Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Eκτωρ Κακναβάτος

Γεγονός έσχατο η εκατόχρονη οργή σου

Πρώτο που αυτοί αποφασίζουνε πως κινδυνεύομε και πως θέλομε δε θέλομε θα μας “εσώσουν”. Δεύτερο που απ’ τις αξίες προτιμούν τα αξιώματα, τι να τις κάνουνε τις παλιατζούρες. Τρίτο γεγονός το ανάστημά σου που τους καταργεί. Τέταρτο που οι εύπιστοι, που να τους πάρει ο διάολος, χειροκροτούν το φίμωτρο για τις “φωνασκίες των πληβείων” κι ούτε που θέλουνε να δούνε πως κόψε από δω κόψε απ’ εκεί σε τεμαχίσανε σε οικόπεδα και μυρμηγκότρυπες οι άψωλοι. // Γεγονός προχωρημένο που στους δρόμους σου […] οι μειοδότες περιφέρανε τ’ ατίμητά σου, το αίμα σου αιώνων στα διεθνή χρηματιστήρια σ’ αγοραστές βορά της φτήνιας και που πιάσανε τα υψώματά σου οι φαύλοι κι οι αχρείοι […] Γεγονός έσχατο η εκατόχρονη οργή σου.

Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο

Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ

Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τελείωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.

Ρήγμα στον κρόταφο

Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.

Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απ’ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.


Λέγοντας πέτρες

Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
… χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…

Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο•
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα. 


Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
και ύστερα καλή μ΄ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μεσ΄ στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ΄ τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Γιῶργος Σαραντάρης -3 ποιήματα


Ήταν γυναίκα , ήταν όνειρο

Ήταν γυναίκα , ήταν όνειρο, ήτανε και τα δύο
Ο ύπνος μ'εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σα να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μου 'λεγε πως μ' αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μου'λεγε πονούσε να μη ζη μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα νιώθοντας την υγεία της σα δική μου υγεία
Οταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ' αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώση
Ήταν ήλιος ήταν πρωι όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη.

Η άνοιξη ξανα θα κάνη φόνο

Λένε πως η άνοιξη ξανα
Πρώτα θα κάνη φόνο

Πρώτα θα κάνει φόνο
Και ύστερα θα πεθάνη

Λένε πω η άνοιξη ξανά
Έχει φιλήσει όλους

Τα παλικάρια έφυγαν
Έμειναν οι κοπέλες

Και τίποτα δεν έρχεται ξανά
Αν η άνοιξη δεν έρχεται

Λένε πως έφτασε η ζεστή
Η πιο ζεστή μας μέρα


Η μουσική μας απαγγέλνει έρωτες άσπρους

Κι ακόμα η μουσική μας απαγγέλνει
Έρωτες άσπρους μέσα στη σελήνη
ενώ κοιτάζουν άσχημα οι ζητιάνοι
Και ο κήπος προς την άνοιξη πηγαίνει

Ο κήπος προς την άνοιξη πηγαίνει
Οι έρωτες ασπρίζουν τη σελήνη
Έμελλε η χορδή να σπάση του χειμώνα
Και μια φωνή ξανθή να δραπετεύση

Όταν η τύχη έφυγε γινήκαμε παιδιά
Τα ρόδα μας εφάγανε τα χείλη
Τα περιστέρια σκέπασαν τη νύχτα
Κι οι ώρες δε μπόρεσαν να πέσουν στο σκοτάδι



Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Νίκος Καρούζος 2 ποιήματα

ΑΣΜΑ ΜΙΚΡΟ

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

ΟΥΡΑΝΟΘΕΝ

Η πλημμυρίδα των πουλιών τη χαραυγή
κ' η σιωπή εντός μου.
Κατόπιν η βροχή που μάχεται τα πρόσωπα
ύστερα πάλι σιωπή
πριν απ' τον ήλιο χρυσαφένιο.
Ήλιος για όλα τα χρόνια.

Χρηστος Βακαλόπουλος-Η γραμμή του ορίζοντος

Το βιβλίο του Χ.Βακαλόπουλου "Η γραμμή του ορίζοντος" εκτός του ότι είναι από τα πιο αγαπημένα μου, είναι νομίζω ένα ξεχωριστό, ιδιαίτερο και κομβικό δείγμα γραφής. Ειναι μεγάλο κρίμα που ο Βακαλόπουλος έφυγε τόσο νωρίς. Τεράστιο κρίμα...
 Εννοείται οτι συστήνω το βιβλίο μετα μανίας, ειδικά σε αυτούς που δεν ικανοποιούνται με μια ικανοποιητική πλοκή ή με ένα γενικά ωραίο και ίσως "γνωριμο" γράψιμο, αλλά ψάχνουν για τρόπους μοναδικούς και ανεπανάληπτους δηλαδή για έργα τέχνης.

Ενα απόσπασμα που βρήκα στο διαδίκτυο στο "Σπουδαστήριο νέου Ελληνισμού"

Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Kυψέλη, η Eλλάδα και ο πλανήτης Γη. Tώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Aυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη όπως συνέβαινε με την Έρση. Aν ήσουνα η ωραιότερη στην Eλλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Yφήλιο και να σε παντρέψουν μ' ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ήταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη γιατί υπήρχε μια μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Aνάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, κάτι πάθαινε η επιτροπή και ενθουσιαζόταν με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. Έτσι, το βράδυ της Aνάστασης η Έρση ήταν λίγο στενοχωρημένη, αλλά μετά της περνούσε γιατί είχε μαγειρίτσα και δεν σκεφτόταν πια την επιτροπή που ξεχνούσε να κάνει τη δουλειά της καθώς τις φίλαγε όλες σταυρωτά μέσα στα πυροτεχνήματα.
      Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Kυψέλη κι έτσι πολλοί ήθελαν να γίνουν κάτι στην Eλλάδα που φαίνεται ότι ήταν πιο εύκολο ενώ μερικοί κατάλαβαν το κόλπο κι άρχισαν να λένε ότι αυτοί δεν αξίζουν για την Eλλάδα, αξίζουν μόνο για τον πλανήτη Γη. O πλανήτης Γη έκανε προπαγάνδα στην Eλλάδα, της έβαζε συνεχώς την ιδέα ότι αυτός είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο και με τη σειρά της η Eλλάδα πίεζε την Kυψέλη να της αναγνωρίσει τα πρωτεία. Όμως η Kυψέλη δεν είχε κανέναν να πιέσει κι έτσι, μια φορά κι έναν καιρό, η Kυψέλη υποχρέωνε τον εαυτό της να είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο και η Έρση ήταν υποχρεωμένη να είναι η ωραιότερη χωρίς να χρησιμοποιεί τη φωτογένεια. Aργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Kυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Έρση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν.
      Yπήρχε μία αόρατη επιτροπή κι αργότερα διαλύθηκε επειδή ο πλανήτης Γη απέδειξε στην Eλλάδα με ατράνταχτα επιχειρήματα και άφθονο φωτογραφικό υλικό ότι ο κόσμος είναι ένας, κατά βάθος στρογγυλός. Ήρθαν πολλοί άνθρωποι από την Eλλάδα στην Kυψέλη κι έλεγαν στην αόρατη επιτροπή ότι αποκαλύφθηκε επιτέλους η αλήθεια, ζούμε όλοι σ' ένα παγκόσμιο χωριό. Tι να κάνει η επιτροπή; Kαθώς δεν συνεδρίαζε ποτέ επειδή τα μέλη της ήταν απασχολημένα να ζουν άλλος εδώ κι άλλος εκεί και να συναντιούνται μόνο στην Aνάσταση όπου έχαναν τ' αυγά και τα πασχάλια, στο τέλος, με το πες πες πες, αναγνώρισε το λάθος της η επιτροπή και διαλύθηκε. Σιγά-σιγά έγιναν όλοι παγκόσμιοι χωριάτες. Tους είχε αποκαλυφθεί βέβαια η αλήθεια, αλλά το πρόβλημα δημιουργήθηκε αμέσως μετά γιατί άρχισαν να γυρνάνε σαν τις άδικες κατάρες κι ενώ η αλήθεια είχε γίνει γνωστή όλοι νόμιζαν ότι άκουγαν μόνο ψέματα. Παλιά υπήρχαν μόνο τρία μέρη στον κόσμο και καμιά φορά έλεγαν ψέματα το ένα στο άλλο, όμως τώρα υπήρχε μόνο το παγκόσμιο χωριό που έλεγε συνεχώς ψέματα στον εαυτό του, φαινόταν στα μάτια του ότι έλεγε ψέματα. Ήταν υποχρεωμένο να λέει συνεχώς ψέματα γιατί αν έλεγε την αλήθεια έστω και μία στιγμή, αν λύγιζε και παραδεχόταν την αλήθεια, τότε η ωραιότερη του παγκόσμιου χωριού δεν θα ήταν μια φωτογραφία, θα ήταν μία γυναίκα κι άντε βρες την ωραιότερη γυναίκα μέσα στο παγκόσμιο χωριό, τώρα μάλιστα που διαλύθηκε η αόρατη επιτροπή και δεν μαζευόταν πια ούτε στην Aνάσταση. Έβαλαν νερό στο κρασί τους κι έλεγαν ψέματα συνεχώς στον εαυτό τους ότι η ωραιότερη γυναίκα του παγκόσμιου χωριού δεν ήταν γυναίκα, αλλά φωτογραφία. Έτσι η αλήθεια οδήγησε στο ψέμα και δεν μπορούσαν να χαρούν στην Aνάσταση και ταξίδευαν όλοι μακριά ώστε να κάνουν μόνοι τους Πάσχα, να μην τους πάρει κανένα μάτι και καταλάβει ότι είχαν μεγάλο άγχος στο παγκόσμιο χωριό τώρα που η αλήθεια τους είχε οδηγήσει με ατράνταχτα επιχειρήματα και άφθονο φωτογραφικό υλικό στη λατρεία του ψέματος.
      Yπήρχε μία αόρατη επιτροπή και κάποτε τα μάζεψε. Γυρίζουν σαν τις άδικες κατάρες, ψάχνουν την Aνάσταση σε διάφορα θέρετρα. Λένε πολλά ψέματα, φαίνεται στα μάτια τους. Όσοι δεν τα κατάφεραν να γίνουν φωτογραφίες μετατρέπονται σε ανθρώπους άλλων εποχών, περασμένων και μελλοντικών. Yπάρχουν ακόμα αόρατα ελληνικά νησιά που τους υποδέχονται ανακατεμένους με τους παγκόσμιους χωριάτες, προσπαθούν να τους παρηγορήσουν. Yπήρχε η ωραιότερη γυναίκα και τώρα προσπαθεί να γίνει φωτογραφία στη Σαντορίνη, είναι κατάμαυρη. Θα μπορούσε να είναι ένας άνθρωπος μιας άλλης εποχής, αλλά αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο και από το να γυρνάς σαν την άδικη κατάρα, από το να έχεις άγχος. Ήταν πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Kυψέλη, σε ήξεραν απ' έξω και ανακατωτά, σε αγαπούσαν επειδή ήσουνα αδύναμη, σε γούσταραν χωρίς φωτογένεια. Tώρα αυτό είναι αδύνατον γιατί ο κόσμος είναι ένας, κατάφερε να γίνει ένας χάρη στη φωτογένεια. Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο, μία συνοικία, μία χώρα κι ένας πλανήτης. Πήγαιναν στην Aνάσταση, είχαν όλοι φωτογένεια, έβγαζαν κάτι λάμψεις, φίλαγαν σταυρωτά ο ένας τον άλλον μέσα στα πυροτεχνήματα. Mετά αποκαλύφθηκε η αλήθεια και τα ψέματα απέκτησαν φωτογένεια σε διάφορα θέρετρα.
(από το H Γραμμή του Oρίζοντος, Eστία 1991)

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Γιάννης Ρίτσος - Από τη Ρωμιοσύνη

II

Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
      της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το
      μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
      τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ' οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι
      του Aλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
      απ' τον καημό της δύσης.

H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
      λεκιασμένη απ' τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο
      η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ' η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του
      καλοκαιριού "κι αυτό θα περάσει"
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ' τα εφτά
      σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει
      το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρό-
      φυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ' αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το
      αλάτι.
Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ' Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο
      δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κρι-
      θαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρά με τ' αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ' τα πολλά τα χρόνια -
η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατα-
      κόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ' η μάνα κάτου απ' τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.
Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού -
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις
      πάλι τ' άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και
      τ' Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυ-
      ρώσει τις δαγκάνες του.

Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου, Ανέκδοτα Ποιήματα

ποιείν


H σάρκα αποχωρίζεται από το σώμα της,
Το σούρουπο, σαν σπόρος εκσφενδονίζεται,
στα ρημαγμένα χωράφια, που αδιάντροπα
χάσκουν αποκαμωμένα.
Τι να θρέψης; Τι να μαζέψεις;
Χρόνια Πολλά..! φώναξε ο αγροφύλακας…
Από το θεωρείο οι νεκροί μειδιούν.
Ε, αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.
Οι νεκροi…Νεκροί..
Οι ζωντανοί ….ηλίθιοι.
2. W.B.Y
Φορούσε ανάποδα τα μάτια, το βραδύ εκείνο
Που ξημέρωσε χωρίς τον ήλιο.
Διάβαζε ακατανόητες λέξεις από παιδικά
Παραμύθια
Κάτω από τις γριές λεύκες, χάραξε με μαχαιριές
το σώμα τ όνομα του
Θελτωρ….θελτωρ….
Η μνήμη των ματιών κορεστηκε.
Οι εικόνες μοιραία εξοστρακίζονται,
Τα πληρωμένα πάθη του, ενα ένα γεμίζουν
ατελεύτητα το κιβώτιο προσφορών.
Θελτωρ….θελτωρ….
Πειρασμός, ουκ εστιν..

3. Ρ.Ε
Το χαμόγελο της, την ώρα που η αγκαλιά
σου, δεν χωρά παρά μόνο εκείνη
Τα μάτια της, που ατενίζουν το κενό με ελπίδα
Δεν αμφιβάλλει, δεν μιλά, δεν αναπνέει…
Τα χέρια παρατημένα στο σώμα, πλήρη από αγάπη
Χορτασμένα, σχεδόν αχρείαστα
..Τα μπράτσα σου αγαπημένε σκιάζουν το φως,
που απροσκάλεστο ξεγελά τις γρίλιες..
Κλείνεις την Νυς στο σώμα σου, κοιτάς με δέος
την ευτυχία ξανά.να Καλπάζει, με το έρεβος
συνεπιβάτη.
4.Α.Ν
Όταν θα έρθω, θα πλυθώ,
να μην σου βρωμούν τα χνώτα
Θα λουστώ κιόλας, μην πληγωθείς
στα κομπιασμενα μου μαλλιά,
Λέω να σου χαρίσω το λουλούδι, που
μάδησα, μόλις χτες, Ίσως, τότε να με θέλεις.
Αν η τύχη το θελήσει, ίσως τότε να δακρύσεις.
5.Εκει
Την άφησα εκεί, στην πόρτα, σχεδόν γυμνή,
να περιμένει.
Έφυγα!
Να γυρίσω ούτε κουβέντα. Δεν το έλπιζα..
Πέρασαν μέρες, μήνες, χρόνια,.
Δυο σκυλιά, ένα γατί και καμπόσα χελιδόνια
Εκείνη αγέρωχη….Εκεί.
Κι ήρθε ο πόλεμος, πολύ το χιόνι και
Ο θάνατος.
Τα δέντρα καήκαν, τα νερά στέρεψαν, κι ο ουρανός
αποχώρησε.
Εκείνη δεν με λυπήθηκε.. και στέκει ακόμα Εκεί.
6.Ωρα 12,00
Αγάπη μου, ήρθε η ώρα.
Σ αποχαιρετώ.
Σηκώνω ψηλά το ποτήρι μου,
γα το ανεξίτηλο ύστατο αντίο.
Μοναδική μου αποσκευή η θύμηση
των φίλιων σου. Θα καρτερώ τον χρόνο
να περάσει, και το Φθινόπωρο, στην Γη
θα τα στρώσω με την πρώτη βροχή
να θρεψουν.
Μην κλαις .Όρκο μην πάρεις. χορό μην χορέψεις
Όταν περιπλανώμενος, πάλι θα επιστρέψω,
κέντησε, στο λαιμό σου, κομμάτι από τον
βράχο που παιδιά, μαζί σκαλίσαμε,.
Εγώ ,μια ανθοδέσμη θα κρατώ, ίδιο χρώμα
με τα φιλιά σου.
7.Γραμμα στον Γιαννη Ριτσο
Που να οδηγούν άραγε, τούτες οι
υγρές πατημασιές, από άμμο και
θαλασσινό νερό σχηματισμένες;
Ποιος, άραγε κρύβει με τα χέρια του
όλα τούτα τα νεκρά, ξεψυχισμένα φύλλα;
Περά για πέρα έως ότου αντέχει το νεφικο να κουβαλά
ο ήλιος καίει σε μια γωνιά τις απαντήσεις.
Αλήθεια, ποιος τολμά να αντιδράσει αλήθεια; ποιος να ζήσει
μπορεί, πέρα από τον ήλιο, πάνω απ τον ήλιο
μέσα στον ήλιο, Χωρίς τον ήλιο;
Αλήθεια, πέστε μου, Υπάρχει κανείς, ανάμεσα
στα φύλλα και τις
υγρές πατημασιές
Βιαστείτε, το νεφικό πλησιάζει. Δεν θα αργήσει,
θα σκεπάσει τον ήλιο.
8. Ταξίδι Ορφανό
Δεν είχα σκοπό να σου μιλήσω, για τις λεμονιές στην Λάπηθο.
Ούτε πάλι για το λαμπυρισμα της θάλασσας, στον κόλπο της Κερύνειας.
Είχα σκοπό, όλα τα μυστικά κι ανείπωτα να σου φανερώσω κι όσο χρειαστεί να καρτερώ τα γιασεμιά στο Bellapais ν ανθήσουν.
Θα σε φιλούσα τότε στα μαλλιά, θα σ έπαιρνα απ το χέρι,
και σαν ιπτάμενος σκιερ, θα σε ταξίδευα πάνω απ τις κόκκινες στέγες,
Τα κρύα νερά που αβίαστα αναβλύζουν ώριμα φρούτα στα δέντρα, τις πατημασιές που χαράζουν το χώμα, τα σκιάχτρα με τα κουρελιασμένα πουκάμισα, και τ αλώνια που ανέμελα τα αγόρια μεγαλώνουν.

9. Το Όνομα

Απόκρυφο τα όνομα, μην το ξεστομίσεις, Χάθηκε.
Ρίξε τα ζάρια, συγύρισε τ άστρα, αλλά κρυφο το όνομα. Κρυφό!
Τ ονομα να λες, με τ όνομα του,
Την γη να φωνάζεις γυναίκα σου,
Τα βουνά να τρομάζεις με ανεμηδες,
Των πόταμων τα νερά θαλασσινά, κι η Αλμύρα αλάτι
να γίνεται ,το αλάτι νερό να μην χορταίνει.
Τ Όνομα όμως Κρυφό, όσο η ζωή που κυνηγά την ζωή,
Κι ο θάνατος τον θάνατο.

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Αλλά σαν έφτασε στο ικρίωμα- Μπρεχτ

Αλλά σαν έφτασε στο ικρίωμα για να τον σκοτώσουν
έφτασε σ'ένα ικρίωμα, που το χαν όμοιοι του φτιάξει.
Ακόμα κι ο μπαλτάς που τον περίμενε
απ' όμοιους του ήτανε φτιαγμένος. Είχανε φύγει μοναχά
ή δεν τους είχαν διώξει, όμως εκεί
μέσα στο έργο τους βρίσκοταν τα χέρια τους. Ως και το φως
στους διαδρόμους που πέρασε για να πάει στο θάνατο
δε θα υπήρχε χωρίς αυτούς. Ακόμα και το σπίτι
απ' όπου τον αρπάξανε, ακόμα κι όποιο άλλο σπίτι.
Γιατί
λοιπόν να 'ναι ολομόναχος, αυτός που μιλούσε για χάρη τόσων
άλλων;
Επειδή
οι καταπιεστές ενώνονται
μα οι καταπιεσμένοι μένουν χωρισμένοι!!!

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Η αγάπη είναι ο φόβος-Μανόλης Αναγνωστάκης


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν

Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.

Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα' ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951)

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Άκου...


Άκου το φεγγάρι πάνω στο νερό
Ό,τι σε απορρίπτει
εγκατάλειψέ το
Βγες απ΄ την παλιά σου ύπαρξη
Φύγε απ΄ την πνιγηρότητα
και τα περίτρομα μέλλοντα.
Είναι μαθητεία βάναυση κι αχρείαστη.
Μην της μιλάς καν!
Μπες στο λεωφορείο μιας καινούργιας λαχτάρας
Φόρα λευκό πουκάμισο ξανά
Έτσι αδειανό,
για μιαν άλλη Ελένη
λούσου με μιας καινούργιας πλάνης το νερό,
κι ανοίξου
ανοίξου
Δεν χρειάζεσαι εισιτήριο
Θα βρεις τον άνεμο στο δρόμο
Ου γαρ έρχεται μόνον το έαρ
Κι ένα λιμάνι λαμπερό
στων άστρων τα βεγγαλικά χαμένο,
μελλούμενο κι αυτό
σε περιμένει.
.   .γιώργος σαρρής .   .

Ανεβαίνω- Κ.Αθανασούλης

Πάρτε με στην αγκαλιά σας και πέστε μου: είσαι ζαλισμένος.
Βάλτε με να καθίσω με την συντροφιά σας και πέστε μου: είσουν πολύ μοναχός.
Στρώστε μου ένα κρεβάτι με απαλά χέρια και πέστε μου: πολύ κουράστηκες.
Πέστε το ο ένας στον άλλο πως από σήμερα μ'ανεβάζουν τα χέρια σας
σ' ένα φώς που γεννιέται μέσα σε μάτια αποφασισμένα.
Σύντροφοι αυτής της πορείας βγάλτε από μέσα μου
τη λάσπη που η ψυχή μου πατεί, λερώνεται κι αγωνίζεται να ξεπεράσει.
Πιο πέρα είναι ο καλοκαιρινός δρόμος. Λίγο πιο πέρα
ανθίζουν οι ακακίες, τραγουδούν οι σειρήνες. Και μεις βουλώνουμε τα αυτιά μας φοβισμένοι
μήπως χαθούμε μέσα σε μια γλυκιά μουσική.
Εμπρός λοιπόν. Τ' άστρο μου κρέμασε μια αχτίνα. Ανεβαίνω
κρατώντας αυτή τη φωτεινή κλωστή, αιωρούμαι στην αγκαλιά τόσων κινδύνων.
Αν πέσω, ας πέσω, όλα τα χέρια σας ανοιγμένα θα με κρατήσουν και δε θα πεθάνω ποτέ,
μέσα σ' αυτά τα αγαπημένα σας χέρια.

Μπρεχτ-'Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι

 (Το μεταφερω από σχόλιο της Πολίνας Μοίρα και την ευχαριστώ)

'Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του, «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;».«Σίγουρα» απάντησε αυτός.
«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Οταν π.χ. ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό, γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία μέσα σε αυτές τις κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν π.χ. τη γεωγραφία για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες που θα βρίσκονταν κάπου τεμπελιάζοντας. Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον.
Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ’ όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα από αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θα απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σε αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο.
Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πώς ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θα άρχιζε η αληθινή ζωή.
Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά από αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τα άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα.
Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»