Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Μανώλης Αναγνωστάκης

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925.Μέγας ποιητής της λεγόμενης γεννιάς της ήττας. Εθνική Αντίσταση, ΕΠΟΝ, κι ύστερα πολιτική δράση με φυλακές εξορίες και όλο το σχετικό τραπέζι που έστρωσε αυτή η χώρα σε όσους πραγματικά την τίμησαν δωρίζοντάς της όχι μόνο το ταλέντο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελεύθερη ψυχή τους. Εγραψε λίγο επιλέγοντας τη σιωπή από τη δημόσια έκθεση που άλλοι επέλεξαν να απολαύσουν μετά την πτώση της χούντας. Ηταν όπως θα έλεγε ο Ο.Ελύτης "του ολίγου και του ακριβούς..."
Εφυγε στις 23 Ιουνίου του 2005

 
"Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες" (Στόχος, 1970)



 Μιλῶ…

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.
Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει
Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.

Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε...

Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε
Ἀλλότριο πλῆθος ἕρπει τώρα στὶς λεωφόρους
Ἀλλάξαν καὶ τῶν προαστίων οἱ ὀνομασίες
Ὑψώνονται ἄσυλα στὰ γήπεδα καὶ στὶς πλατεῖες.
Ποιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου; Ἐδῶ οἱ ἐπίγονοι
Λιθοβολοῦν τοὺς ξένους, θύουν σ᾿ ὁμοιώματα,
Εἶσαι ἕνας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκλησίασμα
Κι ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ἀφορίζουνε τοὺς ξένους
Ρίχνουνε στοὺς ἀλλόγλωσσους κατάρες
Ἐσὺ στοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους χώσου
Στὶς δαιδαλώδεις κρύπτες ποὺ δὲν προσεγγίζει
Οὔτε φωνὴ ἀγριμιοῦ ἢ ἦχος τυμπάνου·
Ἐκεῖ δὲ θὰ σὲ βροῦν. Γιατί ἂν σ᾿ ἀφορίσουν
Κάποιοι –ἀναπόφευκτα– στὰ χείλη τους θὰ σὲ προφέρουν
Οἱ σκέψεις σου θ᾿ ἀλλοιωθοῦν, θὰ σοῦ ἀποδώσουν
Ψιθυριστὰ προθέσεις, θὰ σὲ ὑμνήσουν.
Μὲ τέτοιες προσιτὲς ἐπιτυχίες θὰ ἡττηθεῖς.
Τεντώσου ἀπορρίπτοντας τῶν λόγων σου τὴν πανοπλία
Κάθε ἐξωτερικὸ περίβλημά σου περιττὸ
Καὶ τῆς Σιωπῆς τὸ μέγα διάστημα, ἔτσι,
Τεντώσου νὰ πληρώσεις συμπαγής.

Κι ἤθελε ἀκόμη...

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Δρόμοι παλιοί
Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ' ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε

Ο φόβος ξέρετε...

Παρήγγειλα στις δημόσιες υπηρεσίες
να σταματήσουν επιτέλους να μου στέλνουν
καθημερνά φόρμες δηλώσεων υποταγής

αφού ο δειλός μου εαυτός, ειναι πλεον νεκρός
και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανείς
που να ενδιαφέρεται να υπογράψει.

Ηταν ο πρώτος βλέπετε
που αποφάσισε να αυτοκτονήσει
και μάλιστα δημόσια, μπροστά στις οθόνες,
πνιγμένος απ' το κολάρο και τη γραβάτα του.

Ο φόβος ξέρετε...
εκτός υποταγής
κρύβει πάντα και θάνατο.

.              . γιώργος σαρρής .              .

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Το τραγούδι του έμπορα - Μπ. Μπρεχτ


Ρύζι έχει κει κάτω κοντά στο ποτάμι
Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι
Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες
θ' ακριβύνει το ρύζι γι' αυτούς εκεί πάνω
Οι μαούνες του ρυζιού θα 'χουν λιγότερο ρύζι
και το ρύζι φτηνότερο θα 'ναι για μένα

Τι είναι στ' αλήθεια το ρύζι
Πού να ξέρω το ρύζι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Φτάνει χειμώνας και χρειάζουνται ρούχα
Πρέπει μπαμπάκι λοιπόν ν' αγοράσουμε
και το μπαμπάκι να μην το πουλήσουμε
Σαν θα 'ρθει το κρύο, θ' ακριβύνουν τα ρούχα
Τα κλωστήρια πληρώνουν πολύ ψηλά μεροκάματα
Κι έπειτα υπάρχει πάρα πολύ μπαμπάκι

Τι είναι στ' αλήθεια το μπαμπάκι
Πού να ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Κι ο άνθρωπος παρατρώει φαΐ
γι' αυτό κι ο άνθρωπος όλο ακριβαίνει
Για να φτιάξεις φαΐ, χρειάζεσαι ανθρώπους
Οι μάγειροι κάνουν φτηνότερο το φαΐ
αλλάοι φαγάδες όλο και τ' ακριβαίνουν
Κι έπειτα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι

Τι είναι στ' αλήθεια ο άνθρωπος
Πού να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Από το θεατρικό έργο "Η απόφαση" 1930

Μπαλάντα για την έγκριση του Κόσμου (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Δεν είμαι άδικος μα ούτε και τολμηρός
και να που, σήμερα, μου δείξανε τον κόσμο τους
Μόνο το δάχτυλό τους είδα εμπρός
και είπα ευθύς :"Μ' αρέσει ο νόμος τους"

Τον κόσμο αντίκρυσα μέσα απ' τα ρόπαλά τους
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή
Ειδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλεια τους
Κι όταν με ρώτησαν "Σε διασκεδάζει;" είπα: "Πολύ"

Κι από την ώρα εκείνη λέω ναί σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.

Φονιάδες είδα κι ειδα πλήθος θύματα
Δεν έχω θάρρος μα όχι και συμπόνια
Και φώναξα βλέποντας τόσα μνήματα:
"Καλά τους κάνουν-για του έθνους την ομόνοια"

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω “σταματήστε!”
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ’άκουσα να φωνάζω: “Ζήτω!Προχωρήστε!”

Δε μου αρέσει η φτήνια και η κακομοιριά
Γι’αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια-το ξέρω-κι η έγκρισή μου.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Ακόμη - Βασίλης Καραβίτης

Ακόμη οι πόλεις τρώνε ήσυχα τα θύματά τους
Ακόμη τίποτε δεν πήρε φωτιά

Ακόμη η δυστυχία δεν αποδείχτηκε τυχαίο γεγονός
Ακόμη είσαι ζωντανός κι ανέπαφος

Ακόμη χαίρεσαι μικρά διαλείμματα σιωπής
Ακόμη μεταφράζεις θορύβους σε μουσική

Ακόμη έχεις ένα δωμάτιο να καταφευγεις
Ακόμη βρίσκεις λέξεις και κρύβεσαι

Ακόμη δεν ήρθε η ώρα να πληρώσεις.

Εχει ο πηλός γυρίσματα

Φύγε απ' τον άξονα του χρόνου επιτέλους
Χόρεψε ένα άγριο χορό
αιματερός και ιδρωμένος
στάζοντας ύπαρξη εδώ
 στο μέλλον της προιστορίας

ή
ιθαγενής της τραμουντάνας και της όστριας
και του πρωινού  γραιγολεβάντε
φέρε μιά γύρα βροχερή
εδώ επάνω στον πηλό
της Προιστορίας του μέλλοντος

Εχει ο πηλός γυρίσματα
ο τρελός γαρ εγγύς

.               .   Γιώργος Σαρρής  .                   .

Μια δοξαριά

Pίξε λοιπόν μια δοξαριά
στη λύρα σου λυράρισα
Να ξεπιαστεί λιγάκι η φεγγαράδα
από το ασημένιο μούδιασμά της


Το εκτροχιάσαμε επιτέλους το μυστήριο
Τωρα τραβάμε γατζωμένοι
πάνω στη ράχη του κτήνους
άπτεροι από λαμπράδα
μετωπικα να συγκρουστούμε
με τα ρηχά τους τα φρικτά
μα εξόχως λογικά ενδεχόμενα

Ας περιφράξουμε λοιπόν
τα πρωινά μας και τα απόβραδα
περιορίζοντας τον αντίκτυπο
βουερών ενστίκτων
σερνάμενων στο ξύλο ή τις χορδές
ενός νυχτοθρεμένου βιολοντσέλου...

Μεσημεριάζει ο έρωτας μωρέ;
Συσκευάζεται το μελτεμι;
.          .  Γιώργος Σαρρής  .           .

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Χόρχε Λούις Μπόρχες - Μαθαίνεις



Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις

spring-anoixi.blogspot.com

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Νίκος Γρηγοριάδης, Η απουσία και ο λόγος (III)

Σε καλώ με όλα τα ονόματα
και γίνεσαι τραγούδι. Ανεβαίνεις
μέσα απ' τα δέντρα και κυματίζεις
στα φυλλώματα.
Σε κράζω μ' όλες τις φωνές της ποίησης
- τι προσποίηση πέρ' απ' την αφή
και την άμεση συνομιλία
της ψυχής !
Σε τυλίγω στην ομίχλη και τους ίσκιους σου, 
μακριά από τα έφηβα μάτια του ήλιου,
στη νυχτερινή σου σκοτεινότητα,
στον απόμακρο οραματισμό σου, 
με το κορμί σου κλειστό,
και το πρόσωπο σφραγισμένο,
πέρ' απ' την οικειότητα της απλής ζωής,
μυστήριο που περιέχει 
την πληρότητα του θανάτου
όπως
οι προφητικές νεφέλες 
τον κεραυνό.

Από τη συλλογή Η απουσία και ο λόγος (1985)

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Νίκος Γρηγοριάδης, Ο έρωτας όπως



Ο έρωτας,
όπως ακριβώς ο στίχος,
θέλει
μια σωστή δόση
σκοτάδι
για να
φεγγοβολήσει

Από τη συλλογή Δειγματοληψία Β' (1996)


Τώρα που μπήκες στην καρδιά μου

Το άρωμα που με πολιορκούσε
είχε τις πόρτες του ανοιχτές
στη θάλασσα. Μπαινόβγαινα
όπως μέσα στο φως
με κλειστά μάτια.

Τώρα που μπήκες στην καρδιά μου
ρέεις και φεύγεις με ιριδισμούς
άπιαστες σκιές και αποχρώσεις.
Κάπου ευωδιάζεις, κάπου μελωδείς
και κοιτάζω τον κήπο
κι αφουγκράζομαι τους ουρανούς.
Πότε μ' αγγίζει ένα αόρατο ανθάκι
πότε με καταπίνει άπατος βυθός.

Το γνώριμο σε μυστήριο τυλιγμένο.


Από τη συλλογή Το αθέατο μέσα μας (1988)


Ημίφωνα κοάσματα λευκών συνειρμών (Γιώργος Φαλελάκης)

ποιηματα


Έχω φυλακή
αρχίζω να κρυώνω
εκεί που η μόνωση
μπαίνει στην απομόνωσή μου
Λευκά κελιά, λευκά φώτα
Απονιά.
Χρόνια κουβαλώ την ψυχοπάθειά μου
τη χαρίζω στους γιατρούς.
Εγώ κρατώ τ’ αστέρια
που τρεμοσβήνουν στις αισθήσεις μου
και το φεγγάρι
να σέρνεται σ’ ανώγεια του μυαλού μου
Κορμί, ψυχή και μοναξιά
Όποιος αντέξει.
(Γιώργος Φαλελάκης, από τη συλλογή «Ατέρμονη Ροή», 1996)

Πέθανε ο Νίκος Θέμελης

από την Ελευθεροτυπία

Την τελευταία του πνοή άφησε σήμερα το απόγευμα ο συγγραφέας και πολιτικός Νίκος Θέμελης σε ηλικία 64 ετών, μετά από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.























Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947 και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου, στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία σε θέματα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Από το 1981 υπήρξε στενός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, σε όλη τη μετέπειτα πολιτική του πορεία - στα υπουργεία Γεωργίας, Εθνικής Οικονομίας, Παιδείας, Βιομηχανίας και τέλος στο Μέγαρο Μαξίμου κατά τη θητεία του ως πρωθυπουργού (1996-2004). Εργάστηκε επίσης στην Αγροτική Τράπεζα, στο υπουργείο Οικονομικών και στη Νομική Υπηρεσία του συμβουλίου υπουργών στις Βρυξέλλες. Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε το 1998. Έγραψε αρκετά μυθιστορήματα («η αναζήτηση» 1998, «η ανατροπή» 2000, «η αναλαμπή» 2003, «για μια συντροφιά ανάμεσά μας» 2005, «μια ζωή, δυό ζωές» 2007, «οι αλήθειες των άλλων» 2008 και «η συμφωνία των ονείρων» 2010) με αναφορές στον ελληνισμό των τελευταίων τριών αιώνων, τόσο στον χώρο της διασποράς όσο και στον χώρο της αναδυόμενης νεοελληνικής αστικής τάξης. Κάποια από τα βιβλία του μάλιστα μεταφράστηκαν στα γερμανικά, τα ιταλικά, τα ρουμανικά και τα τουρκικά. Το 2000 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, με το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού "Διαβάζω" για το μυθιστόρημά του "η ανατροπή" και με το βραβείο "πρωτοποριακής δημιουργίας - Γιάννος Κρανιδιώτης" στη Λευκωσία το 2009.

Λόπε ντε Βέγκα


Ανθισμένες αυγούλες
του κρύου χειμώνα
θυμηθείτε το παιδί μου
που κοιμάται στα χιόνια.
Καλότυχες αυγές
του κρύου Δεκέμβρη,
που μ'ανθούς ο ουρανός
και ρόδα σας ραίνει,
εσείς όντας σκληρές
κι ο Θεός όλο συμπόνοια
θυμηθείτε το παιδί μου
που κοιμάται στα χιόνια

Nίκος Καρουζος - 6 Ποιήματα




ΤΟ ΙΕΡΟ ΧΑΣΜΑ

Η γυναίκα βαθαίνει το κορμί
ποτέ την ψυχή με τους ήλιους της
αλλάζει την όραση σε σκοτεινό δρόμο
είναι δίχως τρόμο.
Παίρνω τη λύπη σαν κλουβί
πουλιά δεν έχω
γυρίζοντας απ’ τα μαλλιά της
βλέπω το κέρδος αδειασμένο
δροσερός από τρόμο.



ΦΩΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δόξα στην ερημιά που λάμπει στο στήθος μου
βαθύτερος ο λυτρωτής κ’ η ομορφιά στις ουράνιες εντάσεις
εκείνος έζησε ψηλά
εκείνος πάλι αστράφτει μέσ’ στις νύχτες
οπού ξεχνά τους γενετήσιους κρωγμούς
ανεβασμένος ώς την άκρατη σιγή και μονομάχος.
Τα χόρτα και τα έντομα ποτέ δε με παιδέψαν
η ώρα πάντα μ’ αγαπούσε μέσα στην ανατολή
γύρεψα τα πουλιά και μου αποκρίθηκαν.
Υπήκοος του ανέμου
έρχομαι να φωνάξω δυνατά με τη φωνή σαν όπλο
είναι μικρός ο ήλιος της γυναίκας.


ΑΣΜΑ

Ταξιδεύοντας μέσα στις ξένες βροχές
κηρύσσοντας την αγαπημένη
θάνατος άλλος δεν υπάρχει μόνον ό,τι διάβηκε
την ώρα που ο σκύμνος νείρεται σκοτεινά
την ώρα που ο σκύμνος βαθαίνει το μαύρο
με λίγες φωτιές να αιωρούνται στα μάτια μου
όπως ο ουρανός διάτρητος από έρωτα σπιθίζει.

ΣΥΝΤΡΙΜΜΕΝΟΣ

Τι είναι ο έρωτας έζησα με τ’ άστρα
κρατώντας το στέρνο μου στα χέρια ξεκαρφωμένο
εγώ έπεφτα όπως ένας κάδος πέφτει σε πολλές σκάλες
χύνοντας το νερό τόσον άτυχο
εγώ έπεφτα
ενώ καίγονταν μέσα μου τα εικοσιτετράωρα.
Να η λαλιά της αγάπης στις σκόνες στα ποδήματα
έχω τη χάρη να γκρεμίζομαι απ’ τα σπλάχνα
και βλέπω, είναι με το μέρος μου ο ίλιγγος.


ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Διαβαίνω αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.

Κ’ η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.



Ο ΤΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

Ποτάμια δάση και νερά που με καλούν
αιώνες λουλουδιών εκείθεν…
Ω σώμα, τη μνήμη δεν κρατώ
μάχομαι στην ανάμνησή μου.
Ο κόσμος οπού θα λησμονηθώ κορυδαλλός είναι μονάχα
και το κελάηδημα είμ’ εγώ
και το φτερούγισμα δεν επιμένει
μα τα πουλιά βαραίνουν απ’ άλλη καταγωγή
φεύγοντας τη δική σου τύχη, σώμα.

Ποτάμι αχθοφόρε της πηγής
όταν ο μελαχρινός αέρας τραγουδήσει
της νύχτας ο μικρός αυθέντης
κινώντας φύλλα και πουλιά στη σιωπή
δεν είμαι μόνος.

Κι όταν μια έρημη μάντρα κοιμήσει τα ερπετά
κι όταν αγγίζω το στήθος της ωραίας κόρης
ο δρόμος δένει πάλι τ’ όνειρό μου.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

Επιφάνεια 1937 - Γιωργος Σεφέρης


Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά• τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου• στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές• o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.

(ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ -Β΄)

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο• τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια τών πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Στρατής Παρέλης - Βουερός μαχαλάς

Λευκοί λύκοι


Μελαχρινή σαν το κοχύλι που 'βαλα στ'αυτί για να ακούσω
θάλασσα

Σαν το τσαμπί του μαύρου σταφυλιού
που χοχλάζει βαθιά του του θέρους το σφρίγος.
Είναι μου!

Θέλω να σε πω με αρώματα
Με γεράνια , με ορτανσίες
Τις γαρυφαλλιές να βάλω να σε απαγγείλουνε:
"Σοφία!"

Άκου με λοιπόν , είμαι ο άνεμος
Είμαι το σιγανό ψιχάλισμα
Κι αν μ'αρνηθείς γυρίζω πάλι πίσω τον καιρό
Και κείνο που 'θελες κοντά σου τ'οδηγώ κοντά σου

Γιατί ποθώ να συντριβώ στις συμπληγάδες των χειλιών σου!

27-10-1981

Joyce Mansour, Ερωτικά, Κείμενα, 1978 (μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος)

ποιειν



*
Σ’ αρέσει να πέφτεις στο ξεστρωμένο μας κρεβάτι
οι παλιοί ιδρώτες μας δεν σ’ αηδιάζουν
τα λερωμένα, από ξεχασμένα όνειρα, σεντόνια μας
οι κραυγές μας που στο σκοτεινό δωμάτιο αντηχούνε
όλα ετούτα ξεσηκώνουνε το αχόρταγο κορμί σου,
το άσχημό σου πρόσωπο επιτέλους λάμπει
που οι χτεσινοί μας πόθοι είναι όνειρα αυριανά σου
*
Η ανάσα σου μέσα στο στόμα μου
τα ξερά σου χέρια τα νύχια σου τα σουβλερά
δεν αφήνουνε ποτέ το κρεμεζί λαρύγγι μου
κρεμεζί απ’ την ντροπή την ηδονή τη γλύκα
τα μελανιασμένα χείλια σου βυζαίνουνε το αίμα μου
κι οι στιλβωμένες σάρκες μου θα σε ξεσηκώνουν πάντα
ενώ τα μάτια μου θα μένουνε κλεισμένα.
Πόσοι έρωτες έκαναν να κραυγάζει το κρεβάτι…

*
Γυμνή θέλω να δειχτώ στα ωδικά σου μάτια
θέλω να με δεις να ουρλιάζω από ηδονή
που τα λυγισμένα κάτω από μεγάλο βάρος μέλη μου
σε ανόσιες σε σπρώχνουν πράξεις
που τα ίσια μαλλιά της ασημένης κεφαλής μου
μπλέκονται στα νύχια σου
απ’ την παραφορά καμπυλωμένα
που τυφλός κρατιέσαι ορθός κι αφοσιωμένος
ξανοίγοντας από του μαδημένου μου κορμιού το ύψος.
Το κορμί σου ισχνό ανάμεσα στα σατινένια μου σεντόνια…
*
Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας
Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απ’ τα θαλερά βυζιά σου
Πυρετός η βιάση απ’ των νεφρών σου τα σαλέματα.
Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία,
το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε
μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα
μου ξεριζώνουν τα πιστόνια.
Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απ’ την παραλυσία πρησμένο
πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής
του ορίζοντά σου
σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης…
Είναι νύχτα
κι ηυ γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο
δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά
πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.
*
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλομιάζουν
θέλω τα ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε.
Τα βίτσια των αντρών είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

(Τζόυς Μανσούρ, «Κραυγές, σπαράγματα, όρνια», εκδ. Άγρα)


ΟΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…

Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.
Τζόυς Μάνσουρ, 1928-1986(μτφ. Έκτωρ Κακναβάτος), “Κραυγές” (επιλογή), στον τόμο :δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία υπερρεαλισμού, (επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου), Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1980
*
Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου
Μαλλιά μπερδεμένα
Αιδοία γαντζωμένα
Με το στόμα σου για προσκεφάλι
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη
Δίχως να μας χωρίζει ανάσα
Δίχως λέξεις να μας περισπούνε
Δίχως μάτια να μας διαψεύδουν
Δίχως ρούχα.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος
Συσπασμένη και ιδρωμένη
Λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα
Απ’ την αδράνεια φαγωμένη
Της έκστασης τρελή
Πάνω στον ίσκιο σου νά ‘χω ξεμείνει
Καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου
Για να πεθάνω ανάμεσα στα δόντια του λαγού
Τα σάπια
Ευτυχισμένη.
*
Εγωιστικά μ’αγαπάει εκείνη,
της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια
της αρέσει που περπατώ τ’αλατισμένα χείλια μου
πάνω στις άσεμνες γάμπες της, πάνω στα πεσμένα στήθια της
της αρέσει που θρηνώ της νιότης μου τις νύχτες
ενώ αυτή στερεύει τα μούσκλα
που απ’τις άνομες επιθυμίες της αγανακτούνε
Δεν είναι από λάθος μου αν τα νύχια σου μακραίνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν κανείς δεν σ’έκλαψε
Δεν είναι από λάθος μου αν πάγωσες αγαπημένε
Δεν προσδόκησα το θάνατό σου
**
Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου
Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα
Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο
των υπονόμων
Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων
το στόμα γεμάτο κρέας
τα μάτια πλημμυρισμένα μ’ όνειρα
να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων
Μ’αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα
Τ’αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια
κι’εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα’θελα ν’αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι τη μητρότητα.
***
Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.
**
Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’τ'αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας
**
Άσε με να σ’αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

Ανεμοχάδι- Μαρία Καρδάτου

Στον Γιώργη Παυλόπουλο

Αυτό δεν ήταν καλοκαίρι
Ο κήπος σκοτεινός
Το κορίτσι φευγάτο
Ο φίλος σταυρωμένος
Αυτό δεν ήταν καλοκαίρι
Χόρτα έπνιξαν τη λίμνη
Ο πνιγμένος χρόνος
στο βυθό να μας κοιτά
Τα αρχαία τείχη
στο νερό καλά κρυμμένα
κι η αλήθεια τους ακρωτηριασμένη
Ο πυρσός στη θέση του
μήνυμα του τίποτα
που κάποτε υπήρξε
Ο προφήτης είχε προφητέψει
«Τίποτα δεν θα μείνει εδώ
Μόνο σκόνη κι ο άνεμος
να τη σκορπίζει
πάνω στη βυθισμένη πολιτεία»

Από τη συλλογή Αβλαβής διέλευση (2009) της Μαρίας Καρδάτου

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Μπροστά στη ράχη της Σέριφος...- Οδ.Ελύτης

"Μπροστά στη ράχη της Σέριφος, όταν ανεβαίνει ο ήλιος, τα πυροβόλα όλων των μεγάλων κοσμοθεωριών παθαίνουν αφλογιστία.Ο νους ξεπερνιέται από μερικά κύματα και λίγες πέτρες-κάτι παράλογο ίσως, παρ΄όλα αυτά ικανό να φέρνει τον άνθρωπο στις πραγματικές του διαστάσεις. Επειδή τι άλλο θα του ήτανε πιο χρήσιμο για να ζήσει;Αν του αρέσει να ξεκινά λάθος είναι γιατί δεν θέλει ν' ακούσει.Ερήμην του το Αιγαίο λέεει και ξαναλέει, εδώ και χιλιάδες χρόνια με το στόμα του φλοίσβου, σ'ένα μήκος ακτών απέραντο:Αυτός είσαι! ...
...Η δύναμη κι ο αριθμός ανέκαθεν μας εμποδίσανε ν'αποδεχτούμε τη μόνη δικαιοσύνη, που είναι μια "ακριβής στιγμή", η τη μόνη ηθική, που δεν είναι παρά μια συνεχής αναγωγή στο πιο απλουστευτικό είναι μας." Οδ.Ελύτης

Εκτωρ Κακναβάτος - Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
και ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μεσ' στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ' τους.


Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

.       .Εκτωρ Κακναβάτος.

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΦΤΕΡΑ ΜΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΩ

Γιώργος Σαρρής
Μη λυπάσαι
Μή δακρύζεις για μένα...
Κι αν σου λείπω δεν χάθηκα

σαν νεράκι μονάχα κυλάω
στο παντού και το πάντα
 ανεμίζω σαν αύρα ελεύθερη
μες του Απείρου τις πόλεις

Τα ρυάκια του χρόνου
γλυκά ανακυκλώνω
και τον κόσμο κουρδίζω ξανά
παιδικό χαλασμένο παιχνίδι
 στης λευκής μου ανάσας το τέμπο

 Μη ζητάς να με βρείς δεν μπορείς
 Μόνο αγάπη, αγάπη, αγάπη
Φόρεσέ με μονάχα
 δαχτυλίδι χρυσό
στης ψυχής σου το χέρι
που αγγίζει μαγείες κι αινίγματα

Σκόρπιζέ μου τη θλίψη σου μόνο
σε ουρανούς και ανέμους
Αδειαζε έτσι γλυκά
τη λευκή σου καρδιά
στον αστρόκηπό μου

Μη δακρύζεις μη φοβάσαι για μένα
Κρύβει θάνατο ο φόβος
στο φτερό του που τρέμει
μα το τέλος σου λέω δεν υπάρχει
Μοναχα όποιος ξεχνιέται πεθαίνει

Δεν είμαι εδώ μα είμαι παντού
Γραφή λευκή πάνω στο φως
που δεν διαβάζομαι
μα υπάρχω σε όλα
τα καινούργια φτερά μου ετοιμαζω
μελωδιες κι ανέμους φορώντας

Ημουν μόνο παιδί
Τωρα αστροκόριτσο
στα νέφη λύνομαι
ποτάμι αθάνατο
φεγγάρι ασήμι

Ξέρω δεν έχει εκεί απανεμιές ο πόνος
ούτε λιμάνι η συντριβή

Μα μη λυπάσαι μη δακρύζεις για μένα
Κι αν σου λείπω δεν χάθηκα
Σαν αστέρι που κόπηκε
Απ'  το κλαράκι του κόσμου

στο καινούργιο καράβι μου τώρα
αρμενίζω στου Απείρου
τα τρελά Αστροπέλαγα

Ημουν μόνο παιδί
Τωρα χρώμα  ανοιξιάτικο
διάφανο, άρωμα κι  ήλιος
ξημερώνω αχνά
πάνω απ' όλους τους κόσμους


*Στη Χριστίνα μας που έφυγε στις 13 Ιούλη στις 3 το πρωί