναλη απέναντι στην έννοια του έθνους, αυτή τη λατρεμένη ιδέα της αστικής τάξης, πίσω από την οποία έκρυβε όλη την ταξική ιδιοτέλειά της, αξιώνοντας από τους ταπεινούς και καταφρονεμένους να χύσουν το αίμα τους στο όνομά της, αυγαταίνοντας συνάμα τον πλούτο των αφεντικών τους.
Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
χωρίς πατρίδα, πάντα «οχτροί και μούλοι
Ο Βάρναλης ειρωνεύεται και καταγγέλλει και την κομφορμιστική συνείδηση των διανοουμένων, η οποία καταφεύγει σε κόσμους φανταστικούς για να κρυφτεί σε αυτούς, φτιάχνοντας ένα ωραίο ιδανικό, αδιάφορο όμως για τις ανάγκες των ανθρώπων.
Ξεσκεπάζει τις ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας της τέχνης και της συνείδησης: Όσο το σώμα θ’ ανήκει στον Καίσαρα θαν του ανήκει μαζί κι ο νους κ’ η ψυχή.
Ο Βάρναλης πιστεύει βαθύτατα στη δύναμη του λαού και στην ιστορική προοπτική της χειραφέτησής του. Το έργο του είναι ιστορικά αισιόδοξο. Ο λαός θα νικήσει όλα τα φονικά ρηγάτα και θα θεμελιώσει το βασίλειο της Δουλειάςτης Πανανθρώπινης Φιλιάς.
Ο ποιητής παρακινεί το θύμα και το ψώνιο να φέρει ανάποδα τον ντουνιά.
Τα λόγια του Βάρναλη ηχούν σαν αγέρωχο επαναστατικό προσκλητήριο, συνιστούν σάλπισμα εξέγερσης:
Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Ο ποιητής αναφέρεται στην προοπτική ενός λεύτερου κόσμου κι αυτό είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει στο έργο του. Η δύναμη και η κοινωνική σημασία της τέχνης όπως και η δύναμη της ανεπτυγμένης-καλλιεργημένης συνείδησης, εν γένει, καθορίζονται από τη στάση απέναντι στην προοπτική, από την ικανότητα κατανόησης και ανάδειξης της προοπτικής, αυτού δηλαδή που δεν μπορεί να διακρίνει ο καθημερινός κοινός νους των απλών ανθρώπων.
Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής, επιχειρεί να στρέψει το βλέμμα των ανθρώπων του εργαζόμενου λαού στην αισιόδοξη προοπτική ενός όμορφου χειραφετημένου κόσμου, στον οποίο οι προλετάριοι έχοντας απαλλοτριώσει τους απαλλοτριωτές τους προσοικειώνονται όλα τα θαυμαστά επιτεύγματα του πολιτισμού:
η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμένα ως χτες
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές
… …
Όλα σου τέχνη τα καλά και τα μεγάλα δώρα
σα να ναι μια τα χαίρεσαι ψυχή παγκόσμια τώρα
Και η λευτεριά είναι καθολική-πανανθρώπινη: όμοια λεύτερη όλη η πλάση στον αγώνα του καλού.
Πολλοί ικανοί διανοούμενοι εμφανίστηκαν στον 20ο αιώνα. Όμως μόνο άνθρωποι σαν τον Βάρναλη στάθηκαν στο ύψος της κοινωνικής ανάγκης και της συνειδητής οργής, σήκωσαν την ιστορία στους ώμους τους, φώτισαν το δρόμο της ανθρώπινης προσπάθειας για λύτρωση, για καλύτερο αύριο, έγιναν οι οδηγητές του λαού στα μεγάλα επαναστατικά του σκιρτήματα.
Ο Ρίτσος αποτιμά με τον ακριβέστερο τρόπο το έργο του Βάρναλη γράφοντας το 1956 στην τότε Αυγή:
Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας
με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου
σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει.
Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή δίπλα στ’ αφτί
για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω απ’ τα τείχη
τη στρογγυλή βουή του ιστορικού αναπότρεπτου ήλιου.
Αυτό τον ήλιο μας έδειξες.

Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής, είναι καθολική και συνεπώς διαχρονική, αφενός γιατί οι λογαριασμοί που άνοιξε ο 20ος αιώνας με τον καταστροφικό κόσμο του κεφαλαίου δεν έχουν κλείσει ακόμα, αφετέρου γιατί τα ιδανικά και η προοπτική που υπηρέτησε συνάπτονται με το πιο σημαντικό και αυθεντικά καθολικό ζήτημα της ιστορίας, με τον αγώνα για τη χειραφέτηση της εργασίας και την κομμουνιστική ενοποίηση της ανθρωπότητας.
Ως εκ τούτου το έργο του Βάρναλη ανήκει οριστικά στο μέλλον.
*επίκουρος καθηγητής ΑΠΘ

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Μανόλης Αναγνωστάκης -Οι στίχοι αυτοί ,Δρόμοι παλιοί, Όταν μιαν άνοιξη


Δρόμοι παλιοί 

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα

Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ

Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα του πόθου μου

Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος κρατώντας

Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.



Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανέναν κι ούτε

Κανένας με γνώριζε





Οι στίχοι αυτοί 


Οι στίχοι αυτοί, μπορεί και νά ναι οι τελευταίοι

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δεν ζούνε πια

Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς οι νέοι


Όταν μιαν άνοιξη 

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
 θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
και θα ’ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου 
 παλιέ μου φίλε

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις 
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, 
πικραμένη σου μνήμη

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας, 
 ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας 
 και τα όνειρά μας

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες 
 μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου 
 παλιέ μου φίλε

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

H ομιλία του Γ.Σαρρή στην παρουσίαση του βιβλίου "Ο άγνωστος Βάρναλης και 10 αδημοσίευτα ποιηματά του" στη Θεσ/νίκη



O Κ.Βάρναλης ήταν υλιστής.
Δεν πίστευε στην "αιώνια ζωή"
Με την Τέχνη του αποφάσισε να υπηρετήσει το λαό.
Το λαό που γνώρισε στις γειτονιές, τα χωριά και τις πόλεις του καιρού του.
Φυσικά ήξερε και αυτός, ειδικά αυτός, όπως και οι άλλοι μεγάλοι ποιητές, ότι η γλώσσα αλλάζει και εξελίσσεται.
Δεν τον ενδιέφερε όμως αν η επιλογή του να μιλήσει με τη λαική γλώσσα του καιρού του, μπορεί να του στοίχιζε την ποιητική του αιωνιότητα. Είχε περισσότερο από όλους τους άλλους υπερβεί την συνηθισμένη ματαιοδοξία που βρίσκει κανείς ακόμη και στους καλύτερους. Κέντρο της σκέψης του και των όσων έκανε δεν ήταν ο εαυτός του, αλλά ο σκοπός που είχε αποφασίσει να υπηρετήσει. Και αυτό που επιδίωξε σε όλη του τη ζωή σαν ποιητής και δάσκαλος ήταν να δώσει στο λαό όπλα εκφραστικά για να τον βοηθήσει να ανέβει στο ύψος που του αξίζει.
Κι όμως αυτή ακριβώς η επιλογή του 'ήταν ένα ακομα στοιχείο που τον τοποθετεί στην κορυφή των λαικών καλλιτεχνών, που με κάθε θυσία έβαλαν τον εαυτό τους και την Τέχνη τους, στην υπηρεσία των "τυραγνισμένων" και όχι των τυράννων.
Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα της ομιλίας που έκανα στη Θεσ/νίκη.
Ελπίζω να κατάφερα να το κάνω κατανοητό.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Γιατί μ’ αγάπησες-Μαρία Πολυδούρη



Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Mπ. Μπρέχτ :Κουράστηκες...



Ακούμε: δε θέλεις πια να δουλέψεις μαζί μας.

Γονάτισες, δε μπορείς άλλο να τρέχεις.

Κουράστηκες, δε μπορείς πια να μαθαίνεις καινούργια.

Ξόφλησες: Κανείς δε μπορεί να σου ζητήσει να κάνεις πια τίποτα.

Μάθε λοιπόν: εμείς το ζητάμε.

Σαν κουραστείς κι αποκοιμηθείς κανείς δε θα σε ξυπνήσει πια να πει:

σήκω το φαΐ είναι έτοιμο.

Γιατί να υπάρχει έτοιμο φαΐ;

Σαν δεν μπορείς άλλο να τρέχεις,θα μείνεις ξαπλωμένος.

Κανείς δε θα σε ψάξει για να πει: “έγινε επανάσταση, τα εργοστάσια σε περιμένουν”.

Γιατί να ’χει γίνει επανάσταση;

Όταν πεθάνεις θα σε θάψουν,είτε φταις που πέθανες, είτε όχι.



Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες. δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.

Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.

Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.Ήλπιζες τι;

Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;

Δεν είν’ έτσι.Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.

Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο δεν έχουμε ελπίδα.

Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει θα χαθούμε.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.

Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του, οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.

Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.


(μας το θύμισε το erodotos)