Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Γιάννης Ρίτσος -Η χαμένη Υπερβόρειος, Το διαζευκτικόν «ή» Ημερολόγια εξορίας, Πέτρες, Κιγκλίδωμα

(μια επιλογή ποιημάτων του Γ.Ρίτσου στην τύχη)

Η χαμένη Υπερβόρειος

Το μάθαμε καλά πως Υπερβόρειος διόλου δεν υπάρχει
πέρα από τις Ριπαίες οροσειρές, όσο κι αν τα γλαυκά όρια της,
ανάλογα με τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις των γεωγράφων,
μετακινούνταν όλο πιο μακριά.

Σήμερα βεβαιώθηκε:
μια σκέτη φαντασία η χώρα απ’ όπου μας ερχόντανε
οι κύκνοι και τα ορτύκια, όπου οι σεμνόπρεπες κόρες
Λαοδίκη και Υπερόχη ετοίμαζαν για τους θεούς
τα πρώτα φρούτα της σοδειάς, προσεχτικά τυλίγοντας τα
σ’ άχυρο σίτου και λεπτό χαρτί.

Και τώρα αναρωτιόμαστε
που τάχατε ν’ αποδημεί ο Απόλλωνας κάθε χειμώνα
με τ’ άρμα του που το ‘σερναν λάμποντες κύκνοι και γρύπες,
κρούοντας τη χρυσή του λύρα, όταν εμείς μήνες και μήνες
μάταια κατά το Μάρτη καρτερούσαμε το γυρισμό του
συντάσσοντας μέσα στο κρύο τους γιορτινούς του παιάνες;
Ή μήπως πια ούτε Απόλλωνας ούτε και λύρα υπάρχει;

Ωστόσο ακόμη συνεχίζουμε τον μισοτελειωμένο παιάνα
αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος το μέρος, μήπως
βρεθεί κανένα νέο κα το προσθέσουμε την ύστατη ώρα,
πάντοτε με το φόβο μήπως ο αριθμός των συλλαβών του,
μικρότερος η μεγαλύτερος, μας χαλάσει το μέτρο.

(Επαναλήψεις 1969)




Το διαζευκτικόν «ή»

Όταν το δόρυ του Διομήδη, οδηγημένο απ’ της θεάς το χέρι,
μπήχτηκε στα πλευρά τ’ άγριου θεού, του κρανοφόρου, ο Άρης 
τότε
τέτοια βρυχήθηκε ιαχή που κατατρόμαξαν Αχαιοί και Τρώες,
γιατί ‘ταν (λέει ο Ποιητής) σάμπως ν’ αλάλαξαν εννέα ή δέκα
χιλιάδες πολεμόχαροι πολεμιστές μαζί.

Ω, αυτό το «ή» -
έκφραση περιπαιχτικής και ευγενικής ταυτόχρονα ακριβολογίας,
αμφίθυμο χαμόγελο μιας αμετάδοτης και αμέτοχης σοφίας
που στρέφει σκωπτικά προς τον εαυτό της και τους άλλους
γνωρίζοντας καλά πως ακατόρθωτη είναι
η ακρίβεια, πως ακρίβεια δεν υπάρχει, (γι’ αυτό κι ασυχώρετο
το ύφος το πομπικό της βεβαιότητας, - ο θεός να μας φυλάει).

«Ή», διαζευκτικό, σεμνή συνέπεια στο μυστήριο της αοριστίας,
βαθιά ανταπόκριση στην πολλαπλότητα ουσιών και φαινομένων,
μ’ εσένανε βολεύουμε κι εμείς τις δυσκολίες του βίου και του ονείρου,
τις τόσες αποχρώσεις και εκδοχές του μαύρου έως το αόρατο άσπρο.
(Επαναλήψεις 1969)


ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ

24 Νοεμβρίου 1948

Όλα ξεχάστηκαν πριν ειπωθούν. 
Κι η σιωπή δεν είναι καταφύγιο.



2 Δεκεμβρίου

Ο ουρανός είναι μια τρύπα.
Δεν χωράμε.


4 Δεκεμβρίου


Πρόβατο, πρόβατο της παγωνιάς
μικρό ποίημα
πιάσε με απ’ το χέρι.
Η αυγή έχει τ’ αγκάθι της
και το σκαμνί της.
Ως το βράδυ ας πιστέψουμε.


4 Ιανουαρίου

Κι άξαφνα 
μια θύμηση από πουλιά
που βούλιαξαν στο άγνωστο


15 Ιανουαρίου

Πολιορκώ το μαύρο σημάδι βήμα βήμα
διπλασιάζω το πράσινο ενός φύλλου
πολλαπλασιάζω μιαν αίσθηση ησυχίας
χρησιμοποιώ μεταφορές, μεταφέρω
άλλοτε αλλού πουθενά.
Άξαφνα νιώθω να βρίσκομαι
Πολιορκημένος από το μαύρο σημάδι.

24 Ιανουαρίου 

Ακούμπησα το στόμα μου στη θύμησή σου
ξενύχτησα τον πόνο και την ηδονή
ανάμεσα σε τέσσερα κεριά
σβησμένων στίχων

31 Ιανουρίου

Μητέρα νύχτα - είπε
τύλιξέ με στα μαύρα μαλλιά σου
διάτρητον απ' τ' άστρα σου
ζώντας την ταπείνωση
να μην είμαι νεκρός.
(Μιλούσε μόνος προς τον τοίχο.
Η έμφαση ήταν φανερή
ίσως ελπίζοντας πως κάποιος τον ακούει.)

(στρατόπεδο κρατουμένων Κοντοπούλι Λήμνου 1948)
....



Το αίμα


Ύστερα, μια κηλίδα από αίμα φάνηκε στην άσφαλτο·
η κηλίδα μεγάλωνε, απλωνόταν, κατάπινε
την αυλή, την καρέκλα, το πηγάδι, το σίγλο·
έμεινε απ’ έξω ένα μέτρο σκοινί – τόσο μόνο.
Το ρολόι της Μητρόπολης έγινε κόκκινο·
το ίδιο και το Ταχυδρομείο. Η κηλίδα απλωνόταν,
κατάπινε τα σπίτια, τα τηλεγραφόξυλα, τον ήλιο,
κατάπινε κι εμάς – μας έκρυβε μέσα στο κόκκινο.
Και μόνο που είδαμε το μέγεθος της, νιώσαμε και πάλι
ωραίοι, απλοί, συντεταγμένοι, αθωωμένοι.

(Κιγκλίδωμα 1969)




Επίλογος

Ζωή, – ένα τραύμα στην ανυπαρξία.



Νύχτα
Ψηλός ευκάλυπτος μ’ ένα φαρδύ φεγγάρι.
Ένα άστρο τρέμει στο νερό.
Ουρανός άσπρος, ασημένιος.
Πέτρες, γδαρμένες πέτρες ως επάνω.
Ακούστηκε πλάι στα ρηχά
Δεύτερο, τρίτο πήδημα ψαριού.
Εκστατική, μεγάλη ορφάνια – ελευθερία.

(Πέτρες 1968)

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος


"Τὸ ελπίζει ο Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητών
δὲν θὰ πάψει νὰ υπάρχει ποτὲς ο παράδεισος."


Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στις Κροκεές Λακωνίας την 1η Ιανουαρίου 1912. Εζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πλούμιτσα, κοντά στον Ταΰγετο, και τα μαθητικά του στις Κροκεές και το Γύθειο. Νέος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για σπουδές που δεν πραγματοποίησε και άσκησε διάφορα επαγγέλματα ως ιδιωτικός υπάλληλος (1930-1938) και έπειτα ως δημόσιος υπάλληλος (1938-1947) και ως φιλολογικός συντάκτης περιοδικών και εφημερίδων. Πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 και στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και από το 1942 και του ΚΚΕ.

Το 1946 κι ενώ έχει προσληφθεί ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών Πειραιά υπογράφει τη διαμαρτυρία των Ελλήνων λογοτεχνών «Προς τη Δ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και τη Διεθνή Κοινή Γνώμη: Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την Δημοσίαν Τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας». Από το 1946 ως το 1949 εργάστηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα».

Το 1954 η γυναίκα του απολύθηκε από τη θέση της στον ΟΛΠ λόγω των πολιτικών της φρονημάτων. Ο ίδιος εκλέγεται στο Δήμο Πειραιά (1955 - 1959) και συμβάλλει στην πολιτιστική αναβάθμιση της πόλης. Το 1957 ταξιδεύει στη Σοβιετική Ενωση μαζί με τους Στρατή Μυριβήλη κ.ά., στα πλαίσια της Παγκόσμιας Συνάντησης Δημοκρατικής Νεολαίας, προσκεκλημένος των σπουδαστών της Μόσχας.

Το βιβλίο «Ο ένας από τους δύο κόσμους», που κυκλοφορεί το 1958 μετά το ταξίδι του στην ΕΣΣΔ, σε μια Ελλάδα αιχμάλωτη της δοσίλογης ολιγαρχίας και των ξένων συνεργατών της, γίνεται αφορμή να κατηγορηθεί ο Ν. Βρεττάκος (μαζί με τους Γιάννη Ρίτσο και Μάρκο Αυγέρη) για παράβαση του Ν.509, νόμο με τον οποίο φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν και εκτελέστηκαν χιλιάδες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές.

Στην τρίτη και ωριμότερη περίοδο της δημιουργίας του, ο Ν. Βρεττάκος επιχείρησε μια εξισορρόπηση των λυρικών και δραματικών στοιχείων στην υπηρεσία του ηθικού και κοινωνικού προβληματισμού του, όπως το συγκλονιστικό «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ» που έγραψε το 1954.

Μετά το πραξικόπημα του 1967 ο Βρεττάκος αυτοεξορίστηκε στην Ευρώπη, συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε φεστιβάλ ποίησης, τιμήθηκε από τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, και επεξεργάστηκε το αυτοβιογραφικό κείμενο «Οδύνη» που εκδόθηκε το 1969 στη Νέα Υόρκη. Στην Ελλάδα επέστρεψε με την πτώση της χούντας, το 1974.

Ο ποιητικός κόσμος του είναι ένα διαυγές σύμπαν όπου συνδυάζεται η αριστουργηματική χρήση της γλώσσας με τη βαθύτερη φιλοσοφική ανησυχία και την αναζήτηση του τόσο αναγκαίου στους άγριους καιρούς μας ανθρωπισμού.

Ο ποιητής άφησε την τελευταία του πνοή στην αγαπημένη του Πλούμιτσα στις 4 Αυγούστου 1991.
(το βιογραφικό σημείωμα από το Ριζοσπάστη)






Ο πράσινος κήπος

Έχω τρεις κόσμους. Μιὰ θάλασσα, έναν
ουρανόν κι έναν πράσινο κήπο: τὰ μάτια σου.
Θὰ μπορούσα αν τοὺς διάβαινα καὶ τοὺς τρεις, νὰ σάς έλεγα
πού φτάνει ὁ καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ὁ ουρανός, υποψιάζομαι. Γιὰ τὸν πράσινο κῆπο μου,
μὴ μὲ ρωτήσετε.



Ο άνθρωπος, ο κόσμος και ηποίηση


Ανάσκαψα όλη τη γη νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν έρημο· ήξερα
πὼς δίχως τὸν άνθρωπο δὲν είναι πλήρες
τοῦ ήλιου τὸ φῶς. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς απὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορώ
ν᾿ αρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ένα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω

σ᾿ ευθείες τὸ φως.


Ένας μικρότερος κόσμος

Αναζητώ μίαν ακτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ή καλάμια ένα μέρος
τοῦ ορίζοντα. Συμμαζεύοντας το άπειρο, νάχω
τὴν αίσθηση: ή πὼς δὲν υπάρχουνε μηχανὲς
ή πὼς υπάρχουνε πολὺ λίγες· ή πὼς δὲν υπάρχουν στρατιώτες
ή πὼς υπάρχουνε πολὺ λίγοι· ή πὼς δὲν υπάρχουνε όπλα
ή πὼς υπάρχουνε πολὺ λίγα, στραμμένα κι αυτὰ πρὸς τὴν έξοδο
τῶν δασών μὲ τοὺς λύκους· ή πὼς δὲν ὑπάρχουνε έμποροι
ή πὼς υπάρχουνε πολὺ λίγοι σε απόκεντρα
σημεία τῆς γης όπου ἀκόμη δὲν έγιναν αμαξωτοὶ δρόμοι.
Τὸ ελπίζει ὁ Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητών
δὲν θὰ πάψει νὰ υπάρχει ποτὲς ο παράδεισος.

Η Ελληνική γλώσσα

Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα
ρυακάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα τους
μιλήσω ελληνικά, επειδή
δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε
μεταξύ τους με μουσική.

Αν δεν μου ‘δινες ποίηση Κύριε

Αν δε μου ‘δινες ποίηση, Κύριε,
δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δε θα ‘ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημος μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.

Λοιπόν πως σου φαίνονται ; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε ; Είδες τ’ αμπέλια μου ;
Είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου ;
Κι έχω ακόμη καιρό !
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι’ ο κλήρος μου μεγαλώνει.
Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται.

Όμως
δεν ξοδεύω τον ήλιο μου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ότι μου δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι την ερημιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.
Γιατί θα ‘ρθει το βράδι μου. Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι
το βράδι μου, Κύριε, και πρέπει
να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.



Ειρήνη είναι όταν …

Ειρήνη, λοιπόν,
είναι ότι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση
και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη
είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε
όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή
γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος
ψυχή μες στον άνθρωπο.
(Απόσπασμα από το " Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου")

Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα, στους αιώνες των αιώνων,
ένα κήπο να περπατάς,ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μην σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς - στους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ' οραμά σου πάνω σ' όλους τους λόφους,
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα,
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει,
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών μου το νερό - στους αιώνες των αιώνων.

Επιστροφή στο βουνό

Δε θα ξανάρθω πια κοντά σου
να μην ακούσεις το ποτάμι
που μες στο στήθος μου κυλά.
Αν δεις τον ήλιο να σου γνέφει
τον έσπερο να σε ρωτά,
βάλε τα σπάρτα τα μαλλιά σου
τις μυγδαλιές στην αγκαλιά σου
κι' έβγα νυφούλα στα βουνά

Έβγα νυφούλα στα βουνά.
κι' αν σε ρωτήσουνε τ' αλάφιά,
αν σε ρωτήσουν τα πουλιά,
πες τους: θα βγω με το φεγγάρι,
με τρεις αγγέλους συντροφιά!
Διπλό γαρύφαλλο στ' αφτί μου,
η μάνα μου και τ' άλογό μου,
ο Ιησούς Χριστός κ' εφτά παιδιά!


Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' ονομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους
και τις πολιτείς μας
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
Έχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε,
κ' έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε
σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο
-έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ' είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ' έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Tο πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείκτες του ρολογιού που κατεβαίνουνε
απ' τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνιτά της Ευρώπης!
’ναψες κάτω απ' το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο...
Kαρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο, και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον άνθρωπο!



Γράμμα

Δεν έχω ένα φύλλο απ’ τα παλιά πράσινα δένδρα.

Σου γράφω τη λύπη μου σ’ αυτό το χαρτί.
τόσο ελαφριά που να στη φέρει ο άνεμος,
τόσο καλή και τρυφερή που να μη παραξενευτεί ο ήλιος,
ευγενική σαν τη σιωπή που περπατεί στο χορτάρι
τη νύχτα, απλή και καθαρή σαν το νεράκι που τρέχει
και δε μαντεύεις πως το γέννησε η χτεσινή καταιγίδα.

Πολλοί σκοτώθηκαν. Πολλοί ζούμε. Όλοι μας είμαστε
λαβωμένοι. Είναι βαρύς από τον πόνο μας ο κόσμος.

Με τη σιωπή της θάλασσας θα λάβεις τη λύπη μου.
Σου στέλνω αυτό το αιώνιο μου Μη με λησμόνει !
Είναι ένα φως διπλωμένο ανάμεσα σ’ ένα μικρό συννεφάκι.
Σου στέλνω αυτό το αρνάκι, μια κ’ είσαι κοντά στο θεό,
να τ’ οδηγήσεις σ’ ένα πράσινο κήπο του.

Σου στέλνω αυτό το βρέφος με το τσακισμένο ποδαράκι.
Ανέβασέ το στο παράθυρο με τον αυγερινό,
κοντά στον κόσμο, κοντά στο όνειρο,
κοντά στην καλοσύνη σου, που είναι ζεστή σα μια ανάσα μητέρας,
κοντά στο τζάκι που ονειρεύεσαι με το χέρι στο μέτωπο
την ευτυχία του πεινασμένου, του στρατιώτη, του άρρωστου.
Βάλτο κοντά στην πράσινη σημαία. Κοντά στο κόκκινο
άλογο. Στη μητέρα σου πλάι, που τριγυρισμένη
απ’ του Γενάρη τους σπουργίτες, γνέθει την ελπίδα.
Βάλτο κοντά στο στεναγμό της φιλίας. Κοντά – κοντά.
Βάλτο να κάτσει, κι άνοιχτου σαν ένα γέλιο το παράθυρο
να ιδεί τον κόσμο.

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Μίλτος Σαχτούρης : Χειμωνας - Χιόνι - Ως το τέλος - Έρημοι



ΧΙΟΝΙ

Χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!
σὰν παγοπώλης τοῦ θανάτου
ὁ Θεὸς
μὲ κόκκινα ἀπ᾿ τὸν πυρετὸ
τὰ μάτια
Καπνὸς θεοῦ στὴ στέγη
οὐρλιάζει ἡ γυναίκα
στὸ κρεβάτι
σὰν παγωμένο περιστέρι
χιόνι ποὺ πέφτει ἔξω!

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τί ὡραῖα ποὺ μαραθῆκαν τὰ λουλούδια
τί τέλεια ποὺ μαραθῆκαν
κι αὐτὸς ὁ τρελὸς νὰ τρέχει στοὺς δρόμους
μὲ μιὰ φοβισμένη καρδιὰ χελιδονιοῦ
χειμώνιασε καὶ φύγανε τὰ χελιδόνια
γέμισαν οἱ δρόμοι λάκκους μὲ νερὸ
δυὸ μαῦρα σύννεφα στὸν οὐρανὸ
κοιτάζονται στὰ μάτια ἀγριεμένα
αὔριο θὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ ἡ βροχὴ
ἀπελπισμένη
μοιράζοντας τὶς ὀμπρέλλες της
τὰ κάστανα θὰ τὴ ζηλέψουν
καὶ θὰ γεμίσουν μικρὲς κίτρινες ζαρωματιὲς
θὰ βγοῦν κι οἱ ἄλλοι ἔμποροι
αὐτὸς ποὺ πουλάει τ᾿ ἀρχαῖα κρεβάτια
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὶς ζεστὲς-ζεστὲς προβιὲς
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὸ καυτὸ σαλέπι
κι αὐτὸς ποὺ πουλάει θῆκες ἀπὸ κρύο χιόνι
γιὰ τὶς φτωχὲς καρδιές

ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Ως το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί
θά 'πρεπε νά 'ταν σύννεφο
σαν κι αυτά που μεσα τους κρύβονται τα πουλιά
όταν φοβούνται

ΕΡΗΜΟΙ

Έρημοι άνθρωποι μέσα στο κρύο
μιλούν στην Παναγία

ανέκφραστο το δέντρο
δίχως φύλλα 
τους κοιτάζει

κοράκια ντύθηκαν κόκκινα 
σαν πόρνες

η εκκλησία έσπασε
απ' την πολλή βροχή
οι άγιοι βρεθήκανε
να τρέχουνε στους δρόμους.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Ρένα Χατζηδάκη ("Μαρίνα") - Κατάσταση Πολιορκίας


Ι

Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ' την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα 'χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου,
σα θα μ' αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,την καρδιά μου γυρεύοντας

και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων
των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;

Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ' αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;

Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ' αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;
Πώς να μετρήσω;

Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς
που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει,
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ' αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ' εγώ
Και γύρω μου παντού,
καταμεσίς
κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ' το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.

Να σου τραγουδήσω;

Μα κι η φωνή μου, π' αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π' αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ' τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία,
η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.

Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα

«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα,
το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ' τα πέρατα της γης και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ' έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα 'ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,

Χωρίς εσένα, πώς;

Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ' αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ' όνομά σου σ' όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου,ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα 'ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν' αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουσέρτα -
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν'η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;»

Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,

ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ' το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.

Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,

Σα να μπορώ ν' αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ' τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ' αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» -
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ' ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ

μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω,

III

Χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ' άσεμνα, φρικιαστικά βεγγελικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν' αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν' αρχίσουν ν' αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ' την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ' αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να 'ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που αναδαίνω
βγαίνει τ' όνομά σου
όταν θ' αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ' οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα 'χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ' όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ' όλα τα παιδιά,
να προλάαουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ' το χάος.

Και πια δε θα 'χει μείνει τίποτ' από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου,
μα θα 'χω διαλυθεί σ' όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα 'χω γράψει τ' όνομά σου, που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου -ίσως- νεκρό
μα πάλi ακέραιο θ' αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.

..    ..     ..     ..      ..      ..        .     

«Εγώ, ξέρετε, υπήρξα εκ γενετής πολιτική κρατούμενη. Της Γκεστάπο, εννοώ. Από την κοιλιά της μάνας μου, μάλλον, που την κρατούσαν οι Γερμανοί ως όμηρο στις φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά. Είμαι, λοιπόν, παιδί της Κατοχής και του πολέμου. Ο πατέρας μου βρέθηκε τότε στο Μαουτχάουζεν, η οικογένειά μου σκόρπισε, τα σπίτια χάθηκαν. Ηρθα και μεγάλωσα στην Αθήνα, όπου κυρίως έχω ζήσει, αλλά σε μια συνεχή και επώδυνη παλινδρομική σχέση με την Κρήτη, την πατρίδα μου...»

Τα λόγια της αυτά προσδιορίζουν καλύτερα από οποιοδήποτε βιογραφικό τη Ρένα Χατζηδάκη, την ποιήτρια, μεταφράστρια, και ψυχοθεραπεύτρια που «έφυγε» πρόωρα από κοντά μας. Η Ρένα Χατζηδάκη, του Μύρωνος και της Λιλής Ζωγράφου, πνίγηκε στη θάλασσα της Τζιάς στις 13 Αυγούστου. Εναν περίπου μήνα πριν, στις 18 Ιουλίου, είχε γιορτάσει τα 60ά γενέθλιά της, μαζί με τους πιο κοντινούς της ανθρώπους και το βαφτιστήρι της. Οι ίδιοι άνθρωποι, οι φίλοι της, θα την αποχαιρετήσουν σήμερα στο Α' Νεκροταφείο, στις 4 μ.μ.

«Κατάσταση πολιορκίας»

Η Ρένα Χατζηδάκη υπήρξε μία από τις πιο σιωπηλές δημιουργούς του καιρού μας. Δεν επεδίωξε ποτέ να εξαργυρώσει τις δάφνες της, ποιητικές και αντιστασιακές. Από το 1968 που έγραψε ως «Μαρίνα» (μόλις 25 ετών) το «τραγούδι-ποταμός», σύμφωνα με τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη, το «Κατάσταση πολιορκίας», αποκάλυψε μόλις το 1991, σχεδόν 24 χρόνια μετά, ότι η «Μαρίνα» είναι η ίδια.

Είχε προηγηθεί βέβαια, λίγο μετά τη δικτατορία, η κυκλοφορία ενός μικρού βιβλίου με τίτλο «Κατάσταση πολιορκίας» και την υπογραφή Ρένα Χατζηδάκη, αλλά και πάλι κυκλοφόρησε σε έναν περιορισμένο κύκλο. Ωσπου το 1991 η «Κατάσταση πολιορκίας» κυκλοφόρησε ευρέως από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδη», με 8 ένθετες εικόνες του Γιάννη Βαλαβανίδη.

Στη συνέντευξη που έδωσε τότε στον Δημήτρη Γκιώνη («Κ.Ε.») -απ' όπου και το πρώτο απόσπασμα- και στην οποία για πρώτη φορά έσπασε τη σιωπή της, ανέφερε για την «Κατάσταση πολιορκίας», που η ίδια είχε αρχικά τιτλοφορήσει «Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ»:

«Το ποίημα το έγραψα εκεί, στη φυλακή. Ποιήματα έγραφα πάντοτε, αλλά δεν δημοσίευα συχνά. Το έγραψα όντας ερωτευμένη, σαν ένα ερωτικό γράμμα. Εγραψα συνολικά πέντε ενότητες και τις διοχέτευσα έξω. Οι δύο χάθηκαν, οι άλλες τρεις είναι αυτές που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, στου οποίου τα χέρια έπεσαν τυχαία από κάποιον κοινό φίλο».

- Και με ποιον τρόπο τα βγάλατε από τη φυλακή;

«Δεν θα ήθελα να σας πω πώς τα έβγαλα μ' όλα τα δρακόντεια μέτρα. Μιας και δεν επισημάνθηκε ποτέ, ας μείνει σαν μια ανοιχτή δυνατότητα στους κρατούμενους».

- Και γιατί το ψευδώνυμο Μαρίνα;

«Γιατί μου ήταν απεχθής η ιδέα ότι θα αποκτούσα φήμη από μια εμπειρία αυθεντική, προσωπική. Δεν μου άρεσε, επιπλέον, η ιδέα να κάνω κάτι τέτοιο τη στιγμή που οι άλλοι ήταν ακόμη στις φυλακές. (...) Μερικοί σύντροφοι μου καταλόγισαν μια ηττοπάθεια, δεν το έβρισκαν αισιόδοξο. Εγώ διαφωνούσα. Ηταν κυρίως ένα ποίημα ερωτικό κι έχει μια έντονη αισιοδοξία. Οι αντιρρήσεις συνδέονταν με τις μονοκόμματες απόψεις που υπήρχαν τότε για το ρόλο της τέχνης. Εγώ δεν έχω αλλάξει γνώμη. Ο ποιητής πρέπει να αρθρώνει το δικό του λόγο, όπως τον νιώθει».

- Ποιος είναι, τότε, ο λόγος που αποφασίσατε να το επανεκδώσετε;

«Ηταν κυρίως για να σπάσω μια σιωπή, μια πλήρη απουσία μου από τη δημοσιότητα: Θέλησα να αισθανθώ ότι ενοποιώ ξανά τη ζωή μου που κατακερματίστηκε πολλαπλά από τη δικτατορία. Να ξαναδώ τον εαυτό μου τότε και την εποχή εκείνη με τα σημερινά μου μάτια. Να διακρίνω αλληλουχίες και την "ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών", κατά την έκφραση του Καβάφη. Με δύο λόγια, και πιο απλά: Ηρθε πια ο καιρός να τ' αφήσω πίσω μου όλ' αυτά, σαν μια δική μου εμπειρία που μπορώ να τη σκέφτομαι όποτε και όπως θέλω. Αρκετά χρόνια έζησα σαν απελεύθερη. Θέλω να εκδώσω καινούργια ποιήματα τώρα -και τώρα, για πρώτη φορά, αισθάνομαι ότι μπορώ...».

Με την Αριστερά

Η Ρένα Χατζηδάκη μπήκε πολύ νέα στο αριστερό κίνημα, συνεργάστηκε με την «Πανσπουδαστική» και την «Επιθεώρηση Τέχνης», με τον Ασαντούρ Μπαχαριάν και τη Βάσω Κατράκη στην πρώτη εποχή της γκαλερί «Ωρα» στο Σύνταγμα, και με διάφορους εκδότες περιοδικών και βιβλίων ως κριτικός, αρθρογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων.

Μέλος του Πατριωτικού Μετώπου από την ίδρυσή του, συνελήφθη τον Οκτώβριο του 1967, κρατήθηκε 43 μερόνυχτα στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών και εν συνεχεία, ως υπόδικη, στις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ. Βγήκε με το δεύτερο νόμο περί «αμνηστίας» του 1968, υπό καθεστώς αναστολής της υποδικίας.

Από τα χρόνια της μεταπολίτευσης και μέχρι σήμερα εργαζόταν ως ψυχοθεραπεύτρια (αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Ομαδικής Ανάλυσης Αθηνών), συμμετείχε με τις ενδιαφέρουσες εισηγήσεις της σε πολλά διεθνή σεμινάρια ενώ ήταν μέλος σημαντικών ψυχαναλυτικών ιδρυμάτων και εταιρειών του εξωτερικού.

Οταν πέθανε η μητέρα της, η σπουδαία Λιλή Ζωγράφου (το 1998), η Ρένα Χατζηδάκη παραχώρησε στην Ηλιάκειο Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Ιστορικό Αρχείο Νεάπολης στην Κρήτη τα βιβλία της μητέρας της, αντικείμενα της βιβλιοθήκης της, φωτογραφίες καθώς και αρχειακό υλικό. Σήμερα η δανειστική βιβλιοθήκη έχει μια αίθουσα που φέρει το όνομα της Λιλής Ζωγράφου. 
(Tα στοιχεία εκτός του ποιήματος τα διαβάσαμε στο  indymedia . Σε άλλα σάιτ όπου αναδημοσιεύονται κομμάτια δεν αναγράφεται πηγή)

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Γιώργης Παυλόπουλος-3 σκόρπια ποιήματα κι ένα χαικού

Τα αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν' ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. 




Το σακί 

Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.
Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.




Της γύφτισσας


Στην Ανθή
Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.




24 
Ουρά παγονιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος

(από τα 33 χαικού)

*Η φωτό του Κ.Μπαλάφα

Mε τα λόγια του Γ.Σεφέρη-...Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά





Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.

“ΚΙΧΛΗ”




Αυτός ο τρυφερός μέσος άνθρωπος πάει να γίνει ο πιο συγκινητικός ανάμεσα στα πρόσωπά μου, ίσως γιατί συμβολίζει αυτούς που δηλώνουμε στην καθημερινή μας ομιλία με το επιφώνημα “ο κακομοίρης”. Ωστόσο, ας μην ξεχνούμε πως οι άκακοι αυτοί άνθρωποι, επειδή ακριβώς είναι εύκολοι, είναι συχνά οι καλύτεροι φορείς του κακού που έχει αλλού την πηγή του.

“ΔΟΚΙΜΕΣ Β΄”

...ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους·
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· “Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…”
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”



Η φύση είναι ό,τι υπάρχει το πιο αντίθετο με την ψυχή του ανθρώπου. Είναι κτηνώδης. Το αίσθημα του ωραίου δεν είναι φυσικό. Το αίσθημα του ηθικού δεν είναι φυσικό. Η ανάγκη της προσευχής δεν είναι φυσική, μήτε η ανάγκη της μοναξιάς, μήτε και το κίνητρο που μας σπρώχνει προς τη φύση. Ο άνθρωπος γυρεύει το Θεό, η φύση αδιαφορεί για το Θεό.

“ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Η ευαισθησία, για να είναι χρήσιμη ...

Υπάρχουν, φαντάζομαι, άνθρωποι που δεν τολμήσανε να ζήσουν, από υπερβολική ευαισθησία. Η ευαισθησία, για να είναι χρήσιμη, πρέπει να συντροφεύεται από ανάλογη δύναμη.

“ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

...κι όταν γυρεύεις τὸ θαῦμα  
... Οι άγγελοι εἶναι λευκοὶ πυρωμένοι λευκοὶ καὶ τὸ μάτι
μαραίνεται ποὺ θὰ τoυς ἀντικρίσει
καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος πρέπει νὰ γίνεις σὰν τὴν
πέτρα, όταν γυρεύεις τὴ συναναστροφή τους,
κι όταν γυρεύεις τὸ θαῦμα πρέπει νὰ σπείρεις τὸ αίμα σου
στὶς οχτὼ γενιὲς των ανέμων,
γιατὶ τὸ θαύμα δὲν εἶναι πουθενὰ παρὰ κυκλοφορεί μέσα
στὶς φλέβες του ανθρώπου



"Les anges sont blancs" - Hμερολόγιο καταστρώματος Α'


-Τα βρήκα σχεδόν όλα στο "Λογομνήμων"

Πρωί -Γ.Σεφέρης


Πρωί



Άνοιξε τα μάτια καὶ ξεδίπλωσε

τὸ μαύρο πανὶ πλατιά καὶ τέντωσέ το

άνοιξε τα μάτια καλά στύλωσε τα μάτια

προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις

πὼς το μαύρο πανὶ ξεδιπλώνεται

όχι μέσα στον ύπνο μήτε μέσα στὸ νερό

μήτε σαν πέφτουνε τα βλέφαρα ρυτιδωμένα

καὶ βουλιάζουνε λοξά σαν κοχύλια,

τώρα ξέρεις πως το μαύρο δέρμα του τυμπάνου

σκεπάζει ολόκληρο τον ορίζοντά σου

όταν ανοίξεις τα μάτια ξεκούραστος, έτσι.

Ανάμεσα στὴν ισημερία της άνοιξης και την ισημερία

του φθινοπώρου

εδώ είναι τα τρεχάμενα νερά εδώ είναι ο κήπος

εδώ βουίζουν οι μέλισσες μες στὰ κλωνάρια

καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αυτιά ενὸς βρέφους

καὶ ο ήλιος να! και τα πουλιά του παραδείσου

ένας μεγάλος ήλιος πιο μεγάλος απ᾿ το φως.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Τίτος Πατρίκιος-'Όταν μιλούν" και πέντε ακόμη ποιήματα





Όταν μιλούν στα καφενεία
για έρωτα κι ελευθερία και τέτοια
πως να τους πεις για τον ερειπωμένο έρωτα
που αντιστέκεται ακόμα και στην απομόνωση,
για τη δικαιοσύνη που φτιάχνεται στο χάος
χιλιάδων προσβολών και παραβάσεων,
πως να τους πεις για λευτεριά που μοναχά κερδίζεται
μεσα απ' το βάθος των αποπνικτικών δεσμωτηρίων

Αφανές μνημείο

Το χαράκωμα χορτάριασε, έγινε κοπρώνας.
Πάνω απ' τους νεκρούς μας
εκεί που πέσανε οι πιο γενναίοι
είναι ένα στρώμα τώρα από σκουπίδια,
σπέρματα από αυνανισμούς κι ασέλγειες.
Σαν αφανές μνημείο
που σκέπασε τα καλύτερά μας χρόνια.

Το πρόβλημα με τις αντωνυμίες

Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ
λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ
λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ.
Στην ουσία μόνο με το εγώ
μπορούμε να εννοήσουμε
κάποιον άλλο.

Ανοιχτά σύνορα

Θυμάσαι είχαμε κάνει την ίδια υπογράμμιση
στο ίδιο βιβλίο του Μαρξ...

Δεν υπάρχουν για μας μακρινοί περίπατοι
σε δρόμους ολόσκεπους με δέντρα
το πολύ στα κράσπεδα σκονισμένες πικροδάφνες.
Στις άδειες τσέπες μας δεν κουδουνάνε αστέρια
μόνο ένα κουτί τα πιο φτηνά τσιγάρα
και ρέστα από χιλιάρικο.
Το μέτρησαν επιτέλους οι ξένες αποστολές
το γράψαν οι εφημερίδες με ημίμαυρα
το αγνοούν οι Πολιτικές Επιστήμες του Πανεπιστήμιου:
στον τόπο μας
έχουμε κατά κεφαλήν
ογδόντα δολάρια εισόδημα το χρόνο.

Ακρόπολη
αρχαία μάρμαρα που με κοιτάτε
ποιοι πέρασαν
ποιοι πολέμησαν
ποιοι χάραξαν τ' όνομά τους
ποιοι μείναν άγνωστοι για πάντα
είμαι κι εγώ ένας απ' αυτούς.
Πατάω το ίδιο χώμα
με τα θαμμένα παράνομα βιβλία
και τ' αυτόματα που αρπάξαμε από τον εχθρό
στην ίδια πόλη ζω
που απλώνει πέρα από σύνορα και χρόνο.
Και γίνονται όλα ένα
τ' ανόμοια και τα μακρινά.

Ε, σεις πολιτείες που βρίσκεστε κοντά μου
σας μιλάω εγώ απ' την Αθήνα
στεφανωμένος από ένα γέρικο ουρανό
που βαρέθηκε να 'ναι γαλάζιος
τον Κόκκινο πρωινό ουρανό ολωνών μας.
Μιλάω σε σένα Παρίσι
με τις παλιές σου καρμανιόλες, λιθόστρωτο
πλυμένο απ' τη βροχή, το αίμα,
τις βρισιές των κομμουνάρων,
Παρίσι δίχως Σηκουάνα γι' αυτοκτονίες.
Σε σένα Άγια Πετρούπολη
με τα παρμένα Χειμερινά Ανάκτορα
που γδύθηκες τ' όνομά σου
για να φορέσεις την απλή στολή του Λένιν.
Μιλάω σε σένα Μαδρίτη
κάρβουνα σαν και μας
καρφωμένη απ' τις μαυριτάνικες λόγχες,
Μαδρίτη αγαπημένη, οδόφραγμα δικό μας.

Πέφτοντας κάπου μα πάντα νικώντας.
Το εμβατήριο.

Γενάρης 1950

Οφειλή

Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ’ έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ’ τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.



Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Τίτος Πατρίκιος - Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις



Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρείς τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ο,τι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα