Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Τάσος Λειβαδίτης: Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος- Αιχμαλωσία- Αιώνας εμπορίου


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αιχμαλωσία

Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι.
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας
Αθάνατες κοινοτυπίες
Οι ονειροπόλοι γυρίζουν κουρασμένοι (από πού;)-
μέσα στα μάτια τους έχουν πνιγεί τα προάστια,
στο άσυλο μετράνε με τις ψείρες τους την υπομονή,
με τα δάκρυά τους το μέγεθος της μέρας,
άξαφνα ο φύλακας μ’ αρπάζει απ΄ το λαιμό, εγώ σα-
στίζω και τότε ακούγεται η ωραιότερη μουσι-
κη-
σαν μια σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η
γηραιά μας ήπειρος.

Αιώνας εμπορίου

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Για το φτωχό Μπ.Μπρέχτ(10 Φεβρουαρίου 1898)



Ποίηση: Bertolt Brecht
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ
είμαι από τα μαύρα δάση,
η μάνα μου στις πολιτείες
με κουβάλησε,
σαν ήμουνα ακόμα στην κοιλιά της,
και των δασών η παγωνιά
μέσα μου θα `ναι ως το θάνατό μου

Έχω, έχω το σπίτι μου
στην πολιτεία της ασφάλτου,
φορτωμένος από την αρχή
με όλα τα μυστήρια του θανάτου
με εφημερίδες, με καπνό και με ρακή,
καχύποπτος και τεμπέλης
κι ευχαριστημένος στα στερνά

Φέρομαι φιλικά στους ανθρώπους
φορώ καθώς το συνηθίζουν
ένα σκληρό καπέλο,
λέω, είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιότροπα
και λέω πάλι,
δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά

Το πρωί στο γκρίζο χάραμα
τα έλατα κατουράνε,
και τα ζωύφιά τους τα πουλιά
αρχίζουν να φωνάζουν
Κείνη την ώρα αδειάζω το ποτήρι μου στην πόλη
πετάω τ’ αποτσίγαρό μου και ανήσυχος κοιμάμαι

Απ’ αυτές τις πολιτείες
θα απομείνει εκείνος που διάβηκε από μέσα τους
ο άνεμος, δίνει χαρά το σπίτι σ’ αυτόν που τρώει,
τ’ αδειάζει

Ξέρουμε ότι είμαστε περαστικοί
κι ότι ύστερα από μας
τίποτα τ’ αξιόλογο δε θα ρθει.
Ελπίζω στους σεισμούς
που μέλλονται για να `ρθουν,
να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου
απ’ την πίκρα να μου σβήσει

Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ
από τα μαύρα δάση,
ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου
μέσα στη μάνα μου σε πρώιμη εποχή

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Τίτος Πατρίκιος: Μέρες, Δυο άνθρωποι, Ρόδα αειθαλή

ΜΕΡΕΣ

Μέρες του στρατιωτικού μου βίου
το σκουριασμένο συρματόπλεγμά σας
τρυπάει τα λόγια μου μ' εναλλασσόμενες λεπτομέρειες
χαώδη οικήματα, βαγόνια με φαντάρους
φανταστικές τοποθεσίες σπιτιών και συναντήσεων
θάλασσα κοντινή κι απρόσιτη, άμμο καυτή μέσα στα 
νύχια...
Μέρες βασανισμένες από πρόσωπα κι ιδέες
μέρες κυνηγημένες από μεγάφωνα και προσταγές
μέρες ομαδικών κι ατομικών στερήσεων
έπειτα μόνο ατομικών, σκόπιμων και μελετημένων,
κι έπειτα μέρες με την πικρή απόλαυση στερήσεων
που μόνος μου επέβαλα κι ανοίγαν μια περιοχή 
ελευθερίας...
Μέρες που ήθελα να κλάψω και δεν έπρεπε
μέρες που θά 'πρεπε και δεν μπορούσα
μέρες προσταγμένες μια-μια σε πειθαρχεία
σε προθαλάμους νοσοκομείων, κάτω από αντίσκηνα
 πάνω στη λάσπη, μέρες της απειλής και της νύχτας,
ανέκκλητες, χωρίς αύριο, διεκδικώντας το τέλος μου,
χωρίς τέλος...
Γυμνές μέρες της Κόρινθος
μέρες της Τρίπολης με τρελές ελπίδες
εικοσιτετράωρο της Αθήνας βουβό χωρίς απόκριση
μέρα του Λαυρίου οριστική, μέρες της Μακρόνησος
πολλαπλασιασμένες στο άπειρο, καρκίνοι της πέτρας,
που έπρεπε να σας ζω χίλιες φορές και τα μεσάνυχτα
να σας ξεκολλάω από το κορμί μου μ' ένα κομμάτι
σάρκας...
Μέρες δικές μου τελικά που επανέρχεστε αντίδρομα στο 
χρόνο
και τώρα με βλέπετε αλλιώτικο
με το σιδερωμένο μου πουκάμισο, με τη γραβάτα μου,
μη μ' αντικρίζετε ψυχρά, μη νομίζετε πως άλλαξα,
μα δεν μπορώ ούτε σε σας όλα να τα εξηγήσω.
Αγκαλιάστε με και φιλήστε με ακόμα κι έτσι-
τα τραχιά, σκαμμένα μάγουλά σας
πρέπει να καταλάβουν. 
Μάρτης 1956

Δυο άνθρωποι

Αν είδες ποτέ στη μέση του δρόμου
δυο ανθρώπους να τους πηγαίνουν με χειροπέδες
δεν αποκλείεται ο ένας να είμουν εγώ
που με ξαναστέλναν εξορία.

Και κείνο το πρωί είχα και σένα
τόσα όνειρα
για τη δουλειά που θα ‘βρισκα,
για έναν περίπατο στα φώτα και την άσφαλτο,
για λίγο ήλιο...
Και κείνος
που ξαφνικά τα σίδερα τον δέσαν στο κορμί μου
είχε και κείνος χαραγμένα τα όνειρά του
στο αυστηρό του πρόσωπο.
(Τον πήρανε χαράματα στις έξη από τη γυναίκα του).

'Οταν βλέπεις στο δρόμο δυο ανθρώπους
με χειροπέδες
μη νομίσεις τίποτα περισσότερο
μη νομίσεις τίποτα λιγότερο.

Δυο άνθρωποι.
Σαν και σένα.


ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

Μαρία Νικολαου: Σκοτεινες πορείες βροχής-Αρμύρας λέξεις


Μέσα απ’ την πτώση εξελίχθηκα.

Δάγκωσα τα χείλη μου
και μάτωσα την ψυχή
αμέτρητες φορές.

Μέσα απ’ την απουσία σου
έμαθα να ζω θαμμένη
λευκή ρίζα σε άνυδρο χώμα.

Αλήτεψα σε σκοτεινές αγκαλιές
και παρουσίες που ‘χαν
χαμόγελα ζωγραφισμένα στα χείλη.

Μια μαριονέτα κατέληξα και γω
που είχα στα χέρια μου δεμένα
δυο σκοινιά

Δεν θ’ αρνηθώ πως ήξερες να παίζεις
θανάτου κουκλοθέατρο
καλύτερα απ οποιονδήποτε άλλον.

Κατάπινα μαύρα φεγγάρια
καθώς όλη μου η ζωή
μια πτώση ήταν..



Αρμύρας Λέξεις


Είμαι θάλασσα
Αγριεμένο κύμα
Μα... ναυάγησα...

Σε βράχο γυμνό
Γαντζωμένο τ' αλάτι
Τα πουλιά διψούν!


Σκοτεινές Πορείες Βροχής

Ι
Μάτια αράχνες
γλίστρησαν στο κορμί σου
την ώρα που οι λέξεις
πνιγόντουσαν στων δακρύων σου
τις λίμνες.

Κραυγές σιωπής
άγγιξαν το υπέρτατό μου πάθος
κι όπως τ' αστέρια αλυχτούσαν
μες τη νύχτα
έτσι κι εγώ
αιμορραγούσα τα φιλιά σου.

ΙΙ

Kάποτε το φεγγάρι
θα πάρει αναστολή...
Θα κρύψει το ασημί του
απ' τα μάτια μας έτσι για τιμωρία...

Κάποτε το φεγγάρι
θα βάλει τα μαύρα του γυαλιά
και θα ορκιστεί στα σύννεφα
πως δεν θα τα περάσει...

Κάποτε το φεγγάρι
θα πάψει να φαίνεται στα μάτια σου
κι εγώ θα ψάχνω να σε βρω
σε μονοπάτια σκοτεινά
κι ατέρμονες στιγμές του παρελθόντος
μόνος να σκάβεις με τα χέρια σου το χώμα
μήπως το βρεις κρυμμένο εκει και το φορέσεις...

Κάποτε το φεγγάρι θα πάρει αναστολή...
θα δεις...
και θα πονέσουμε κι οι δυο.
Κι εγώ... κι εσύ...

Γι' αυτό θρυμμάτισε
το λευκό των κυμάτων τώρα που μπορείς
και βάψου αρμύρα,
τουλάχιστον σα σβήσει εκείνο
να χω να σε βρω...

ΙΙΙ
Καθώς ατένιζα λευκούς ορίζοντες
πέρα απ' τα βλέφαρά μου
η παρουσία της αβάσταχτης στιγμής
γινόταν πιο δυνατή.

Αριθμούσα παράγωγες μνήμες.
και ξόρκιζα με Ινδιάνικες προσευχές
τον ερχομό σου.

Ελευθερία
πριν από σένα
και πέρα από σένα.

Φυσώ τον καπνό
που ενώνει το πριν και το μετά.
Χαράζω δράκοντες στα κύματα
και σ' ένα σύννεφο αφήνω
σκοτεινές σιωπές.

Αιμορραγώ και αναδύομαι
μέσα απ' τις φλέβες σου...

ΙV
Γεμίζω τα μάτια τοξικά απόβλητα
βρώμικων ψυχών.
Το συμφέρον κατακλύζει
τις φλέβες.

Στην αγορά εξαντλήθηκε η υπομονή
και η ζήτηση αθώων στιγμών μεγαλώνει.
Το όριο πιστωτικών καρτών
έφτασε στο κόκκινο κι αχρηστεύτηκαν.

Στη μαύρη αγορά μονάχα
βρίσκει κανείς αυθεντικές καρδιές
που πωλούνται πανάκριβα
αφού ζητούν μετάγγιση αίματος
για να τις δώσουν.

Και μέσα σ' όλα αυτά
να 'χεις κι εσύ στημένο ένα πάγκο
και να πουλάς τη δική σου
προκειμένου να εξοικονομήσεις
μια θέση στον κόσμο της φιλαρέσκειας.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Γιώργος Φαρσακίδης για το Γ.Ρίτσο

                            Με το Μ.Κατράκη στη Μακρόνησο

Γιώργος Φαρσακίδης:
«Το Ρίτσο τον θυμάμαι και στα πιο δύσκολα χρόνια της εξορίας, πάντα με προσεγμένη εμφάνιση, μειλίχιο, ευγενικό. Το μικρό καλυβάκι του στον Αη-Στράτη, από τα πιο νοικοκυρεμένα μέσ’ το στρατόπεδο, με αψεγάδιαστη τάξη μέσα κι έξω. Σε ξάφνιαζε η διαπίστωση ότι αυτός ο “λεπτεπίλεπτος” άνθρωπος διέθετε μια τόση ισχυρή αυτοπειθαρχία και αυτοστράτευση και ότι στη δουλειά του υπήρξε ένας σκληροτράχηλος δουλευτής. Τον θυμάμαι για ώρες να ζωγραφίζει μέσ’ το βοριά, στον ανεμόδαρτο αυχένα του Αη-Στράτη! Με σακατεμένα πνευμόνια να διδάσκει χορογραφία! Πολυάριθμη η ομάδα των χορευτών, καθένας με τη δική του φιγούρα και κίνηση κι ο Ρίτσος να τις δείχνει, σε άπειρες επαναλήψεις, χωριστά στον καθένα, για μέρες, με πυρετό και αιμόπτυση. Στον Αη-Στράτη, νεοσσοί εμείς του πολιτιστικού μας τομέα, πηγαίναμε για κουβέντα μαζί του. Και ήξερε με το λόγο του, ν’ ανοίγει καινούριους ορίζοντες, να κεντρίζει τη διάθεση για δημιουργία. Οταν ο Ρίτσος έπαιρνε δέμα, έπαιρνε συχνά, άφηνε πάντα στο παραθύρι του καλυβιού του μια κούτα τσιγάρα για τους ατσίγαρους και δεν τον θυμάμαι ποτέ να παραπονεθεί ή να βαρυγκωμήσει.»

Πηγή: ritsosgiannis.blogspot.com