Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Μίλτος Σαχτούρης: Ο καθρέφτης-Η φεγγαράδα

 

Ὁ καθρέφτης

Στὴ Νόρα Ἀναγνωστάκη
Σὰ γύρισε ὁ καθρέφτης μου
στὸν οὐρανὸ
φάνηκε
ἕνα φεγγάρι μισοφαγωμένο
ἀπὸ τὰ κόκκινα μυρμήγκια
τῆς φωτιᾶς
κι ἕνα κεφάλι πλάι του
νὰ καίει κι αὐτὸ μέσα σε πύρινη
βροχὴ
νὰ λάμπει τὸ κεφάλι
νὰ φέγγει
καθὼς τὸ ἔπαιρνε τὸ ἔκανε κάρβουνο
ἡ φωτιὰ
νὰ ψιθυρίζει:
-Τὰ δέντρα καῖνε φεύγουνε σὰν τὰ μαλλιὰ
ὁ ἄγγελος χάνεται μὲ καψαλισμένα
τὰ φτερὰ
κι ὁ πόνος
σκύλος μὲ σπασμένο πόδι
μένει
μένει

 

Ἡ φεγγαράδα

Ἀπὸ αἷμα πουλιῶν πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει τὸ φεγγάρι
πότε πίσω ἀπὸ δέντρα
πότε πίσω ἀπὸ θηρία
πότε πίσω ἀπὸ σύννεφα
μὲ θόρυβο ποὺ ξεκουφαίνει τὰ φτερὰ ἀγγέλων
κάτι θέλουν νὰ ποῦν κάτι σημαίνει
εἶναι ἀκόμα καλοκαίρι
ὅμως μιὰ μυρωδιὰ ἀπὸ θειάφι φράζει τὸ χειμώνα
δὲν ἔχει οὔτε καρέκλα νὰ καθίσεις
καὶ οἱ καρέκλες ἔφυγαν στὸν οὐρανό

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου, Φυγή- Γιώργος Σεφέρης


Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου

- Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου.
- Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μοῦ ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι ὅμως σὰν ἤμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος.
- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ-σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι οἱ πλαγιές σου.
- Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχουνται ὡς τοὺς ὤμους
κι ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους.
- Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν.
- Γιατί εἶναι ἀπόμακρη φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεσαι στὸ χῶμα.
- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους.
- Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πὼς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα.
Ἀθήνα, ἄνοιξη ῾38

 
Φυγή

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.

Φωτιές του Άι-Γιάννη, Έγκωμη -Γ.Σεφέρης


Φωτις το ϊ-Γιάννη

μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δν μπορε ν᾿ λλάξει
δν μπορε ν γίνει τίποτε.
χυσαν τ μολύβι μέσα στ νερ κάτω π τ᾿ στέρια κι ς νάβουν ο φωτιές.

ν μείνεις γυμν μπροστ στν καθρέφτη τ μεσάνυχτα βλέπεις
βλέπεις τν νθρωπο ν περν στ βάθος το καθρέφτη
τν νθρωπο μέσα στ μοίρα σου πο κυβερν τ κορμί σου,
μέσα στ μοναξι κα στ σιωπ τν νθρωπο
τς μοναξις κα τς σιωπής
κι ς νάβουν ο φωτιές.

Τν ρα πο τέλειωσε μέρα κα δν ρχισε λλη
τν ρα πο κόπηκε καιρός
κενον πο π τώρα κα πρν π τν ρχ κυβερνοσε τ κορμί σου
πρέπει ν τν ερεις
πρέπει ν τν ζητήσεις γι ν τν ερει τουλάχιστο
κάποιος λλος, ταν θά χεις πεθάνει.

Εναι τ παιδι πο νάβουν τς φωτις κα φωνάζουν μπροστ στς φλόγες μέσα στ ζεστ νύχτα
(Μήπως γινε ποτς φωτι πο ν μν τν ναψε κάποιο παιδί, ρόστρατε)
κα ρίχνουν λάτι μέσα στς φλόγες γι ν πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενά μας κοιτάζουν ξαφνικ τ σπίτια, τ χωνευτήρια τν νθρώπων, σν τ χαϊδέψει κάποια
νταύγεια).

Μ σ πο γνώρισες τ χάρη τής πέτρας πάνω στ θαλασσόδαρτο βράχο
τ βράδυ πο πεσε γαλήνη
κουσες π μακρι τν νθρώπινη φων τς μοναξις κα τς σιωπς
μέσα στ κορμί σου
τ νύχτα κείνη το ι-Γιάννη
ταν σβησαν λες ο φωτιές
κα μελέτησες τ στάχτη κάτω π τ᾿ στέρια.

Λονδίνο, ούλιος 1932


γκωμη

ταν πλατς κάμπος κα στρωτός· π μακρι φαινόνταν
τ γύρισμα χεριν πο σκάβαν.
Στν οραν τ σύννεφα πολλς καμπύλες, κάπου-κάπου
μι σάλπιγγα χρυσ κα ρόδινη· τ δείλι.
Στ λιγοστ χορτάρι κα στ᾿ γκάθια τριγυρίζαν                          
ψιλς ποβροχάρισσες νάσες· θά χε βρέξει
πέρα στς κρες τ βουν πο παιρναν χρμα.

Κι γ προχώρεσα πρς τος νθρώπους πο δουλεύαν,
γυνακες κι ντρες μ τ᾿ ξίνια σ χαντάκια.
ταν μία πολιτεία παλιά· τειχι δρόμοι κα σπίτια                     
ξεχώριζαν σν πετρωμένοι μυνες κυκλώπων,
νατομία μις ξοδεμένης δύναμης κάτω π᾿ τ μάτι
το ρχαιολόγου το ναρκοδότη το χειρούργου.
φαντάσματα κα φάσματα, χλιδ κα χείλια, χωνεμένα
κα τ παραπετάσματα το πόνου διάπλατα νοιχτά                  
φήνοντας ν φαίνεται γυμνς κι διάφορος τάφος.

Κι νάβλεψα πρς τος νθρώπους πο δουλεύαν
τος τεντωμένους μους κα τ μπράτσα πο χτυποσαν
μ᾿ να ρυθμ βαρ κα γρήγορο τούτη τ νέκρα
σ ν περνοσε στ χαλάσματα τροχς τς μοίρας.                     

ξαφνα περπατοσα κα δν περπατοσα
κοίταζα τ πετούμενα πουλιά, κι εταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τν αθέρα τ᾿ ορανο, κι ετανε θαμπωμένος
κοίταζα τ κορμι πο πολεμοσαν, κι εχαν μείνει
κι᾿ νάμεσό τους να πρόσωπο τ φς ν᾿ νηφορίζει.                   
Τ μαλλι μαρα χύνουνταν στν τραχηλιά, τ φρύδια
εχανε τ φτερούγισμα τς χελιδόνας, τ ρουθούνια
καμαρωτ πάνω π᾿ τ χείλια, κα τ σμα
βγαινε π τ χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
μ τ᾿ γουρα βυζι τς δηγήτρας,                                                          
χορς κίνητος.

Κι γ χαμήλωσα τ μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, κα ζύμη δν γγίζαν
γυνακες γνέθανε, τ᾿ δράχτια δ γυρίζαν
ρνι ποτίζουνταν, κι γλώσσα τους στεκόταν                               
πάνω π πράσινα νερ πο μοιαζαν κοιμισμένα
κι ζευγς μενε μ᾿ νάερη τ βουκέντρα.
Κα ξανακοίταξα τ σμα κενο ν᾿ νεβαίνει·
εχανε μαζευτε πολλοί, μερμήγκια,
κα τ χτυποσαν μ κοντάρια κα δν τ λαβναν.                     
Τώρα κοιλιά της λαμπε σν τ φεγγάρι
κα πίστευα πς ορανς ταν μήτρα
πο τν γέννησε κα τν ξανάπαιρνε, μάνα κα βρέφος.
Τ πόδια της μείναν κόμη μαρμαρένια
κα χάθηκαν· μι νάληψη.
                        κόσμος                                                                                     
ξαναγινόταν πως ταν, δικός μας
μ τν καιρ κα μ τ χμα.
                        ρώματα π σκίνο
πραν ν ξεκινήσουν στς παλις πλαγις τς μνήμης
κόρφοι μέσα στ φύλλα, χείλια γρά·
κι᾿ λα στεγνσαν μονομις στν πλατωσι το κάμπου         
στς πέτρας τν πόγνωση στ δύναμη τ φαγωμένη
στν δειο τόπο μ τ λιγοστ χορτάρι κα τ᾿ γκάθια
που γλιστροσε ξέγνοιαστο να φίδι,
που ξοδεύουνε πολ καιρ γι ν πεθάνουν.