Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Γιώργος Φαρσακίδης-Μακρόνησος


Συγκλονιστική περιγραφή- αφήγηση της κόλασης της Μακρονήσου με σχέδια και κείμενα από το Μακρονησιώτη Γ.Φαρσακίδη στο βιβλίο του "ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ".


Η «υποδοχή» μας, στις πύλες του Α.Ε.Τ.Ο.  Ε.Σ.Α.Ι. 
Οι χωροφύλακες αμίλητοι. Μας μετράνε, παραδίνουν τους καταλόγους κι απομακρύνονται βιαστικοί. Από σήμερα σας παραλαμβάνει ο στρατός! βρυχάται το μεγάφωνο, θα περάσετε καλά...

Ολη η φάλαγγα δέκα βήματα εμπρός. Κλίνατ' επ' αριστερά!
Στα δεξιά του δρόμου, ως τη θάλασσα, χέρσο, ξερό απλώνεται το ίσιωμα. Μπροστά μας, ξεχωρίζουνε οι επίσημοι κι ένα γύρω σειρές - σειρές αλφαμίτες, ακίνητοι, βλοσυροί. Πλάι σε ρασοφόρο, ο διοικητής Βασιλόπουλος. Ο λόγος του σύντομος, ειρωνικός: Δεν είναι Νταχάου εδώ, όπως σας είπανε... Για όσους θα γίνουνε Ελληνες.
Κοιτάει το ρολόι του: Εχετε πέντε λεπτά να σκεφθείτε.
Μετά κάποιος μιλάει, ο παπάς νομίζω, για τις «ανοιχτές αγκαλιές της πατρίδος», την «εθνικήν κολυμβήθραν», για μας, τα «παραστρατημένα παιδιά», για το «σκληρό τιμωρό χέρι».
Το μεγάφωνο, ξερό, μεταλλικό, ξερνά ανάκατα απειλές κι υποσχέσεις: Οσοι συμφωνούν, να προχωρήσουν τέσσερα βήματα εμπρός. Βγαίνουνε. Δυο, τρεις, τέσσερις. Βαριά γύρω μας η βουβαμάρα.
Ακόμα ένας. Τα λεπτά περνούν, η προθεσμία τελειώνει. Κανείς! Κανείς!
Οι αλφαμίτες να εκτελέσουν το καθήκον που τους ανέθεσε η πατρίδα. Οι άσπρες ζώνες κινήθηκαν σε παράταξη μάχης. Οπλα τους, κασμαδόξυλα, μπαμπού, σιδηρογωνιές. Οι πρώτοι χτυπημένοι, το πρώτο αίμα.
Η μάζα πισωγυρίζει κατά τη θάλασσα. Σιγά στην αρχή, σφιχτοδεμένη. Μετά σπάει, ξεχύνεται αγριεμένο κοπάδι. Ποδοβολητό, ουρλιαχτά, βλαστήμιες μπερδεύουν με θούρια κι οδηγίες. Πασχίζουν να ξεμοναχιάσουν, να διαλυθούνε το μπουλούκι. Σαν το κατορθώσουν, σκορπά ο κόσμος και ξανασμίγει σ' άλλες ομάδες μικρότερες. Και ξανά και ξανά.
Ασυναίσθητα τότε, κολλάς, γαντζώνεσαι σ' άλλους, να χωθείς μέσα, να γίνεις ένα μαζί τους. Οι ριπές αγριεύουν πιότερο ακόμα. Καμπόσοι πέφτουν στους βράχους, στη θάλασσα. Εκεί μες στα βράχια τους ψαρεύουν και τους τελειώνουνε. Ολο πιο αριές, πιο λιγοστές οι ομάδες.Τρέχεις, πηδάς, σαν τ' αγρίμι, πέρα-δώθε. Πάν' απ' τα βράχια, τα πεσμένα κορμιά. Για πόσο; Πιάστηκε η ανάσα, τα πόδια κόπηκαν. Κι άξαφνα, συνειδητοποιείς τρομερή την αλήθεια: Εμεινες μόνος! Από τώρα και μπρος νιώθεις την ευθύνη να σε βαραίνει προσωπικά. Θα την αντιμετωπίσεις σαν άτομο, φάτσα με φάτσα.

Το χτύπημα από τα πλάγια, απρόσμενο, δυνατό, και κάτι στο πρόσωπο σαν ανάσα καυτή.
Σκόνταψα, πέφτω... Νιώθω τα δάχτυλά μου γατζωμένα σ'ένα κορμί ζεστό, ακίνητο.
Τα βήματά τους.... Μ' αναποδογυρίζουνε βλαστημώντας, μ' ανασηκώνουν τραβώντας απ' τα μαλλιά.
Για λίγο τα μάτια μισανοίγουνε μόνα τους, όσο να προλάβεις να δεις τις ιδρωμένες, αγριεμένες τους φάτσες. 
Η αρχή του τέλους. Τα χτυπήματα βαριά, στο κορμί, στο κεφάλι. Δεν πονάνε, ζαλίζουν. Ένα, δύο, τρία. Ένα κόκκινο σύννεφο.
Ωστόσο ακούω ακόμα, νιώθω, σκέφτομαι: Καλύτερα έτσι, ναι, στο κεφάλι, να τελειώνουμε.
Μετα ένας πόνος αβάσταγος τρυπάει τον ώμο. Πονάω, πονάω πολύ...


Ζω!. Πόση ώρα νά' χω πεσμένος; Ο ήλιος κατάφατσα τσουρουφλάει. Στο πρόσωπό μου πηγμένο το αίμα, με δυσκολεύει να δω. Με κόπο μισανοίγω τα μάτια. 
Πλάι μου κι άλλοι ακίνητοι, αραδιασμένοι στο μήκος του δρόμου.  Λίγο πιο μπρος δυο ποδάρια ξυπόλητα τινάζονται σε σπασμό. Ξεχωρίζω το σκουροκόκκινο με ρίγες μπουφάν. Και βέβαια είναι... το Μανιατάκι της γειτονικής μας σκηνής. Θα πρέπει να ξεψυχά. 
Έρχονται. 
Δοκιμάζουν μ'αναμμένο τσιγάρο, στραμπουλάνε τα χέρια, μερικές στα πόδια, στα πλευρά. 
Να διαπιστώσουν αν ζω. Μετά κάπου με σέρνουν απ' τα ποδάρια. 
Συνέρχομαι στο καμιόνι. Φίσκα από κορμιά στοιβαγμένα ανάκατα.
Μες στον ιδρώτα, τη σκόνη, το αίμα. Μπρούμυτα κι ανάσκελα, σπαρταράνε ή μένουν ακίνητα ή βογκάν ή σωπαίνουν. Και συ, ένα μαζί τους, στην "Εθνικήν Κολυμβήθραν!"



Υ.Γ. Με το Γ.Φαρσακίδη θα έχω την τιμή να κάθομαι στο ίδιο τραπέζι, συμμετέχοντας στην παρουσίαση του καταπληκτικού βιβλίου του Ηρ. Κακαβάνη "Ο άγνωστος Βάρναλης" στη Θεσσαλονίκη στις 21 Απριλίου.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Μανώλης Αναγνωστάκης -Σκυφτοί περάσανε...




ΣΚΥΦΤΟΙ ΠΕΡΑΣΑΝΕ…


Σκυφτοὶ περάσανε καὶ φύγανε, δειλοί, μ’ ἕναν ἴσκιο
στα μάτια
Οὔτε ἕνα μαντήλι ἀνεμίσανε –ξέραμε τὸ χαιρετι-
σμό τους-
Ἡ σκόνη μπῆκε στὰ σπίτια μας ἀπὸ τὰ πέταλα
των ἀλόγων
Φτάνουνε τόσο μικρὲς οἱ ἐποχὲς ποὺ δὲν ἔχουν τὸν
καιρό νὰ φωτίσουν τὴ σιωπή μας.
Εἶναι ποὺ ὅλοι οἱ χειμῶνες περάσανε καὶ διάβα-
στήκαν ὅλα τὰ βιβλία
Σὰν τὶς διαβατικὲς γυναῖκες ποὺ παραλλάζουνε τ’
όνομα.
Ἐμεῖς πιστεύουμε ἐκεῖ ποὺ ἕνας ἄλλος θὰ τ’ ἀπὸ-
διωχνε σὰν ἕνα ὄνειρο κακὸ
Σὰ μία νεροποντὴ ποὺ τὸν βρῆκε στὴ μέση του κάμπου
Σὰ μία φρικτὴ περιπέτεια ποὺ ξεβιδώνει τὸ λογικὸ
του
Ἡ μνήμη τοὺς εἶναι τὸ πόδι ποὺ νοσταλγέι ὁ ἀνὰ-
πηρος
Εἶναι ἡ σπασμένη θερμάστρα στὸ γεναριάτικο δῶ-
μάτιο
Εἶναι τὰ φύλλα ποὺ στοιβάζονται καὶ ξεθωριάζουν
στὸ συρτάρι.

Ἀκούοντας τὰ παιδιὰ νὰ τραγουδοῦν στὸ δρόμο ξὲ-
νοιαστα
Σκεφτόμουν ἂν αὐτὸ στ’ ἀλήθεια εἶναι ἡ προϋπὸ-
θεση τῆς γαλήνης
Μίας κάποιας ἀνάπαυλας μὲ μόνη τὴν εὐθύνη της
αδιαφορίας
Ἢ μήπως ὅταν οἱ στρατιῶτες ἐπιστρέφουνε μὲ τὲ-
λευταίαν ἐλπίδα
Ἕνα λευκὸ σεντόνι χωρὶς αἷμα, ὅταν ὁ ταξιδιώτης
Ἀκούει τὰ μακρυσμένα βήματα τοῦ γέρικου πιστοῦ
του σκύλου.
Ὅμως μία μέρα φτάνουν ὅλα χωρὶς τὴν ἁρμονία
της διαλογῆς
Δὲν προφταίνουμε ν’ ἀγαπήσουμε ἕναν ἄνθρωπο κι
ὕστερα τὸν χάνουμε
Πεθαίνει μία μέρα καὶ μαθαίνεις τὸ θάνατό του
απ’ τὶς ἐφημερίδες
Φεύγει –«τελείωσαν ὅλα»- κι ἐσὺ δὲν ἔχεις ἀκὸ-
μὰ γνωρίσει τὴν ἀρχὴ
Ψάχνεις μία θύμηση μαζί του (…τὸ τελευταῖο βρὰ-
δυ ποὺ βρεθήκαμε στὸ καφενεῖο Φ…)
Δὲν ξέρεις ποιὰ ζωὴ σ’ ἀξίζει καὶ ταξιδεύεις ἃ-
σκοπα.
Ἅ! πῶς ψεύτισαν ὅλα! Ἀφήσανε στοὺς δρόμους
τὰ χαλάσματα δὲν τὰ προσέχει πιὰ κανεὶς
Σέρνονται τὰ παιδιὰ ξυπόλυτα οὔτε ποὺ τὰ γνωρὶ-
ζουν οἱ μανάδες
Στοὺς τάφους τὰ λουλούδια μαραθήκανε καὶ τὰ
σαπίζει ἡ βροχὴ
Τὰ σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία
ξεδοντιασμένα
Δείχνουνε τὶς πληγές στὰ στήθια τους καὶ ζητια-
νεύουν τὰ κορίτσια
Τὰ κάρα βούλιαξαν στὴ λάσπη καὶ πεθάναν οἱ ἅμα-
ξάδες
Κι οἱ μαστροποὶ ποιητὲς βουβοὶ τρέμαν τὶς νύχτες
στα κατώφλια.
Μία μέρα φτάνουν ὅλα χωρὶς τὴν ἁρμονία τῆς διὰ-
λογής
Ἀξίζει τέλος νὰ σταθεῖς τύψη μὲ τύχη
-Καί, Θέ μου, πόσος λυρισμὸς μέσα στὸ ἀνέκφραστο
Κι εἶχα μέσα μου ἀκόμα τόσες εἰκόνες ποὺ ζητοῦσα
Φυλαχτὰ τόσων πολύτιμων κρυφῶν ἀναδρομῶν-
Δὲν τὸ ‘ξερὰ πὼς ἤμουν πλασμένος νὰ ‘ρθῶ μία
μέρα
Πίσω στὰ σκονισμένα μονοπάτια νὰ κοιτάξω κὰ-
τάματα
Τὴ φλεγόμενη πόλη τὰ σωριασμένα κουφάρια στοὺς
δρόμους
Νὰ κλάψω κι ἐγὼ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲ
γνώρισα
Γιὰ τὶς πικρὲς γυναῖκες ποὺ δὲ φίλησα ποτέ μου
Γιὰ τὰ σπασμένα χέρια τῶν παιδιῶν ποὺ μὲ κλῶ-
τσούσαν
Νὰ κάτσω στὴν πιὸ μαύρη πέτρα καὶ νὰ σκεπάσω
Τὸ μαραμένο μου πρόσωπο μὲ λιπόσαρκα χέρια
Νὰ μάθω ξένα ὀνόματα καὶ ξένες προσευχὲς
Νὰ κρατήσω σφιχτὰ στὰ χέρια μου λίγο χῶμα
θυσίας.

(Πῶς θὰ ζήσουμε μὲ μία κατάμαυρη σκιὰ στὴ θύμηση ἐπάνω;
Πῶς θὰ κοιμήσουμε τὰ εἴκοσι χρόνιά μας στὴ θὰ-
λασσα τῆς λησμονιᾶς;)
Ἄκουγα πάλι τὴ φωνή σου ὅταν γυρνοῦσα χτὲς
από τὸ πληκτικὸ νοσοκομεῖο
Ἀνάμεσα στὰ βρώμικα πανιὰ καὶ στὰ νερὰ τά μου-
χλιασμένα
Πλῆθος ἐνέδρες τῆς ζωής παραμονεύουν τὴν πτῶ-
ση σοὺ
Τὰ ξίφη διασταυρώνονται σὲ ματωμένες ἀστραπὲς
Ὁ θάνατος εἶναι κι αὐτὸς μία περασμένη ἀφήγηση
Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει.
«Μὲ μία κατάμαυρη σκιά…». Κι ἐγὼ σκεφτόμουν
πεδιάδες μὲ μαῦρα ἄλογα καὶ πλοῖα λευκὰ στὴ
θάλασσα.
Κι ἐγὼ σκεφτόμουν μία φευγαλέα μορφὴ πού μου
‘χε γνέψει
Δὲν ξέρω ἂν σ’ ἕνα χαμένο μου ὄνειρο ἢ στὰ παῖ-
δικά μοῦ χρόνια.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΤΡΟ και 3 ακόμη ποιήματα-Μίλτος Σαχτούρης


ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΤΡΟ
Στον Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα



Όταν η νύχτα έμπαινε στην κάμαρά σου
άναβε το μαύρο άστρο
άναβε
ο ήλιος
πέφτανε
τα λέπια του όλα
λαμπερά
κι άναβε
η ρόδα η μαύρη
είχε δυο πικραμένα μαύρα χείλια
όλη τη νύχτα άναβε ο ήλιος
όλη τη νύχτα έκαιγε το μαύρο άστρο έκαιγε
και σε φιλούσε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
κι έκλαιγε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
και σε φιλούσεη μαύρη ρόδα γύριζε
η μαύρη ρόδα έτριζε
γύριζε γύρω γύρω τ’ άστρο το παλιό
το μαύρο τ’ άστρο το απελπισμένο


ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ


Από δω θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου

τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα



Δεν είμαι δέντρο…


ΔΕΝ είμαι δέντρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στο αίμα μου
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στα κόκαλά μου
κάποτε μέσα στο όνειρο έσφαξα μια κοπέλα
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα πανί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι

Είχα έρωτες
είχα μάχες
και παραφύλαξα στις γωνιές
τα νύχια μου μεγάλωσαν
τα χείλια μου πρήστηκαν
το πρόσωπο μου μαύρισε
δεν είμαι δέντρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο


Τ’ αδέρφια μου 

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα στον ουρανό

και να ο μεγαλύτερος
με μια ανοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
που χάθηκε μέσα σε σπηλιές θεόστραβες
καθώς κυλούσε παίζοντας
πάνω σε ανεμώνες κόκκινες
γλίστρησε
μεσ’ του θηρίου τ’ άγριου το ματωμένο στόμα

ύστερα ο άλλος μου αδερφός που κάηκε
πουλούσε κίτρινα βεγγαλικά
πουλούσε κι άναβε κίτρινα βεγγαλικά
– Όταν ανάβουμε – έλεγε – φωτιά
θα διώξουμε από τους κήπους τα φαντάσματα
θα πάψουν να μολύνουν τους κήπους τα φαντάσματα
– Όταν ανάβουμε – έλεγε – κίτρινα βεγγαλικά
μια μέρα θ’ ανάψει ο ουρανός γαλάζιος

κι ύστερα ο τρίτος ο πιο μικρός
που έλεγε πως είναι νυχτερίδα
γι’ αυτό αγαπούσε τα φεγγάρια
και τα φεγγάρια μια νύχτα τον εζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έπνιξαν
τον έλιωσαν γύρω-γύρω τα φεγγάρια

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα στον ουρανό

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Κώστας Βάρναλης αύριο στις 6μμ στο Κερατσίνι





Κώστας Βάρναλης αύριο στις 6μμ στο θέατρο Αντώνης Σαμαράκης στο Κερατσίνι (Παπαναστασίου και Μ.Ασίας).
Με χαρα συμμετέχω τραγουδώντας με τη μικρή επαναστατική μου μπάντα στην παράσταση αυτή που γίνεται για να μάθουν όσο γίνεται περισσότεροι για αυτό το σπουδαίο φαινόμενο.
Τις τιμές και όλα τα σχετικά δεν τις αγαπούσε ούτε ο ίδιο. Τις βαριότανε.
Έχουμε αναφερθεί ξανά στον Κ.Βάρναλη, με αφορμή και το βιβλίο του Η.Κακαβάνη "Ο άγνωστος Βάρναλης, στο "Κόκκινο Πρωί". Θα ξαναγυρνάμε σ'αυτόν το μεγάλο με κάθε ευκαιρία.
Ηταν ένας από τους λίγους που πραγματικά αφιέρωσε όλη του τη ζωή και τη δουλειά στο λαό, παλεύοντας να τον ανεβάσει όσο πιο ψηλά μπορούσε.

Το βίντεο αυτό από την κηδεία του το 1974 δείχνει πολλά. Η εικόνες και μόνο λένε τι σήμαινε ο Κ.Βάρναλης για το λαό.

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Μαν.Αναγνωστάκης(10/3/1925): Στο παιδί μου και τρία ακόμη ποιήματα



Το θέμα είναι τώρα τι λές...

Το θέμα είναι τώρα τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τι λες.



Στο παιδί μου...

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.




Ο Ουρανός

Πρώτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στΟ δάσος
Ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στὸν κάθε κορμὸ έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερὰ ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζὶ
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν τὸ κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν ἀπὸ δω ξυλοκόποι.


Απολογία νομοταγούς

Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη: Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε «ποιητική»: στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία.

Γράφω ποιήματα που δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως.


Μανόλης Αναγνωστάκης, Προσχέδιο δοκιμίου πολιτικής αγωγής*

Οι τσαγκαράδες να φτιάνουν όπως πάντα γερά παπούτσια
Οι εκπαιδευτικοί να συμμορφώνονται με το αναλυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου
Οι τροχονόμοι να σημειώνουν με σχολαστικότητα τις παραβάσεις
Οι εφοπλιστές να καθελκύουν συνεχώς νέα σκάφη
Οι καταστηματάρχες ν' ανοίγουν και να κλείνουν σύμφωνα με το εκάστοτε ωράριο
Οι εργάτες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην άνοδο του επιπέδου παραγωγής
Οι αγρότες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην κάθοδο του επιπέδου καταναλώσεως
Οι φοιτητές να μιμούνται τους δασκάλους τους και να μην πολιτικολογούν
Οι ποδοσφαιριστές να μη δωροδοκούνται πέραν ενός λογικού ορίου
Οι δικαστές να κρίνουν κατά συνείδησιν και εκτάκτως μόνον, κατ' επιταγήν
Ο τύπος να μη γράφει ό,τι πιθανόν να εμβάλλει εις ανησυχίαν τους φορτοεκφορτωτές
Οι ποιητές όπως πάντα να γράφουν ωραία ποιήματα

* Πρόκειται περί προσχεδίου, ως ο τίτλος, και προσφέρεται εις ελευθέραν δημοσίαν συζήτησιν. Μετά τας ακουσθησομένας απόψεις θα γίνει τελική επεξεργασία υπό ομάδος εγκρίτων Ποιητών και θα παραδοθεί εις το κοινόν προς γνώσιν και αναμόρφωσιν.


(Κ.Π.:το σχόλιο με τον αστερίσκο ανήκει στο ποίημα)

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Οι πόνοι της Παναγιάς-Το πέρασμά σου- Η καμπάνα - Κ.Βάρναλης



Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μη την πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελαζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!



Το πέρασμά σου



Στη ζήση αυτή που τη μισούμε
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε.

σ αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά
κι άνθος για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμένο αηδόνι κελαηδήσει,

Ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό
και γέμισεν ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλη η χώρα.

Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασχαλιά.
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι η Πασχαλιά
γιατί έτσι λίγο να βαστάξει!

Η ΚΑΜΠΑΝΑ

Πολλά γέρικα τελώνια τραβάνε με τα δυο τους τα χέρια το σκοινί της Καμπάνας. Και το μπρούτζινο τέρας, αφού έτριξε πάνω στους αρμούς του, βρόντηξε τόσο δυνατά, που όλοι ανοίξανε τα στόματα και βουλώσανε τ’ αυτιά τους.


Μες το δροσάνεμο,
που αναγαλλιάζω
κι ο νους βυθίζεται
σε χάος γαλάζο,
ανθρώποι, αφήστε με
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη,
στόμα κλειστό.


Ποιο χέρι απλώθηκε
να με σπαράξει,
-απ’ το χρυσόνειρο
στην μαύρη πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή
με τραβάς, αίμα μου,
ξανά στη Γη.


Ω σεις χαμόσυρτα,
λέρα σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια.
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή!


Δεν είναι κέντρισμα
να σας κουνήσει,
κορμιά, που η άλυσσο
τα χει τσακίσει.
Σκέψη, ποιος άνεμος
θάν’ αξιωθεί
να σ’ ανατάραζε,
σκότος βαθύ;


Πίσω απ’ τα λόγια μου,
πικρά φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι,
βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί!


Να ταν να ξήλωνεν
απ’ την καρδιά μου
Μοίρα καλόβολη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνε
μ’ άξιο φτερό
σκέψη, που μέστωσε
με τον καιρό.


Πάνω από θάλασσες,
πάνω από χώρες,
με τους καλόκαιρους
και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν
αγαλινά,
όπου τ’ ανθρώπινο
πλήθος πονά.


Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες,
λιμάνια ολόκαπνα,
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά
και φυλακές,
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.


Στα στήθη να μπαινα
σαν την ανέσα,
σφυγμός βαθύριζος
στις φλέβες μέσα,
στο νου σαν άστραμα
και στην ψυχή,
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα
τη διδαχή:


«Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε,
ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε,
στις νέες ανάγκες σου
-κόπος βαρύς!-
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρεις.»


«Αν είν’ η σκέψη σου
πριν από σένα,
δεν είναι απόκομμα
θεού και γέννα:
τη σκλάβα σκέψη σου;
σκλάβα δετή,
σου τήνε πλάσανε
οι Δυνατοί.»


«Φτωχέ, σου μάραναν
κόποι και πόνοι
τη θέληση άβουλη,
πιωμένη αφιόνι!
Αν είν’ ο λάκκος σου
πολύ βαθύς,
χρέος με τα χέρια σου
να σηκωθείς».


«Τ’ άσκημα χέρια σου,
των όλω αιτία,
βαστάνε μάργελη
την Πολιτεία.
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου
κάθ’ αγαθό,
του ωραίου περίθετο
το χρυσανθό».


Σφίξε τα χέρια σου,
για σένα κράτει
τ’ άμοιαστον έργο σου,
την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας
προς τη Χαρά,
μέσα σου θά νοιωθες
αστρών σπορά!»


Κι όπου σε σφάζουνε
δεμένον πίσου,
να βρόντα άξαφνα
σεισμός αβύσσου,
χίλια αστροπέλεκα:
«Δεν είναι μπρος,
ειν’ από πίσω σου
χρόνια ο οχτρός!»